Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΑ ΒΡΕΧΗ

Τα παλιά χρόνια, η Βρέχη ήταν ένα απομονωμένο χωριό στις παρυφές του όρους των Τελετών, τα τελευταία χρόνια όμως απλώθηκε, μεγάλωσε και χωρίστηκε στα δύο, αποτελώντας πλέον δυο ξεχωριστά χωριά, την Βρέχη και την Πέρα Βρέχη. Οι κάτοικοι και των δυο χωριών ήταν στην πλειοψηφία στους απόγονοι των Βρεχιωτών, σιγά-σιγά όμως, και ιδιαίτερα στην Πέρα Βρέχη, είχαν αρχίσει να συρρέουν και να εγκαθίστανται και άνθρωποι από άλλες περιοχές της χώρας. Στην Βρέχη υπήρχαν δυο μεγάλες εκκλησίες και πολλά παρεκκλήσια, ενώ στην Πέρα Βρέχη δεν υπήρχαν εκκλησίες, αλλά δυο σχολεία, ένα ξενοδοχείο, ένα γήπεδο μπάσκετ, μια μεγάλη βιβλιοθήκη, πολιτιστικό κέντρο και δυο θέατρα. Το ένα από αυτά ήταν υπαίθριο, σε στυλ αρχαιοελληνικού θεάτρου. Το καλοκαίρι στη Βρέχη γίνονταν παραδοσιακά πανηγύρια στη μνήμη κάποιων αγίων, ενώ στην Πέρα Βρέχη γίνονταν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, με συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, και πολλά άλλα δρώμενα. Η αιτία της πολιτιστικής διαφορετικότητας των δυο οικισμών ήταν προφανής. Στη Βρέχη ζούσαν κατά κανόνα θρησκευόμενοι, ενώ στην Πέρα Βρέχη ζούσαν κυρίως άνθρωποι με υλιστικές απόψεις. 
Το καλό ήταν ότι οι κάτοικοι και των δυο χωριών ζούσαν ειρηνικά και σέβονταν οι μεν τον τρόπο ζωής των δε. Ουδέποτε είχε υπάρξει αντιπαράθεση ή φιλονικία μεταξύ τους. Το μοναδικό πρόβλημα ήταν τα σχολεία. Τα παιδιά της Βρέχης, λόγω έλλειψης σχολείου στο δικό τους χωριό, ήταν αναγκασμένα να φοιτούν στα σχολεία του διπλανού χωριού, κάτι που δεν άρεσε στους γονείς τους, και κυρίως στους ιερείς, αφού στα σχολεία αυτά δεν διδάσκονταν θρησκευτικά. Για το ζήτημα αυτό είχαν αντιδράσει έντονα οι δυο παπάδες των εκκλησιών, καθώς διαπίστωναν τη σταδιακή, χρόνο με το χρόνο, μείωση του ποιμνίου. Είχαν κάνει διαβήματα στο υπουργείο, αλλά δεν είχαν καταφέρει να πετύχουν την πολυπόθητη γι' αυτούς επαναφορά του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία της Πέρα Βρέχης. Έτσι, κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργία, δεν παρέλειπαν να καυτηριάσουν τον τρόπο ζωής των κατοίκων του αδελφού χωριού, αποκαλώντας αυτούς άθεους και οπαδούς του σατανά. Το ευτύχημα ήταν ότι οι πιστοί δεν ασπάζονταν εντελώς τις απόψεις των ιερέων τους, θεωρώντας τις κάπως υπερβολικές, διαφορετικά τα πράγματα θα εκτροχιάζονταν και θα έπαυε η αρμονική συνύπαρξή τους. Σε αυτό βέβαια είχε συντελέσει και ο πολιτισμένος τρόπος εκδήλωσης και έκφρασης των τέκνων τους, τα οποία, όχι μόνο δεν εμφάνιζαν σημάδια βιαιοπραγίας ή ανήθικης  συμπεριφοράς, αλλά μελετούσαν περισσότερο και έδειχναν μεγάλο ζήλο για μόρφωση. Ταυτόχρονα, εκτός από τον χρόνο που διέθεταν για παιχνίδι, γέμιζαν τις ελεύθερες ώρες τους και με άλλα ενδιαφέροντα (διάβασμα στη βιβλιοθήκη, μουσική, υποκριτική, αθλοπαιδείες, κ.λ.π.). Έτσι, οι κάτοικοι της Πέρα Βρέχης, είχαν αποδείξει έμπρακτα στους συγχωριανούς τους της Βρέχης, ότι η ηθική, η ειρηνική συνύπαρξη, η σωστή διαπαιδαγώγηση και ο σεβασμός στη ζωή και στον συνάνθρωπο, μπορούσαν θαυμάσια να υπάρξουν και χωρίς τη φοβέρα της τιμωρίας από κάποιο αόρατο ον.
Παρόλα αυτά, το κήρυγμα μίσους των ρασοφόρων συνεχιζόταν κανονικά. Οι μισάνθρωποι αυτοί, είχαν λυσσάξει που έχαναν συνεχώς οπαδούς, και είχαν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου συκοφαντία των ενηλίκων της Πέρα Βρέχης. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να παροτρύνουν τους πιστούς να μην ξαναστείλουν τα παιδιά τους στα διπλανά, στα σατανικά σχολεία, όπως είχαν το θράσος να τα αποκαλέσουν.
Η απαίτηση αυτή, είχε σαν αποτέλεσμα να εξαγριώσει τα παιδιά, μόλις το πληροφορήθηκαν. Έτσι, όσα από αυτά συνήθιζαν να πηγαίνουν ακόμα στην εκκλησία τις Κυριακές, δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους εκεί, παρόλες τις προσπάθειες που έκαναν οι γονείς τους, για να τα μεταπείσουν, γκρεμίζοντας ταυτόχρονα και τις ελπίδες των ρασοφόρων για αντιστροφή του αντιθρησκευτικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί. Απογοητευμένοι λοιπόν από τις ατελέσφορες προσπάθειές τους, κλείστηκαν στο καβούκι τους και περιορίστηκαν στη διεκπεραίωση του τελετουργικού του δόγματός τους. 

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο μου!

    Ο Τιμολέων συγκλονίστηκε. Απέναντί του, όσο κι αν του φαινόταν απίστευτο, καθόταν στο θρόνο του ο ίδιος ο πατέρας των αρχαίων θεών. Περιγραφές για το περιβόητο εκείνο άγαλμα-που θεωρείτο το σπουδαιότερο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-είχε διαβάσει πολλές, καμιά τους όμως δε μπορούσε ν’ αποδώσει με ακρίβεια, αυτό που αντίκριζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια του. Με συνολικό ύψος πάνω από δώδεκα μέτρα, το αριστοτεχνικό δημιούργημα του Φειδία, άφηνε άναυδο όποιον το αντίκριζε.
    Ο Τιμολέων άργησε να συνέλθει. Όταν μετά από μερικά λεπτά το κατάφερε, πλησίασε κοντύτερα. Έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες φωτισμού του ναού, δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει πάνω σ’ εκείνο το μοναδικό έργο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Τα υλικά κατασκευής του, το μέγεθός του, την αριστουργηματική σύνθεσή του, ή το απαράμιλλο κάλλος του;
    Με σώμα φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο και μανδύα, σανδάλια, γένια και μαλλιά από ατόφιο χρυσάφι, το άγαλμα δεν είχε μόνο μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και ανυπολόγιστη οικονομική αξία. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο μ’ έναν αετό στην κορυφή του, στο δε δεξί υποβάσταζε το χρυσό άγαλμα της Νίκης. Τα μαλλιά του ήταν στεφανωμένα με χρυσό κλαδί ελιάς, ο δε θρόνος στον οποίο αναπαυόταν ήταν κι αυτός καμωμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό.
    Ο Τιμολέων δεν ήταν θρησκόληπτος και πολύ περισσότερο δεν ήταν ειδωλολάτρης. Η εικόνα όμως που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ήταν απίστευτη.  Κάτι μέσα του, του ταρακούνησε τα πιστεύω του. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη ανάταση της ψυχής του και κατάλαβε ότι υπήρχαν καταστάσεις και πράγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την περιορισμένη ανθρώπινη οπτική τους.
    Το  αντίκρισμα λοιπόν του δημιουργήματος του Φειδία, ήρθε να του επιβεβαιώσει το μεγαλείο, όχι κάποιου κατασκευασμένου Θεού, αλλά του ίδιου του Ανθρώπου. Το επιβλητικό εκείνο αριστούργημα, που όμοιό του δεν θα ξαναφτιαχνόταν ποτέ πάνω στη γη, το είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά.
    Έτσι, νιώθοντας απέραντο θαυμασμό για τον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Φειδίας και, ωθημένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία.