Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΘΑΡΟΥ

 Διήγημα από τη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ


     Η αλήθεια ήταν ότι άργησε λίγο να συνειδητοποιήσει ποιον ακριβώς είχε δει. Ο ένας λόγος ήταν ότι, καθώς ήταν απασχολημένη με την  τακτοποίηση των τσαντών με τα εμπορεύματα στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της, είδε κάπως φευγαλέα το μαύρο τζιπ που πέρασε δίπλα της. Ο δεύτερος, και ίσως πιο σημαντικός, ήταν ότι ο οδηγός εκείνου  του αυτοκινήτου, μπορεί βέβαια να της φάνηκε γνωστός, δεν το θεώρησε όμως λογικό να είχε συμβεί πραγματικά. Το μυαλό της αρνιόταν να δεχτεί ότι είχε αντικρίσει ζωντανό έναν άνθρωπο που γνώριζε καλά ότι είχε πεθάνει!
    Ένιωσε να σοκάρεται. «Δεν είναι δυνατόν», συλλογίστηκε συγκλονισμένη. «Ο  Μενέλαος Κάνθαρος δεν ζει. Πέθανε εδώ και τρεις μήνες πριν, κι εγώ ήμουνα παρούσα στην κηδεία του».
    Ακούμπησε την πλάτη της στο πλάι του οχήματος και σκούπισε με την ανάποδη της παλάμης της τον ιδρώτα που είχε τρέξει στο μέτωπό της. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι είχε κάνει λάθος, κι ότι απλώς είχε δει κάποιον που έμοιαζε με τον  μακαρίτη, όμως μια τόσο τερατώδης σύμπτωση δύσκολα γινόταν αποδεκτή. Ήταν τέτοια η ομοιότητά του με τον Μενέλαο, ώστε μόνον  αν επρόκειτο για κάποιον σωσία του, θα μπορούσε να εξηγηθεί λογικά. Εκείνος πάντως ούτε αδέλφια είχε και τον τελευταίο καιρό έπασχε από μια σπάνια ασθένεια, η οποία και τον οδήγησε τελικά στο θάνατο.
    Έμεινε σε εκείνη τη θέση για πέντε ολόκληρα λεπτά, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και να τιθασεύσει τα συναισθήματά της. Όταν τελικά κατάφερε να ηρεμήσει κάπως, σκέφτηκε ότι ο μοναδικός άνθρωπος, στον οποίο θα μπορούσε να προστρέξει, ήταν ο παπά-Λάμπρος. Χρειαζόταν επειγόντως βοήθεια και ψυχολογική στήριξη, και ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε να της τα προσφέρει, ήταν ο σοφός ιερωμένος.
    Μετέφερε τα ψώνια στο σπίτι της και αμέσως μετά επισκέφτηκε το σπίτι του παπά. Χτύπησε με χέρι που έτρεμε το κουδούνι και περίμενε να της ανοίξουν. Της άνοιξε η οικονόμος. «Καλημέρα, κυρία Άντζελα», την υποδέχτηκε με θέρμη. «Πώς από εδώ;»
    «Καλημέρα, Σημέλα. Πρέπει να μιλήσω επειγόντως με τον ιερέα. Είναι μέσα;»
    «Εδώ είναι. Περάστε στο σαλόνι να καθίσετε, κι εγώ πηγαίνω να τον ειδοποιήσω».
    Δυο λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ο παπάς. Η Άντζελα σηκώθηκε όρθια και του φίλησε ευλαβικά το χέρι. «Πώς ήταν  αυτό, τέκνον μου;» τη ρώτησε με τη βαθειά φωνή του. «Τι σου συμβαίνει;»
    Κάθισαν  αντικριστά και η Άντζελα άρχισε να του εξιστορεί το εξωφρενικό συμβάν με τον μακαρίτη. «Πού να σας τα λέω, πάτερ μου; Πριν από λίγη ώρα, έξω από το σούπερ μάρκετ, ποιον φαντάζεστε ότι είδα; Τον ίδιο τον Μενέλαο Κάνθαρο, αυτοπροσώπως».
    «Μα τι είναι αυτά που λες τώρα; Πώς είναι δυνατόν; Μιλάς για εκείνον τον μοναχικό τύπο, που κηδέψαμε τρεις μήνες πριν;»
    «Μάλιστα, πάτερ, γι αυτόν ακριβώς σας μιλάω. Όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο, τον είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Λέτε να… αναστήθηκε;»
    «Είσαι βέβαιη; Μήπως έκανες λάθος; Μήπως δεν πρόσεξες καλά;»
    «Είμαι απόλυτα βέβαιη. Να φανταστείτε, είδα ακόμα και την ελιά που ο μακαρίτης είχε στο αριστερό του μάγουλο. Αποκλείεται να έκανα λάθος. Πιστεύω λοιπόν ότι αναστήθηκε».
    «Δεν ξέρω τι να πω», είπε ο ιερέας και σήκωσε τα χέρια του ψηλά. «Η ανάσταση των νεκρών είναι βέβαια μια κατάσταση αποδεκτή από τη θρησκεία μας, κάτω όμως από συγκεκριμένες συνθήκες και υπό προϋποθέσεις. Απ’ ό, τι γνωρίζω, ο μακαρίτης, όσο ζούσε, ούτε ιδιαίτερα πιστός ήταν, ούτε είχε να επιδείξει κάποιο φιλανθρωπικό έργο…»
    Έκανε μια μικρή παύση, σούφρωσε το στόμα του και, τελικά, αποφάνθηκε με περισπούδαστο ύφος: «Εκτός αν… τον ανέστησε ο σατανάς».
    Η Άντζελα, ακούγοντας την τελευταία του φράση, κιτρίνισε ολόκληρη: «Ανασταίνει και ο εξαποδώ;» ρώτησε με  τρεμάμενη φωνή.
    «Ο διάβολος, τέκνον μου, αντιμάχεται με κάθε μέσον τον Ύψιστο και ορισμένες φορές τον αντιγράφει, για  να αποδείξει ο τρισκατάρατος ότι είναι πιο δυνατός από Εκείνον και να εξαπατήσει τους ανθρώπους. Ο  μόνος τρόπος λοιπόν να εξακριβώσουμε τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτήν την περίπτωση, είναι να πεταχτείς μέχρι το σπίτι του και να συζητήσεις μαζί του».
    «Με κάνετε και  τρομάζω, πάτερ. Πώς να τολμήσω κάτι τέτοιο; Δεν σας το κρύβω ότι φοβάμαι πολύ».
    «Μη  φοβάσαι τίποτα. Πήγαινε εκεί οπλισμένη με την πίστη σου στο Θεό. Πριν σου  ανοίξει, κάνε τρεις φορές το σταυρό σου και ο Μεγαλοδύναμος θα σε προστατεύσει. Νομίζω μάλιστα ότι  πρέπει  να πας αμέσως τώρα.  Δεν πρέπει να χρονοτριβούμε. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό».
    Η Άντζελα ακολούθησε τη συμβουλή του πνευματικού της και με βαριά καρδιά ξεκίνησε για το σπίτι του Μενέλαου. Η εκδοχή να είχε  επανέλθει στη ζωή με τη βοήθεια του διαβόλου, ουδόλως την ενθουσίαζε. Πλησίασε δειλά στην εξώπορτα και χτύπησε διστακτικά το κουδούνι. Σταυροκοπήθηκε  τρεις φορές, ψέλλισε και μερικά ξόρκια και περίμενε με αγωνία την εμφάνιση του Μιλτιάδη.
    Όταν κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε, είδε να εμφανίζεται μπροστά της ο ίδιος ο μακαρίτης, και  να την υποδέχεται χαμογελαστός: «Καλώς την κυρία Άντζελα», της είπε, κι εκείνη κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.
    «Γεια σου Μιλτιάδη», κατάφερε με δυσκολία να αρθρώσει. «Τι συμβαίνει με σένα; Αφού πέθανες, πώς γίνεται να έχεις  ξαναγυρίσει στη ζωή;»
    «Κατ, αρχάς, δεν με λένε Μιλτιάδη», της απάντησε εκείνος. «Ο Μιλτιάδης είναι νεκρός. Εγώ είμαι ένα αντίγραφό του ή, αν θέλεις να σου το πω επιστημονικά, ένας κλώνος του. Απλώς μου έχουν εμφυτεύσει τις αναμνήσεις του».
    Η Άντζελα δεν πίστευε στα αυτιά της. Τα λεγόμενά του, της επιβεβαίωσαν την υπόθεση του παπά-Λάμπρου, περί ανάστασής του από τον διάβολο. Και μόνο σε αυτή τη σκέψη τρομοκρατήθηκε. Το μόνο που ήθελε πλέον ήταν να εξαφανιστεί το γρηγορότερο από εκείνο το μέρος.                             Έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε τρέχοντας, με προορισμό το σπίτι του παπά.  Έφτασε εκεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε και μπήκε μέσα λαχανιασμένη. Με τρεμάμενη φωνή, άρχισε να εξιστορεί στον ιερέα τη στιχομυθία της με τον Μιλτιάδη. Όταν τελείωσε, ο παπάς στήριξε το πηγούνι του με το χέρι του και παρέμεινε για λίγο σιωπηλός και σκεφτικός.
    «Τι σκέφτεστε; Τι πρέπει να κάνουμε;» ρώτησε η Άντζελα με ανυπομονησία, προσπαθώντας να εκβιάσει μιαν απάντηση.
    Ο ιερέας αγνόησε την ερώτησή της και, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια, είπε σαν να μονολογούσε: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για εκείνον, κι ότι δεν τον ανέστησε ο Κύριος, αλλά ο εωσφόρος, μέσω της επιστήμης, η οποία, όπως ξέρεις, αποτελεί μία από τις μεθόδους του. Είναι γνωστό στους κύκλους της εκκλησίας ότι η επιστήμη είναι το δεκανίκι του τρισκατάρατου».
    Γυρίζοντας προς το μέρος της, τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη και της είπε: «Πήγαινε τώρα στο σπίτι σου να κάνεις τις δουλειές σου και να ξεκουραστείς, και τα μεσάνυχτα έλα να με βρεις έξω από το σπίτι του. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω».
    Η Άντζελα έμεινε με την απορία, για το τι ακριβώς επρόκειτο να κάνουν, εκείνος όμως ήξερε πως θα ενεργούσαν. Από τα πολύ παλιά χρόνια, η εκκλησία γνώριζε καλά τη μέθοδο καταπολέμησης των δημιουργημάτων του διαβόλου, κι αυτήν ακριβώς τη μέθοδο θα χρησιμοποιούσε κι εκείνος σε αυτήν την ιδιαίτερη περίπτωση. Ένα δοχείο με βενζίνη και μερικά στουπιά ήταν υπεραρκετά!

                                  …………………………..

    Ο κλώνος του Μιλτιάδη έκλεισε τον υπολογιστή, χασμουρήθηκε δυνατά, κι ετοιμάστηκε να μπει στο μπάνιο, όταν άκουσε το συναγερμό του συστήματος εξωτερικής παρακολούθησης να ηχεί διακριτικά! Τον είχε ρυθμίσει έτσι, για να μην τον ακούν απ’ έξω και αντιλαμβάνονται ότι παρακολουθούνται. Έτρεξε γρήγορα στο χολ και κοίταξε στις οθόνες του υπερσύγχρονου συστήματος, για να δει τι κατέγραφαν οι κάμερες. Παραξενεύτηκε όταν είδε έναν παπά, συνοδευόμενο από τρεις πολίτες, δυο άντρες και μια γυναίκα, να κρατάει ένα θυμιατό και να λιβανίζει το σπίτι, δυο-τρία μέτρα έξω από την κεντρική είσοδο. Όταν πρόσεξε ότι οι συνοδοί του κρατούσαν στα χέρια τους ένα δοχείο και μερικά στουπιά, δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει τις προθέσεις τους. Αντέδρασε αστραπιαία, καθώς δεν υπήρχε χρόνος για ερωτήσεις και συμπεράσματα. Κάλεσε αμέσως την πυροσβεστική και την αστυνομία και, τη στιγμή που η παράξενη ομάδα άρχισε να επιδίδεται στο εγκληματικό της έργο, τραβήχτηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού και βγήκε γρήγορα στον ακάλυπτο χώρο από την πίσω πόρτα.
    Πέρασε προσεκτικά από τον πλαϊνό εξωτερικό διάδρομο, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, και εμφανίστηκε στη μπροστινή πλευρά. Είδε με τρόμο τους εμπρηστές να έχουν ήδη αρχίσει το καταστροφικό τους έργο, η ταυτόχρονη όμως άφιξη πυροσβεστικής και αστυνομίας, τον καθησύχασε. Οι πυροσβέστες έσβησαν σχεδόν αμέσως τη φωτιά, πριν αυτή εξαπλωθεί σε όλο το οίκημα, και οι τέσσερις αστυνομικοί είχαν περικυκλώσει τους εμπρηστές και τους επέπλητταν φωναχτά. Πλησιάζοντας κοντά, πρόσεξε και την παρουσία ενός άλλου, κλειστού αυτοκινήτου, πράσινου χρώματος, το οποίο δεν γνώριζε τι αντιπροσώπευε.
    Πριν προλάβει να μιλήσει με τους αστυνομικούς, τους είδε να σπρώχνουν τους τέσσερις επίδοξους εμπρηστές προς το μέρος του πράσινου αυτοκινήτου. Δεν κατάλαβε τι γινόταν. Το αυτοκίνητο εκείνο δεν ήταν της αστυνομίας, ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Για ποιο λόγο λοιπόν τους ωθούσαν προς τα εκεί;
    Πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο, είδε τρεις άντρες με πράσινες στολές να κατεβαίνουν από το όχημα, να φορούν κάτι παράξενα ρούχα στους συλληφθέντες και να τους επιβιβάζουν σε αυτό. Περνώντας από δίπλα, διάβασε την επιγραφή που βρισκόταν γραμμένη με άσπρα γράμματα στο πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου, και τότε τα κατάλαβε όλα. ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ ΨΥΧΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ, έγραφε η επιγραφή και μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι, τα ρούχα που τους είχαν φορέσει πριν τους επιβιβάσουν, ήταν ζουρλομανδύες!