Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η ΣΦΑΛΙΑΡΑ

    Υπάρχουν περιπτώσεις όπου, η ήπια χρήση βίας, επιφέρει θετικά αποτελέσματα. Δεν είμαι θιασώτης της βίας, ειδικά σε βάρος των ανηλίκων, διαβάστε όμως τη συνέπεια που είχε μια μικρή σφαλιάρα στον φίλο μου Λουκά, κάπου πενήντα χρόνια πριν. Εγώ τότε πήγαινα στην πρώτη Λυκείου και ο Λουκάς στη δευτέρα Γυμνασίου. Η πάμπτωχη οικογένειά του, διέμενε στο ημιυπόγειο, κάτω ακριβώς από το σπίτι μας στα Πατήσια. Κάναμε πολλή παρέα τότε, όπως και για αρκετά χρόνια μετά, πηγαίναμε μαζί στα Αγγλικά και, γενικά, είχαμε πολλά κοινά!
    Ένα μεσημέρι, είχα επιστρέψει από το σχολείο και τακτοποιούσα τα βιβλία μου, όταν τον αντίκρισα να μπαίνει κατηφής μέσα στο δωμάτιό μου και να μου λέει με μια δόση απογοήτευσης: "Δεν πρόκειται να ξαναπάω σχολείο". 
    Εγώ έμεινα άναυδος. Δεν περίμενα ότι θα άκουγα κάτι τέτοιο από το στόμα του. "Γιατί το λες αυτό;" τον ρώτησα. "Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, αλλά δεν θέλω να ξαναπάω", μου δήλωσε κατηγορηματικά.
    Η αλήθεια ήταν ότι νευρίασα. Γνωρίζοντας την άθλια οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του και όντας βέβαιος ότι εκείνος είχε όλα τα προσόντα για να μορφωθεί ώστε να ξεφύγει από τη μιζέρια, δεν μπόρεσα να δεχτώ μια τέτοια απόφαση. Τη θεώρησα εντελώς ανόητη και επιπόλαιη. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση και ενστικτώδης. Του έριξα μια σφαλιάρα και του είπα με αυστηρό ύφος: "Μην το ξανακούσω αυτό από το στόμα σου, γιατί θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο. Θα πας στο σχολείο και θα πεις κι ένα τραγούδι, κατάλαβες;"
    Αν θέλετε πιστέψτε το, αν θέλετε όχι. Ο Λουκάς δεν ξαναμίλησε γι' αυτό το θέμα, συνέχισε το σχολείο του κανονικά, τελείωσε και το Λύκειο, πέρασε στη Νομική, έκανε και μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και, τελικά, έγινε δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω.Αργότερα προσλήφθηκε και σαν νομικός σύμβουλος στην Πολιτική Αεροπορία και έφτιαξε μια χαρά τη ζωή του. Όποτε συναντιόμαστε, μου το θυμίζει ο ίδιος: "Σου είμαι ευγνώμων, επειδή χάρη σε σένα δεν εγκατέλειψα το σχολείο, διαφορετικά, ποιος ξέρει πού θα βρισκόμουν τώρα;"
    Εγώ πάλι αναπολώ εκείνη τη σκηνή και δεν μετανιώνω για την πράξη μου. Καθώς οι γονείς του Λουκά τότε, εργάζονταν νυχθημερόν για να τα βγάλουν πέρα, δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος για να επιβλέπει τον κανακάρη τους. Η επέμβασή μου, αν και κάπως αντιπαιδαγωγική (εξάλλου, κι εγώ παιδί ήμουν ακόμα), επέφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ... ΑΛΚΗΣ

 ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ μεταφυσικής παράνοιας ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ''

    Ο Άλκης  ήταν ένα πανέξυπνο παιδί, γεννημένο σε μια δύσκολη εποχή, κατά την οποίαν οι περισσότεροι πολίτες της χώρας ήταν φτωχοί. Αν και ανήκε σε μια πολύτεκνη, επαρχιακή οικογένεια, οι γονείς του έκαναν τα πάντα για να μην αφήσουν αυτόν και τα υπόλοιπα αδέλφια του νηστικά. Εργάζονταν αγόγγυστα νυχθημερόν στα χωράφια, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαί για τα τέκνα τους. Κι ενώ τα υπόλοιπα παιδιά ικανοποιούνταν με την τροφή που τους παρείχαν οι γονείς τους, ο Άλκης ένιωθε μονίμως να πεινάει. Ενώ έτρωγε ακριβώς την ίδια ποσότητα φαγητού με τα αδέλφια του, λίγη ώρα μετά το σήκωμα από το τραπέζι, το αίσθημα της πείνας εμφανιζόταν μέσα στο στομάχι του και του δημιουργούσε ένα βασανιστικό συναίσθημα. Ήταν ένα πρόβλημα, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ιατρικά, αλλά πού σκέψη τότε για τρέξιμο σε ειδικούς. Εξάλλου δεν υπήρχε και η οικονομική δυνατότητα.
    Έτσι, όταν ο Άλκης τελείωσε το δημοτικό και πήγε στο γυμνάσιο, οι γονείς του τον έκλεισαν εσωτερικό σε κάποιο εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Υπέθεσαν ότι εκεί μέσα θα λυνόταν το πρόβλημα του βλασταριού τους με την πείνα, ενώ επί πλέον πίστευαν ότι θα του δινόταν και η δυνατότητα να προχωρήσει στα γράμματα, αφού φαινόταν καθαρά ότι είχε έφεση στη μάθηση.
    Εγκαταστάθηκε λοιπόν το παιδί στον καινούριο του χώρο, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα περνούσε και τόσο ευχάριστα εκεί μέσα. Από τη μια ήταν η καταπίεση που ένιωθε από ένα τόσο υπερσυντηρητικό περιβάλλον, κι από την άλλη ήταν ότι, το πρόβλημά του με την πείνα, όχι μόνο δεν λύθηκε, αλλά διογκώθηκε, καθώς η ποσότητα της τροφής που τους χορηγούσαν εκεί, ήταν μικρότερη από εκείνην που λάβαινε στο σπίτι της οικογένειάς του. Έτσι, προσπαθούσε να βρει τη διέξοδο από όλα αυτά, διαβάζοντας. Τα απογεύματα μάλιστα, έπαιρνε τα βιβλία του παραμάσχαλα και χωνόταν μέσα στην εκκλησία του οικοτροφείου, για να διαβάσει με ησυχία, κάτω από το ασθενικό φως των καντηλιών.
    Ένα απόγευμα, καθώς μελετούσε, άκουσε την πόρτα του ναού να ανοίγει και κρυφοκοίταξε πίσω από την κολόνα, για να δει ποιος ήταν. Είδε την κυρά-Φρόσω, την υπεύθυνη των μαγειρίων και της τραπεζαρίας, να μπαίνει μέσα, να σταυροκοπιέται συνεχώς και να κατευθύνεται κοντά στην Ωραία Πύλη. Ο Άλκης λούφαξε για να μην γίνει αντιληπτός και την είδε να στέκεται μπροστά στην εικόνα ενός αγίου και να λέει: «Άγιε μου, Αθανάσιε, αμάρτησα. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, κι εγώ θα κάνω ό, τι μου ζητήσεις, για να εξιλεωθώ».
    Ο Άλκης, ακούγοντας αυτά από το στόμα μιας ώριμης γυναίκας,  κόντεψε να σκάσει στα γέλια, η παράκλησή της όμως στον άγιο, του έδωσε μια ιδέα, την οποία αποφάσισε να βάλει αμέσως σε εφαρμογή. Χοντραίνοντας τη φωνή του, όσο περισσότερο μπορούσε, φώναξε δυνατά: «Για να συγχωρεθείς, καλή μου γυναίκα, θα πρέπει στο εξής να δίνεις διπλή μερίδα φαγητό στον μαθητή Άλκη».
    Η κυρά-Φρόσω έπεσε συγκλονισμένη στα γόνατα, σταυροκοπήθηκε επιδεικτικά και έδωσε μια μεγάλη υπόσχεση στον άγιο: «Θα κάνω ό, τι μου λες, Άγιε. Σου το υπόσχομαι».
    Από την επόμενη μέρα, η ζωή του Αλκη άλλαξε προς το καλύτερο. Μόλις η κυρά-Φρόσω έβλεπε ότι άδειαζε το πιάτο του, στεκόταν από πάνω του και τον ρωτούσε: «Άλκη, θέλεις λίγο φαγητό ακόμα;»
    Αυτό συνεχίστηκε για μια ολόκληρη εβδομάδα, προξενώντας όμως την εύλογη απορία των υπόλοιπων παιδιών, τα οποία προσπαθούσαν να εξηγήσουν τους λόγους αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης της τραπεζοκόμας στον Άλκη. Τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν, εκείνος όμως το έπαιζε ανήξερος. Ώσπου μια μέρα, υπέκυψε στις επίμονες ερωτήσεις του φίλου του Κώστα, και του αποκάλυψε τη σκηνή-φάρσα που είχε διαδραματιστεί στην εκκλησία.
    Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλον τον παιδικό πληθυσμό του οικοτροφείου, και φυσικά έφτασε γρήγορα και στα αυτιά των υπευθύνων. Το αποτέλεσμα της απερισκεψίας του Άλκη να αποκαλύψει το μυστικό του στους άλλους, αποδείχτηκε ολέθριο για τον ίδιο. Τον μετέφεραν αμέσως σε άλλο χώρο, μακριά από το οικοτροφείο, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να χάσει το επιπλέον φαγητό, αλλά να αναγκάζεται να περπατά αρκετά καθημερινά, για να πάει στο σχολείο.
    Όσο για την κυρά-Φρόσω, αυτή ήταν αναγκασμένη, κάθε φορά που έμπαινε στην τραπεζαρία, να έρχεται αντιμέτωπη με τα ειρωνικά χαμόγελα των παιδιών και να υπομένει στωϊκά τις, γεμάτες νόημα, επικριτικές ματιές τους.



Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ

 ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ από τη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.

ΤΟΥ  ΒΑΣΙΛΗ  ΣΑΚΚΑ

    Δουλειά δεν είχε ο διάολος κι έβαλε τον Βασίλη στο μάτι. Σε κάποιο καράβι του Καραγεωργη το MV MESS ARETI τον έψησε για συνεργασία. Κάποιο βράδυ σε κάποιον ωκεανό στη μέση του πουθενά, που λένε, του τα έριξε.  «Δεν κάνεις Βασίλη ότι μιλάω μαζί σου δυο-τρεις φορές την εβδομάδα; Έτσι να δούμε πόσους φιλάθλους έχει ο Ουβραίος Θεός στο καράβι, βρε αδερφέ».
    Άλλο που δεν ήθελε ο Βασίλης που ήταν φτυστός του Lusifer στις σκανδαλιές και, μιας και βαριόταν τα μεγάλα ταξίδια, του έφεξε.  «Ναι αμέ, ξεκινάμε και από σήμερα το βράδυ άμα γουστάρεις»,  του είπε. Νύχτωσε κάποτε και σκεπτόταν πως να αρχίσει τα Βελζεβουλικά σχέδιά του. Ήπιε και δυο-τρία ουισκάκια, έστριψε και τσιγαριλίκι για σιγουριά, για  να δουλέψει η γκλάβα του και κατά τη μια τη νύχτα το βρήκε. Η καμπίνα του ηταν ακριβώς δίπλα στου Κυριάκου του ανθυποπλοίαρχου, που ήταν ταγμένος, φανατικός Θεούσος, με τα λιβάνια, τα σταυρουδάκια, τα γούρια, τις άγιες φυλλάδες, τα κομποσχοίνια και τα εικονίσματα. Ιερός ναός η καμπίνα του Κυριάκου. Θα γινόταν της αγίας Κυριακής. Πετάχτηκε λοιπόν ο Βασιλοβελζεβούλης έξω από την καμπίνα του με το σώβρακο αλαφιασμένος και άρχισε να χτυπά  δυνατά την πόρτα του γείτονα. Ξύπνησε ο Κυριάκος, αντίκρισε τον Βασίλη με κόκκινα μάτια και αφρούς στο στόμα και τρόμαξε,
    «ΤΙ ΕΠΑΘΙΣ ΡΕ; ΤΙ ΧΑΛΙΑ ΕΧΣ; ΑΡΩΣΤΣΙΣ;» ρώτησε με την ιδιαίτερη προφορά της πατρίδας του.  «Όχι, όχι Κυριάκο», του είπε. «Κάποιος χθες το Βράδυ κι απόψε, μου μιλάει μέσα από τη ντουλάπα μου. Επάνω εκεί που είναι το σωσίβιο. Δεν αντέχω άλλο.  Θα τρελαθώ, φοβάμαι απόψε».
    «ΚΙ ΤΙ ΣΙ ΛΕΕΙ; ΠΑΜΙ ΣΝ ΚΑΜΠΙΝΑΣ ΝΑ ΜΙ ΔΕΙΞ ΑΠ ΠΟΥ ΣΙ ΜΙΛΑΕΙ».
    «Να Κυριάκο, από εκεί ψηλά ανοίγει και κλείνει η ντουλάπα, όταν μου μιλάει μια γλυκιά φωνή. ‘’ΜΟΥ ΛΕΕΙ, ΒΑΣΙΛΗ ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ; Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΑΕΙ. ΜΟΝΟΝ ΕΓΩ ΣΕ ΑΓΑΠΩ. ΠΑΡΑΤΑ ΤΟΝ’’
    Είδε ο Κυριάκος τα συμπτώματα του Βασίλη και σιγουρεύτηκε ότι ο φίλος του δαιμονίστηκε. Και μιας που είχε πείρα στο παρελθόν από εξορκισμούς και μάγια,  του είπε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, για να τον διαβάσει. Ετοίμασε και λιβάνια, σταυρούς, μαντζούνια και φυλαχτά, να του τα δώσει. Πήρε και μια άγια φυλλάδα και άρχισε να τον καταβρέχει με μαντζούνια, διαβάζοντάς τον. Μισή ώρα πέρασε και ο Βασίλης δάγκωνε την γλώσσα του για να μην τον πιάσουν τα γέλια. Δεν κρατήθηκε όμως και ξέσπασε σε άγρια γέλια. Σταματημό δεν είχε. Ξύπνησαν και μερικοί άλλοι από τη φασαρία και ήρθαν να δουν τι γινόταν στις δυο η ώρα το πρωί. Κοιτούσαν τον έναν στο κρεβάτι να έχει σκάσει στα γέλια, και τον άλλον με εικόνες και σταυρούς, και απορούσαν.    
    «ΔΙΜΟΥΝΙΣΜΕΝΟΥΣ, ΔΙΜΟΥΝΙΣΜΕΝΟΥΣ», φώναζε ο Κυριάκος. «ΦΙΓΑΤΙ, ΦΙΓΑΤΙ ΑΠ ΙΔΩ. ΑΥΤΟΣ ΠΡΕΠ Α ΞΙΜΠΑΡΚΑΡ ΝΑ ΠΑΕΝ Σ ΙΞΟΥΡΚΙΣΤΗ ΖΝ ΙΛΛΑΔΑ. ΙΓΩ ΔΙΝ ΜΠΟΥΡΩ. ΑΥΤΟΣ ΕΧ ΟΛ ΤΣ ΔΙΑΟΛΙ ΑΠΑΝΟΥ Τα».
    Έφυγε ο Βασίλης για την καμπίνα του, ευχαριστημένος για την συνεργασία του με τον Λούσιφερ. Είχε καταφέρει και είχε κάνει όλο το θεϊκό πλήρωμα άνω-κάτω. Το παράδοξο ήταν ότι, στο λιμάνι που έπιασαν σε λίγες μέρες, δεν ξεμπαρκάρισε ο Βασίλης, αλλά ο Κυριάκος. Υποστήριζε ότι του πονούσαν τα πόδια από τα μάγια, γι’ αυτό θα πήγαινε να του τα λύσει κάποια διάσημη καφεμαντοχαρτορίχτρα, μαζί με έναν άλλο, διάσημο τράγο. 
    Ίσως και να είχε κολλήσει δαιμονάκια από τον Βασίλη!