Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΤΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ.


        Ο ήχος του τηλεφώνου δεν ήταν ιδιαίτερα δυνατός, αλλά όταν σε ξυπνά ακριβώς τη στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος, ένα μικρό σοκ το παθαίνεις. Αυτό ακριβώς έπαθε και ο Πέθας, όταν άκουσε να τον καλούν νυχτιάτικα στο τηλέφωνο. Ανακάθισε στο κρεβάτι του και σήκωσε το ακουστικό. Αν και δεν είχε δει ποιος τον καλούσε, δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή ότι, υπεύθυνος για την αναστάτωσή του, ήταν ο Ιούλιος, ο υπάλληλός του στο γραφείο.
    «Εμπρός», τσίριξε με θυμό.
    «Συγνώμη, αφεντικό», άκουσε τον Ιούλιο να απολογείται, «αλλά σε ενοχλώ, γιατί συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό».
    «Λέγε λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημά σου», τον ρώτησε, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του.
    Διατηρούσε το γραφείο τελετών πάνω από δέκα χρόνια, και όλα πήγαιναν ρολόι. Ο υπάλληλός του τα έβγαζε πέρα μια χαρά. Έπαιρνε παραγγελίες για φέρετρα,  οργάνωνε διεκπεραιώσεις κηδειών και αποτεφρώσεων και, γενικά, έκανε με υπευθυνότητα όλες τις δουλειές του γραφείου. Τον τελευταίο καιρό, επειδή ο ίδιος είχε κουραστεί από τα ξενύχτια, είχε αναθέσει τη νυχτερινή βάρδια στον Ιούλιο.
    «Κάποιοι μας έκλεψαν το πτώμα του άστεγου, που μας έφεραν χτες», άκουσε τον Ιούλιο να του λέει, και μόνον που δεν του έπεσε το ακουστικό από το χέρι.
     «Τι είναι πάλι ετούτο που ακούω;» αναρωτήθηκε φωναχτά.
    «Θα σου εξηγήσω τι ακριβώς συνέβη», είπε ο Ιούλιος, νιώθοντας τη φωνή του να βραχνιάζει. «Πριν από λίγο, ήρθαν τρεις πελάτες, για να διαλέξουν φέρετρο, όπως μου είπαν οι ίδιοι. Καθώς λοιπόν εγώ έβγαλα το δειγματολόγιο και το έδειχνα στην γυναίκα της παρέας, οι δυο άντρες χώθηκαν μέσα στον ψυκτικό θάλαμο και, πριν εγώ προλάβω να καταλάβω τι συμβαίνει, πήραν το πτώμα κι εξαφανίστηκαν. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί, την κοπάνησε και η κυρία. Το λάθος μου ήταν πως, ενώ είδα ότι ήταν κακοντυμένοι και κοκαλιάρηδες, δεν αντιλήφθηκα εγκαίρως τις προθέσεις τους».
    Αρχικά ο Πέθας είχε αναρωτηθεί, για ποιο λόγο κάποιοι να είχαν κλέψει ένα πτώμα, όταν όμως άκουσε την τελευταία φράση του υπαλλήλου του, κατάλαβε γιατί το είχαν κάνει. Ήταν ένα συχνό φαινόμενο που είχε παρουσιαστεί τον τελευταίο καιρό στη χώρα, και ήταν αποτέλεσμα της ανέχειας και του υποσιτισμού των πολιτών. Οι τύποι εκείνοι είχαν πάρει το πτώμα, για να το φάνε!
    Ανατρίχιασε σ’ εκείνη τη σκέψη, γνώριζε όμως ότι ήταν μια πραγματικότητα, που δύσκολα θα μπορούσε να αντιστραφεί. Η άρχουσα τάξη είχε καταφέρει και είχε μετατρέψει τον σύγχρονο άνθρωπο σε κανίβαλο!
    «Εντάξει, Ιούλιε», καθησύχασε τον υπάλληλό του. «Κλείσε το γραφείο και πήγαινε να κοιμηθείς. Τα διαδικαστικά, θα τα τακτοποιήσω εγώ το πρωί».
    Έκλεισε το τηλέφωνο και προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά δεν ήταν εύκολο. Το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της χώρας είχε χτυπήσει και την δική τους πόρτα. Κάτι θα έπρεπε να κάνει για να τη θωρακίσει. Μπορεί οι δουλειές να πήγαιναν καλά, αφού οι πελάτες του γραφείου είχαν αυξηθεί, αλλά δεν συνέβαινε το ίδιο και με τα έσοδα. Οι περισσότεροι πεθαμένοι που τους έφερναν εκεί, ήταν ή άστεγοι ή πάμπτωχοι. Και, στις δύο αυτές περιπτώσεις, το μόνο έσοδο του γραφείου ήταν το πενιχρό επίδομα που κατέβαλε η Πολιτεία.
    Τελικά, μετά από ώρα, βρήκε τι έπρεπε να κάνει. Θα προσλάμβανε άλλους δυο νυχτερινούς υπαλλήλους, για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Με τρεις ‘’πτωματοφύλακες’’, θα ήταν δύσκολο σε κάποιους, να επαναλάβουν το αποψινό επιχείρημα.
    Το είπε και το έκανε. Από την επόμενη μέρα οι νυχτερινοί υπάλληλοι του γραφείου τελετών ΚΗΔΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΕΙΣ Ο ΠΕΘΑΣ, έγιναν τρεις. Θα του κόστιζαν βέβαια κάτι παραπάνω, αλλά θα είχε πλέον το κεφάλι του ήσυχο.
     Τα δυο πρώτα βράδια, όλα πήγαν καλά. Το γραφείο λειτουργούσε στην εντέλεια και ο Πέθας ξαναβρήκε τον ύπνο του. Το τρίτο βράδυ τον έπιασε μια ανησυχία. Για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του, αλλά ο Μορφέας δεν έλεγε να έρθει, ώσπου, τελικά, αποφάσισε να σηκωθεί και να πάει μια βόλτα από το γραφείο. Δεν τη βρήκε άσχημα σαν ιδέα, να κάνει και μια νυχτερινή αιφνίδια επιθεώρηση.
    Ντύθηκε, λοιπόν, και μια και δυο πήρε το αυτοκίνητό του και πήγε στο γραφείο. Στάθμευσε κάπου εκεί κοντά και πλησίασε στην πρόσοψη του άπλετα φωτισμένου χώρου. Η ώρα ήταν μία και μισή και στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Φτάνοντας μπροστά στη τζαμαρία, απόρησε που δεν είδε κανέναν μέσα. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και η απουσία των τριών πτωματοφυλάκων τον ανάγκασε να θορυβηθεί. Δρασκέλισε το κατώφλι και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε μπαίνοντας μέσα, ήταν ο Ιούλιος πεσμένος στο πάτωμα, δίπλα από το έπιπλο του γραφείου. Στάθηκε από πάνω του, βεβαιώθηκε ότι ήταν ζωντανός κι έτρεξε στον ψυκτικό θάλαμο.
    Επέστρεψε στο γραφείο και άρχισε να σκουντάει τον Ιούλιο, για να τον ξυπνήσει. Εκείνος κοιμόταν βαθιά και ήταν φανερό ότι κάποιος τον είχε υπνωτίσει. Τελικά, μετά από ώρα, κατάφερε να τον ξυπνήσει. Ο ταλαίπωρος υπάλληλός του, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε τον Πέθα και, το μόνο που βρήκε να ρωτήσει ήταν: «Τι συμβαίνει; Γιατί με έπιασε υπνηλία;»
    «Αχ, καημένο μου παιδί», του εξήγησε ο Πέθας. «Σε έπιασαν στον ύπνο οι άλλοι δυο και σου την έφεραν».
    «Τι εννοείς, αφεντικό;» τον ρώτησε εκείνος φανερά απορημένος.
    «Θα σου πω τι έγινε, και είμαι βέβαιος ότι εσύ δεν φταις στο ελάχιστο για ό, τι συνέβη. Οι δυο άλλοι, αυτοί που προσλάβαμε για βοήθεια, σου έριξαν υπνωτικό, κι αμέσως μετά άρπαξαν τα πέντε πτώματα που είχαμε στο θάλαμο και έγιναν καπνός!"

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

ΣΤΟ ΑΠΟΤΕΦΡΩΤΗΡΙΟ

 Διήγημα επιστημονικής φαντασίας μεν, αλλά τόσο επίκαιρο.


    Κάνοντας έναν επιδέξιο χειρισμό, απέφυγε την καμινάδα και προσγείωσε το αερόπλοιο στην ταράτσα του σπιτιού του. Έσβησε τον κινητήρα και βγήκε από το σκάφος, τρέμοντας σχεδόν από την ταραχή του. Επιστρέφοντας από την Κόρινθο, που είχε πάει για μια δουλειά, τρεις φορές είχε κοντέψει να συγκρουστεί με ισάριθμα αερόπλοια, που πιλοτάρονταν από ηλίθιους. Το μοιραίο το είχε αποφύγει χάρη στην εμπειρία του και τα γρήγορα αντανακλαστικά του.
    Κοίταξε ολόγυρα στον εναέριο χώρο της πρωτεύουσας και, αντικρίζοντας τα λιγοστά αερόπλοια που κυκλοφορούσαν, σκέφτηκε ότι ήταν ευτύχημα που ήταν λίγοι ακόμα οι κάτοχοι τέτοιων προηγμένων μεταφορικών μέσων. Όταν αυξηθούν, δεν θα προλαβαίνουμε να μαζεύουμε ουρανοκατέβατα σιδερικά και διαμελισμένα πτώματα! Όχι ότι με τα επίγεια μεταφορικά μέσα η κατάσταση είναι καλύτερη, αλλά τουλάχιστον εκεί, σε περίπτωση ατυχήματος, έχεις πολλές πιθανότητες να γλυτώσεις, ενώ μια σύγκρουση στον αέρα δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια σωτηρίας!
    Απόδιωξε τις απαισιόδοξες σκέψεις και κατέβηκε στο ισόγειο από την εσωτερική σκάλα. Μέσα στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία, κι αυτό τον παραξένεψε. Συνήθως, η αξιέραστη συμβία του άκουγε μουσική, και μάλιστα δυνατά. Πού στο καλό έχει πάει; αναρωτήθηκε, νιώθοντας ταυτόχρονα ένα σφίξιμο στο στήθος. 
    Ετοιμάστηκε να την καλέσει στο κινητό, αλλά δεν πρόλαβε. Ήχησε το δικό του τηλέφωνο και, ενεργοποιώντας το, είδε ότι τον καλούσε η γυναίκα του.
    «Έλα, βρε Πηνελόπη μου, πού είσαι; Δεν σε βρήκα σπίτι και ανησύχησα».
    «Γύρισες;» τον ρώτησε εκείνη, και ο Μενέλαος πρόσεξε το θλιμμένο της ύφος και κατάλαβε ότι κάτι δυσάρεστο είχε συμβεί.
    «Πέθανε ο θείος Αρίστος», τον κεραυνοβόλησε η Πηνελόπη, πριν καν εκείνος προλάβει να ρωτήσει.
    «Σοβαρά μιλάς; Τι του συνέβη;»
    «Ανακοπή! Εκεί που καθόταν όμορφα κι ωραία στον καναπέ, σωριάστηκε νεκρός».
    «Τι μου λες; Και ήταν νέος ακόμα. Μόλις εβδομήντα χρόνων. Κρίμα, πολύ κρίμα. Εσύ που είσαι τώρα;»
    «Στο σπίτι του Θείου, αλλά ξεκινάμε σε δυο λεπτά για το αποτεφρωτήριο. Έλα να μας βρεις εκεί».
    «Εντάξει! Να βάλω κάτι πρώτα στο στόμα μου, γιατί είμαι νηστικός, κι έρχομαι αμέσως».
    Καθώς έτρωγε ψωμί και τυρί στα όρθια, έφερε στο νου του το πρώτο αποτεφρωτήριο της χώρας, όπως το είχε δει στην τηλεόραση. Ήταν ένα μεγάλο, καταπράσινο, ορθογώνιο κτήριο, και μπροστά του υπήρχε ένας τεράστιος χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων. Μόλις δυο μέρες πριν είχε ανοίξει τις πύλες του, για να δεχτεί όλους εκείνους που επιθυμούσαν να αποτεφρωθούν μετά τον θάνατό τους. Είχαν περάσει είκοσι ολόκληρα χρόνια από τότε που είχε ψηφιστεί ο σχετικός νόμος, αλλά άργησε πολύ να υλοποιηθεί, εξαιτίας των εμποδίων που έβαζαν συνεχώς οι ρασοφόροι. Να όμως που τώρα, έστω και μετά από τόσο μεγάλη καθυστέρηση, είχε γίνει πραγματικότητα.
    Έφαγε στα γρήγορα και την τελευταία μπουκιά και ανέβηκε ξανά στην ταράτσα για να πάρει το αερόπλοιό του. Ανυπομονούσε να δει από κοντά το χώρο εκείνο και να που, ο θάνατος του άτυχου θείου του, του έδινε την ευκαιρία να τον επισκεφτεί. Απογείωσε το σκάφος του και του έδωσε κατεύθυνση προς τον Βοτανικό. Εκεί κάπου είχε δημιουργηθεί το αποτεφρωτήριο. Θα το αναγνώριζε από ψηλά, καθώς ξεχώριζε λόγω όγκου και χρώματος.
    Πράγματι, λίγη ώρα μετά, το εντόπισε και προσγείωσε το σκάφος του στην αλάνα που βρισκόταν σιμά. Κατέβηκε και προχώρησε με τα πόδια προς την είσοδο. Πλησιάζοντας, του έκανε εντύπωση ο μεγάλος συνωστισμός ανθρώπων έξω από το αποτεφρωτήριο. Βλέποντας μια νεκροφόρα μπροστά από το συγκεντρωμένο πλήθος, κατάλαβε ότι ήταν του θείου του. Δεν άργησε να δει την Πηνελόπη και τους λιγοστούς συγγενείς τους, που στέκονταν μπροστά από το αυτοκίνητο. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε, όταν όμως άκουσε τα συνθήματα του πλήθους και είδε τρεις ρασοφόρους να ηγούνται της συγκέντρωσης, κατάλαβε σε τι αποσκοπούσε όλη αυτή η φασαρία.
    Πλησίασε κοντά στους δικούς του και, αφού πρώτα τους συλλυπήθηκε, ρώτησε, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν περιττό: «Τι γίνεται εδώ, βρε παιδιά;»
    «Έχουν αποκλείσει την είσοδο και δεν επιτρέπουν να μπει κανένας μέσα», του εξήγησε ο ξάδελφός του. «Όπως μάθαμε, αν και βρισκόμαστε στην τρίτη μέρα που λειτουργεί το ίδρυμα, ακόμα δεν έχει αποτεφρωθεί κανείς. Οι νεκροφόρες έρχονται και φεύγουν άπραγες. Οι καταληψίες δήλωσαν ότι είναι αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν την αποτέφρωση κανενός. Είναι οργανωμένοι οι άτιμοι. Κάθονται εδώ με βάρδιες. Οπότε μάλλον μας βλέπω να τρέχουμε τελικά στη Βουλγαρία».
    «Δεν είμαστε καλά», σχολίασε ο Μενέλαος. «Θα πάω να τους μιλήσω».
    «Άδικο κόπο, θα κάνεις», του είπε ο  ξάδελφος, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.
    Ο Μενέλαος αγνόησε το σχόλιο του άλλου και βάδισε προς το μέρος των καταληψιών. Στάθηκε με θάρρος μπροστά στους τρεις παπάδες και δεν φοβήθηκε να τους  πει με αυστηρό ύφος: «Γιατί δεν μας αφήνετε να κάνουμε τη δουλειά μας; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να αποφασίζετε εσείς για το τι θέλουμε να κάνουμε με τον εκλιπόντα άνθρωπό μας;»
    «Γιατί αυτό που πάτε να κάνετε, είναι αμαρτία», του απάντησε με αυθάδεια ο ένας από τους τρεις.
    «Κι εσάς, τι σας ενδιαφέρει; Εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες των πράξεών μας».
    «Η θρησκεία μας είναι αντίθετη στην καύση των νεκρών», ύψωσε τη φωνή του ο δεύτερος παπάς. «Ο Κύριος και Θεός μας το απαγορεύει».
    «Μπα, τι μου λέτε;», τον ειρωνεύτηκε ο Μενέλαος. «Τότε γιατί οι όμοιοί σας, μερικούς αιώνες πριν, έκαιγαν ανθρώπους, και μάλιστα ζωντανούς, ή μήπως το ξεχάσατε;»
    «Αυτές είναι συκοφαντίες των άθεων», τσίριξε με θυμό ο τρίτος της μαυροντυμένης παρέας, ένας κακομούτσουνος κοιλαράς, με πρόσωπο βγαλμένο, θαρρούσες,  από ταινία τρόμου «Εμείς…» συνέχισε να ωρύεται ο ρασοφόρος, αλλά ο Μενέλαος δεν άκουσε τη συνέχεια, καθώς εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο αερόπλοιο πέρασε με θόρυβο πάνω από τα κεφάλια τους.
    Δεν συνέχισε το διάλογο με εκείνους τους φανατικούς, αφού δεν είχε και κανένα νόημα η συνεννόηση  μαζί τους. Η διέλευση του ιπτάμενου σκάφους, του υπέδειξε καθαρά πως έπρεπε να ενεργήσουν.
     Επέστρεψε στους δικούς του και τους είπε συμβουλευτικά: «Μαζέψτε τα και πάμε να φύγουμε από εδώ. Δεν θα βρούμε άκρη με αυτά τα ανθρωποειδή. Εδώ στο πλάι έχω προσεδαφισμένο το αερόπλοιό μου. Το βρήκα τι ακριβώς μπορούμε να κάνουμε, για να μην τρέχουμε στη Βουλγαρία».
    Οι άλλοι τον ακολούθησαν στο σκάφος, οδηγώντας μαζί τους και τη νεκροφόρα.  Βεβαιώθηκαν ότι ήταν αθέατοι από τους καταληψίες και άκουσαν τον Μενέλαο να τους λέει: «Ξεφορτώστε το φέρετρο και βάλτε το μέσα στο αερόπλοιο. Τον αγαπημένο μας θείο, εμείς θα τον αποτεφρώσουμε, είτε το θέλουν αυτοί οι ανεγκεφαλοι, είτε δεν το θέλουν. Θα πάμε μέσα εγώ, ο γιος του και ξάδελφός μου, και ο τελετάρχης. Οι υπόλοιποι, αποχαιρετήστε τον μακαρίτη και περιμένετέ μας να επιστρέψουμε».
    Έτσι κι έκαναν. Απογείωσαν το σκάφος πέταξαν πάνω από το κτήριο και το προσγείωσαν στην πίσω αυλή του. Κι ενώ τέσσερις υπάλληλοι του αποτεφρωτηρίου έσπευδαν να παραλάβουν το φέρετρο, ο Μενέλαος άκουσε τον τελετάρχη να του λέει: «Η ιδέα σου, φίλε μου, είναι καταπληκτική. Στο εξής, οι εισαγωγές των νεκρών που είναι για αποτέφρωση, θα γίνονται αεροπλοϊκώς, κι αφήστε αυτούς τους φανατικούς να ξημεροβραδιάζονται εκεί έξω!»