Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ''Και εγένετο φως".


    Ο γέροντας εμφανίστηκε μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, κοίταξε με περιέργεια ολόγυρα και αποφάσισε να ρωτήσει κάποιο από τα φτερωτά όντα και να μάθει τι συμβαίνει. Εδώ και ώρα, έβλεπε τους αγγέλους να πηγαινοέρχονται σαν παλαβοί, και παραξενεύτηκε, αφού αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν, έναν από τους πρώτους κατοίκους του παραδείσου, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την τάξη και την ηρεμία που επικρατούσε πάντα εκεί.
    «Τι τρέχει άγγελε;» ρώτησε το πρώτο φτερωτό πλάσμα που συνάντησε. «Γιατί τόση αναστάτωση;»
    «Δεν τα έμαθες, γέροντα;» άκουσε τον άγγελο να του λέει. «Ετοιμαζόμαστε για τη Δευτέρα Παρουσία, για τη Συντέλεια».
    «Α, ώστε έφτασε επιτέλους αυτή η στιγμή», αναφώνησε ο γέροντας. «Χιλιετίες τώρα την περιμένω».
    Του άρεσε αυτή η εξέλιξη, γιατί η αλήθεια ήταν ότι η μονοτονία της αιώνιας ζωής τον είχε κουράσει. Εκεί δεν υπήρχε μέρα και νύχτα, δεν υπήρχαν αλλαγές εποχών, δεν υπήρχε εναλλαγή τοπίων και δεν υπήρχαν  απολαύσεις, πέραν κάποιων και, κατά κανόνα, ανιαρών ψαλμωδιών. Ένιωσε να ανεβαίνει ψυχολογικά και σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε να συμμετάσχει και ο ίδιος στη διαδικασία αυτή.
    Το είπε στον πρώτο άγιο που συνάντησε μπροστά του: «Άγιε Ονούφριε, μπορείς να μεσολαβήσεις στον Ύψιστο, για να μου επιτρέψει να μετέχω κι εγώ στη Δευτέρα Παρουσία;»
    «Δεν χρειάζεται η άδεια του θεού», του απάντησε ο Ονούφριος. «Κάθε εθελοντική προσφορά είναι καλοδεχούμενη. Όταν θα καταφθάσουν οι ορδές των ψυχών, όσο πιο πολλοί είμαστε στην υποδοχή τους, τόσο καλύτερα. Οι άγγελοι θα αναλάβουν τους αρτιμελείς κατά το θάνατό τους χριστιανούς, που έχουν ταφεί κανονικά. Οι άγιοι θα αναλάβουμε όλους τους ανάπηρους και τους μη αρτιμελείς κατά το θάνατό τους. Οι εθελοντές, όπως εσύ, θα έχουν εύκολο έργο. Θα αναλάβουν τους άθεους και τους αλλόθρησκους, στέλνοντάς τους κατευθείαν στην κόλαση. Όσοι αποτεφρώθηκαν, επειδή είναι αδύνατη η ανασύστασή τους, θα πάνε κατευθείαν στην κόλαση».
    Στο σημείο εκείνο ο γέροντας προβληματίστηκε. Τον μπέρδεψαν λίγο αυτά που είχε ακούσει από τον άγιο. Για ποια ανασύσταση, για ποιους αρτιμελείς και μη, για ποιους αποτεφρωθέντες μιλούσε; Τι σημασία είχε η υλική σύσταση των ανθρώπων πριν ή μετά τον θάνατό τους, αφού οι ψυχές ήταν άϋλες; Όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί πάνω, δεν είχαν υλική υπόσταση. Τι νόημα είχαν όλα αυτά που του έλεγε ο Ονούφριος; Άλλωστε, το είχε πει και ο ίδιος: «Οι ορδές των ψυχών», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά. Για πρώτη φορά, μετά από τόσες χιλιετίες παραμονής στον παράδεισο, αμφισβήτησε την… ύπαρξή του.
    Δεν είπε τίποτα, απλώς κούνησε το ολόγραμμα του κεφαλιού του και αποτραβήχτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλη αυτήν την ιστορία. Μήπως ονειρευόταν, μήπως αδυνατούσε να κατανοήσει τις έννοιες; Αλλά όχι, τα πράγματα ήταν απλά. Ο άνθρωπος, μετά το θάνατο του, είτε ταφεί, είτε αποτεφρωθεί, δεν επαναφέρεται στην πρότερη κατάστασή του. Απόδειξη ήταν ο ίδιος και όλα αυτά τα εκατομμύρια που κυκλοφορούσαν δίπλα του. Ένας συρφετός άϋλων ψυχών, σε μια στερημένη ουσίας και ενδιαφέροντος ζωή.
    Κόντεψε να πάθει κατάθλιψη. Αν ήταν δυνατόν, θα εξαφανιζόταν αμέσως από εκείνο το μέρος. Έκανε να φύγει, αλλά ένιωσε ένα σκούντημα στον ώμο. Παραξενεύτηκε, αφού την αίσθηση της αφής  είχε χρόνια να την νιώσει. Γύρισε και κοίταξε να δει ποιος ήταν αυτός που τον είχε σκουντήσει. Είδε μια άγνωστή του, μια νέα κοπέλα να τον κοιτάζει ανήσυχη και με διαπεραστική ματιά και να τον ρωτά: «Νιώθετε καλά; Θέλετε βοήθεια;»
    «Όχι ευχαριστώ», απάντησε εκείνος και ένιωσε ένα κύμα ευδαιμονίας και ανακούφισης να τον πλημμυρίζει, διαπιστώνοντας ότι βρισκόταν καθισμένος στο ίδιο  παγκάκι του πάρκου, όπου λίγη ώρα πριν τον είχε πάρει ο ύπνος, κι ότι ο παράδεισος, η κόλαση και οι ασυναρτησίες που είχε ακούσει, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν εφιάλτη!