Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ

 Μια αληθινή ιστοριούλα, γραμμένη από τον ΣΤΕΛΙΟ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟ, που συμπεριελήφθη στη συλλογή ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.


Ο Λάμπης είχε ένα μόνιμο καημό που τον βάραινε όλο και περισσότερο. Αφότου πέθανε η αγαπημένη μητέρα του, εδώ και 5-6 χρόνια, δεν ξαναπήγε στον τάφο της, έτσι τυπικά, όπως πάνε όλοι στον τάφο των γονέων. Ο λόγος ήταν απλός και ανθρώπινος: δεν άντεχε την ατμόσφαιρα του νεκροταφείου, τον ενοχλούσαν οι παπάδες, οι ψαλμωδίες και οι καπνοί από το λιβάνι· πες παιδικό απωθημένο, πες ενδόμυχος φόβος για το θάνατο και τα συναφή…
Έπρεπε όμως κάποτε να ξεπεράσει τις αναστολές του και να πάει με κάποια αφορμή στον τάφο, να αποθέσει λίγα λουλούδια, να σταυροκοπηθεί στη μνήμη τους και ό,τι συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις·τον πίεζε η σύζυγος, τον πίεζε και η αδελφή του. «Μας μεγάλωσαν τόσο καλά οι γονείς μας, μας άφησαν περιουσία, ούτε ένα λουλούδι να μην τους πάμε;», έλεγε η αδελφή που δεν ήθελε να πάει μόνη… 
Δίκιο είχαν και κάποια μέρα το αποφάσισε ο Λάμπης! Μεγάλη Παρασκευή ήταν και όλοι πήγαιναν να επισκεφτούν τους τάφους των συγγενών και φίλων. Θα έχει και κόσμο,  σκέφτηκε, δεν θα είμαστε μόνοι εκεί.
Στο νεκροταφείο που βρίσκονταν οι παππούδες, θείοι και οι γονείς του Λάμπη είχε η οικογένεια εδώ και πολλές δεκαετίες ιδιόκτητο τάφο, σαν μικρό πύργο ντυμένο με λευκά μάρμαρα. «Οίκος οικογένειας Κ.» έγραφε απ’ έξω και έμπαινες στο εσωτερικό του από ένα σιδερένιο πορτάκι, όπου ο μικρός διάδρομος είχε δεξιά κι αριστερά από τρία «ράφια», στα οποία είχαν τοποθετηθεί τα φέρετρα των μακαριτών. Κάπου στο βάθος υπήρχε και ένα οστεοφυλάκιο.
Πήγαν λοιπόν ο Λάμπης με την αδελφή του, με επίσημα σκούρα ρούχα, λευκά λουλούδια στα χέρια ο Λάμπης, η αδελφή με ένα λιβανιστήρι, λιβάνια, καρβουνάκια κ.λπ. στο χέρι. Καθάρισαν πρόχειρα το χώρο, άναψε η αδελφή τα λιβάνια και κοίταξε δεξιά-αριστερά να βρει κάποιον παπά, να ψάλλει ένα τρισάγιο. Περιέργως όμως δεν υπήρχε κόσμος εκείνη τη μέρα στο νεκροταφείο και παπάς δεν φαινόταν πουθενά.
Λέει η αδελφή, θα πεταχτώ μέχρι τα γραφεία να βρω έναν παπά, περίμενε εσύ εδώ, μην μας πάρουν το λιβανιστήρι. Τι να κάνει, περίμενε ο Λάμπης και άρχισε να πηγαινοέρχεται νευρικά.
Κάπου εκεί, άρχισε να ψιχαλίζει και η αδελφή αργούσε. Απρίλιος μήνας ήταν, ο καιρός ευμετάβλητος, οπότε δεν ήταν παράξενο να ρίξει καμιά ψιχάλα. Όμως οι ψιχάλες μεγάλωσαν και έγιναν σταγόνες. Σε λίγο μιλούσες για κανονική βροχή. Ο Λάμπης άρχισε να μουσκεύει και σκέφτηκε να μπει μέσα στο στεγασμένο μνήμα, μαζί με τα σύνεργα που είχε αφήσει η αδελφή του.
Μπαίνει μέσα και άρχισε να κοιτάζει κλεφτά από τη μισάνοιχτη πόρτα, μήπως φανεί η αδελφή με τον παπά, αλλά τίποτα· ήταν και ψηλός και δεν στεκόταν άνετα με το χαμηλό ταβάνι. Η βροχή είχε όμως δυναμώσει και άρχισαν να μπαίνουν νερά από την πόρτα στο δάπεδο. Βρε ατυχία, καλά έλεγα να μην έρθω, σκεφτόταν, τι να κάνει τώρα; Κλείνει την πόρτα για να εμποδίσει τα νερά, αλλά τότε δεν έβλεπε και θα τον έχανε η αδελφή, όποτε ερχόταν.
Κάποια στιγμή σκέφτηκε ότι δεν είναι δυνατόν να περιμένει άλλο, θα παγιδευτεί εκεί μέσα με τα νερά. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω για να πάει να ψάξει την αδελφή του. Μπροστά του πέρναγαν εκείνη τη στιγμή δύο μαυροφορεμένες κυρίες, κάτω από μια ομπρέλα. Με το που πετάγεται έξω ο Λάμπης, φωνάζει η μία «Χριστός και Παναγία!», γλιστράει στα νερά και πέφτει στις λάσπες. Η δεύτερη κρατήθηκε μεν όρθια, αλλά οπισθοχώρησε και κρύφτηκε πίσω από την ομπρέλα της.
«Αμάν πού έμπλεξα», μονολόγησε ο Λάμπης, πάει να βοηθήσει την πεσμένη και κάνει να την σηκώσει. Το φουστάνι της ήταν γεμάτο λάσπες, πόδια και παπούτσια επίσης λασπωμένα. Σκύβει να την σηκώσει ο Λάμπης, ουρλιάζει αυτή, «Όχι, όχι, φύγε, μην μ’ αγγίζεις!»
— «Να σας βοηθήσω κυρία μου», λέει και κάνει πάλι να την πιάσει.
— «Όχι όχι, άσε με, καταραμένε!», και σέρνεται πεσμένη στο έδαφος, κάνοντας προσπάθεια να απομακρυνθεί πάνω στις λάσπες.
Πάνω εκεί επιστρέφει η αδελφή του, κρατούσε και την ομπρέλα που είχε διπλωμένη στην τσάντα της.
— «Τί έγινε Λάμπη, τι έπαθε η κυρία;» ρωτάει τον αδελφό της.
— «Δεν ξέρω, έπεσε και δεν θέλει να την βοηθήσω».
Κάνει και η αδελφή μια προσπάθεια να βοηθήσει την πεσμένη κυρία, αλλά αυτή αντιδρούσε υστερικά με φωνές και τινάγματα των χεριών. Η δεύτερη κυρία βρήκε ευκαιρία εντωμεταξύ και είχε φύγει μακριά.
Τι να κάνουν, κλειδώνει ο Λάμπης το πορτάκι στο μνήμα και κάνει με το βλέμμα μια κίνηση στην αδελφή του για να φύγουν. Η πεσμένη στο έδαφος σερνόταν στα τέσσερα στην αντίθετη κατεύθυνση.
Λέει στην αδελφή του ο Λάμπης, «Τώρα κατάλαβα τι συνέβη. Πετάχτηκα από το μνήμα να έρθω να σε βρω και φοβήθηκαν αυτές, έτσι που με είδαν ξαφνικά. Θα φαντάστηκαν ότι είμαι κανένας πεθαμένος που αναστήθηκε…» 
«Άντε αναστημένε, ατυχήσαμε», λέει η αδελφή, «πάμε να φύγουμε!» Βάλανε τα γέλια και προχώρησαν στην έξοδο. «Έτσι κι αλλιώς ο παπάς υπηρεσίας είναι άρρωστος κι εδώ αναστατώσαμε τις προληπτικές κυρίες!» 












Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ένα πρόσφατο διήγημα από τη συλλογή ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.

    Ο μητροπολίτης Θεόφραστος πέθανε και ανέβηκε χαρούμενος στον παράδεισο. Στάθηκε έξω από τη ολοφώτεινη πόρτα του και χτύπησε  διακριτικά. Του άνοιξε ο ίδιος ο Άγιος Πέτρος.
    «Καλώς τον», του είπε. «Πώς από εδώ;»
    «Ήρθα για να μπω κι εγώ μέσα στον παράδεισο», του απάντησε ο Θεόφραστος, κι ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του.
    «Μάλιστα», κούνησε το κεφάλι του ο Πέτρος. «Και πιστεύεις ότι διαθέτεις τις προϋποθέσεις γι’ αυτό;»
    «Ασφαλώς», του είπε με σιγουριά ο μητροπολίτης. «Αν δεν τις διαθέτω εγώ, ένας εκπρόσωπος του Μεγαλοδύναμου, τότε ποιος τις διαθέτει;»
    «Μην το λες. Ξέρεις πόσους από τον κύκλο σου έχω στείλει κάτω; Θα πρέπει πρώτα να ελέγξω αν αξίζεις για τον παράδεισο».
    «Εντάξει Άγιε. Κάνε ό, τι χρειάζεται».
    Ο Πέτρος έβγαλε τότε ένα τάμπλετ από τον κόρφο του και το έβαλε σε λειτουργία: «Πες μου, σε παρακαλώ,  ονοματεπώνυμο και βαθμό».
    Ο Θεόφραστος του έδωσε τα στοιχεία του κι εκείνος άρχισε να ψάχνει στα αρχεία του υπολογιστή. Δυο λεπτά αργότερα, στραβομουτσούνιασε και κοίταξε με οίκτο τον μητροπολίτη.
    «Μα καλά, μιλάς σοβαρά τώρα, ότι θέλεις να μπεις στον παράδεισο;» τον ρώτησε. «Εδώ βλέπω ότι ήσουν πολύ αμαρτωλός στη γήινη ζωή σου. Ήσουν άπληστος, εξουσιομανής, καταχραστής, ατομιστής, ομοφυλόφιλος, κ,λ.π., κι εσύ μου θέλεις να μπεις εδώ μέσα;»
    Ο Θεόφραστος ένιωσε τον πνίγει η αγανάκτηση. «Εντάξει, το παραδέχομαι», είπε με απολογητικό ύφος, «αλλά, την προηγούμενη μέρα του θανάτου μου, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αχράντων μυστηρίων. Δεν αρκεί αυτό για τη διαγραφή των αμαρτιών μου;»
    «Λυπάμαι πολύ», του είπε ο Άγιος. «Εγώ δεν βλέπω να γράφονται αυτά που μου λες στο ιστορικό σου».
    «Τέλος πάντων», συνέχισε με συμβιβαστική διάθεση Ο Πέτρος, «πες μου που τα έκανες αυτά, για να ψάξω μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος».
    «Στον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο πήγα», ψέλλισε ο Θεόφραστος με φανερή αγωνία.
    «Ωραία λοιπόν», είπε ο Πέτρος εστιάζοντας την προσοχή του στην οθόνη του τάμπλετ. «Ας δούμε μήπως γράφει κάτι αυτός».
    Μπήκε στη σελίδα του αρχιεπισκόπου και ο Θεόφραστος τον είδε να χαμογελά πονηρά. Αυτό τον ανησύχησε πολύ. ‘’Τι διάβολο γράφει ο μακαριότατος;’’ Αναρωτήθηκε.
    Ο Πέτρος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την οθόνη, άρχισε να λέει φωναχτά: «Άκου λοιπόν τι γράφει ο αρχιεπίσκοπος. Χθες το βράδυ, την ώρα που ετοιμαζόμουν να δειπνήσω, με επισκέφτηκε ο Θεόφραστος. Τι βλάκας, Θεέ μου! Μου ζήτησε να τον εξομολογήσω και να τον μεταλάβω, γιατί διαισθανόταν, λέει πως επρόκειτο να πεθάνει. Τον άφησα λοιπόν να μου αραδιάζει τις αμαρτίες του, λες και δεν τις γνώριζα, αλλά εγώ ούτε που έδωσα σημασία σε αυτά που έλεγε. Όταν κάποια στιγμή τελείωσε, μου ζήτησε να τον κοινωνήσω. Πού να βρω εγώ βραδιάτικα αγία κοινωνία; Έτσι του γέμισα ένα ποτήρι με μαυροδάφνη και του το έδωσα να το πιεί, λέγοντάς του ότι ήταν μεταλαβιά».
    Ο Θεόφραστος δεν πίστευε στα αυτιά του, Ώστε λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος, εκείνο το άθλιο ανθρωπάκι, τον είχε ξεγελάσει. Δεν χρειαζόταν να μαντέψει τη συνέχεια, αν και την άκουσε από το στόμα του Αγίου Πέτρου: «Όπως καταλαβαίνεις, εξομολόγηση και μετάληψη, δεν ισχύουν. Μάζεψέ τα, λοιπόν, φίλτατε και πάρε το δρόμο που βγάζει στην κόλαση. Να ξέρεις πόση χαρά θα κάνει ο διάβολος, μόλις σε δει μπροστά του!" 

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ

Αναδημοσίευση του προλόγου της ομώνυμης συλλογής μεταφυσικής  παράνοιας.

                                       ΠΡΟΛΟΓΟΣ


    Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια θρησκευτικής παράνοιας, μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί διαφορετικά και να δηλώσει την αντίθετη άποψή του στις δοξασίες της θρησκείας, και συγκεκριμένα της χριστιανικής θρησκείας, καθώς αυτή είναι που μας ενδιαφέρει άμεσα. Το τελευταίο διάστημα, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάπλωσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακούγονται πιο δυνατά οι φωνές διαμαρτυρίας των αμφισβητούντων τη χριστιανική παράδοση και γράφονται πύρινα άρθρα από πολλούς ορθολογιστές, για την συνεχιζόμενη εξαπάτηση του ποιμνίου από τους ρασοφόρους. Ταυτόχρονα, δημοσιεύονται πλήθος επιστημονικών ανακαλύψεων και θεωριών, που διαψεύδουν τους παράλογους ισχυρισμούς των συγγραφέων κάποιων δήθεν θεόπνευστων βιβλίων, και αντικρούουν με επιχειρήματα τις εικασίες τους. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σύλλογοι, κινήματα, φορείς, ιστοσελίδες, κι ένα σωρό ακόμα ομάδες ‘’αντιφρονούντων’’, που σαν σκοπό έχουν την προσπάθεια απεξάρτησης όσων συνεχίζουν να βρίσκονται κάτω από την επήρεια των πνευματικών ΄΄ουσιών’’ της θρησκείας.
    Παρόλα αυτά, ο αγώνας είναι σκληρός και, μέχρις στιγμής, άνισος. Οι κατέχοντες την κοσμική εξουσία, ισχυρίζονται ότι βρίσκονται σε αυτήν την θέση, με την εντολή και τις ευλογίες του Πανάγαθου, και ανθίστανται σθεναρά, για να μην χάσουν τα κεκτημένα τους.  Πολεμούν λυσσαλέα κάθε άτομο που τάσσεται εναντίον τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα προνόμιά τους. Έχοντας για σύμμαχό τους το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τους αφελείς οπαδούς τους, λασπολογούν εναντίον των ‘’εχθρών’’ τους, ελπίζοντας στην οριστική επικράτησή τους, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Στον αγώνα αυτόν, σκέφτηκα να συμβάλω κι εγώ, δημιουργώντας ένα νέο λογοτεχνικό είδος, την ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ, με το οποίο θα επιχειρήσω να κριτικάρω και να σατιρίσω τη θρησκεία και τους εκπροσώπους της και να σπείρω το σπόρο της αμφιβολίας σε κάθε σκεπτόμενο μυαλό. Ελπίζω, στην προσπάθεια αυτή,  να συμμετάσχουν και άλλοι φίλοι, που έχουν τις ίδιες ανησυχίες και διαπνέονται από τις ίδιες ιδέες.





                         

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΤΥΧΕΡΟ ΦΛΟΥΡΙ

    Δεν είναι μυστικό ότι, όλοι μας ανεξαιρέτως, επιθυμούμε να μας τύχει το φλουρί της βασιλόπιτας, στο ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς, σας πληροφορώ όμως ότι, πέραν της όποιας αξίας του σαν νόμισμα, κανέναν άλλο ρόλο δεν παίζει στη ζωή μας. Τα περί καλοτυχίας, γουριού, κ.λ.π., είναι δημιούργημα της αρρωστημένης φαντασίας αυτών που πιστεύουν σε αόρατα όντα, είναι φαντασιώσεις όσων πιστεύουν στις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες! Τρανταχτό παράδειγμα, το βιωματικό γεγονός που θα σας περιγράψω, ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη μετά την πρωτοχρονιά του 2012.
    Παραμονή πρωτοχρονιάς και, στο ρεβεγιόν που κάνω στο σπίτι μου, παρευρίσκεται και η θεία μου η Αμαλία, με τον σύζυγό της Μανώλη. Στις δώδεκα ακριβώς, κόβουμε τη βασιλόπιτα και το φλουρί πέφτει στο Μανώλη, Το τι χαρά έκανε εκείνος, δεν περιγράφεται. Το έλεγε και το ξανάλεγε, πόσο τυχερός ήταν. Πέρασε η πρωτοχρονιά και, την επόμενη μέρα, μας παίρνει τηλέφωνο και μας λέει ότι η Αμαλία είχε εξαφανιστεί. Τρέξαμε στα Πατήσια που έμενε το ζευγάρι, ψάξαμε από εδώ, ψάξαμε από εκεί, και στο τέλος μάθαμε τι είχε συμβεί. Η θεία Αμαλία, είχε βγει το πρωί να πάει στο κομμωτήριο και, καθώς πήγε να διασχίσει την οδό Χαλκίδος, μια μοτοσυκλέτα την έστειλε στον άλλο κόσμο!
    Τι άλλο θέλετε, για να πεισθείτε ότι όλα στη ζωή μας είναι θέμα συμπτώσεων, κι ότι οι πεποιθήσεις για γούρια και τυχερά αντικείμενα είναι άνευ ουσίας;