Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

Ένα μικρό απόσπασμα από την ομώνυμη αστυνομική νουβέλα μου!

    Συναντήθηκαν έξω από την εκκλησία στις οκτώ ακριβώς. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια και ο Φωκίωνας κινήθηκε προς την είσοδο του ναού. Ο Στέλιος Μπρανγκ δεν τον ακολούθησε. Κοντοστάθηκε στο πλατύσκαλο και ρώτησε με σοβαρό ύφος: «Μα καλά, θα μπούμε μέσα;»
    «Ασφαλώς και θα μπούμε μέσα», του διαμήνυσε ο Μπαρόζης. «Πώς αλλιώς θα προσευχηθούμε;»
    «Α, μάλιστα. Και δε μου λες, Φωκίωνα; Οι πολυέλαιοι είναι καλά στερεωμένοι;»
    «Μμ, όλο σαχλά αστεία λες», τον ειρωνεύτηκε η Ειρήνη. «Μπες μέσα και άφησε τις κρυάδες».

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΠΑΤΟΥΝ

ΈΝΑ ΜΙΚΡΟ ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΣΥΜΒΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ΄΄

                ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΠΑΤΟΥΝ

    Είχαν να ειδωθούν χρόνια. Από την εποχή που είχαν συνταξιοδοτηθεί, κάπου πέντε χρόνια πριν. Μιλούσαν κάπου- κάπου στο τηλέφωνο, αλλά δεν είχε τύχει να συναντηθούν. Ξαναμίλησαν το περασμένο καλοκαίρι. Ο Μηνάς βρισκόταν στο εξοχικό του στην Αιγιάλεια, κι ετοιμαζόταν να πάει στη θάλασσα, όταν κουδούνισε το κινητό του. Το άνοιξε και είδε να εμφανίζεται στην οθόνη το όνομα του Κλήμη.
    «Έλα, βρε θηρίο», του είπε, «πού βρίσκεσαι;»
    «Γεια σου, Μηνά. Μου είχες πει ότι έχεις εξοχικό κάπου στην Αιγιάλεια, έτσι δεν είναι;»
    «Και βέβαια. Μη μου πεις ότι είσαι κάπου κοντά;»
    «Είμαι στο Αίγιο και φεύγω για Αθήνα. Μπορώ να περάσω, να περάσουμε δηλαδή, να σας δούμε, φεύγοντας;»
    «Και το ρωτάς; Θα χαρούμε πολύ. Έχουμε χρόνια να τα πούμε από κοντά»
    «Ωραία, λοιπόν. Δώσε μου περιοχή και διεύθυνση και σε λίγο θα είμαστε εκεί».
    Του τα έδωσε, ενημέρωσε και τη γυναίκα του για την επίσκεψη που επρόκειτο να δεχτούν και άνοιξε την γκαραζόπορτα, για να μπει μέσα το αυτοκίνητο του γνωστού του, γιατί φίλο δεν μπορούσες να τον πεις. Δέκα λεπτά αργότερα, το μαύρο AUDI του Κλήμη φάνηκε από τη γωνία. Έφτασε έξω από το εξοχικό και, με υπόδειξη του Μηνά, μπήκε μέσα στην ευρύχωρη αυλή και στάθμευσε δίπλα στις τριανταφυλλιές.
    Χαιρετήθηκαν εγκάρδια, οι συμβίες τους φιλήθηκαν σταυρωτά και αντάλλαξαν τις απαραίτητες φιλοφρονήσεις και πέρασαν μέσα για να ξεναγηθούν στο σπίτι. Μπήκαν από την κεντρική είσοδο της μονοκατοικίας και το φιλοξενούμενο ζευγάρι στάθηκε στη μέση του σαλονιού και θαύμαζε το εσωτερικό του απλού, αλλά καλόγουστα διακοσμημένου χώρου. Το βλέμμα και των δυο νεοφερμένων σταμάτησε στο εικονοστάσι που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο μεγάλο τζάκι. Οι καμιά δεκαριά εικόνες που  κρέμονταν από τον τοίχο, κίνησαν το ενδιαφέρον του ζευγαριού.
    «Ωραίο εικονοστάσι», σχολίασε ο Κλήμης. «Το πράγμα φωνάζει από μακριά ότι αποτελείτε μια ευσεβή, θρησκευόμενη οικογένεια».
    Κοιτάχτηκε με τη γυναίκα του, η οποία κουνούσε με επιδοκιμασία το κεφάλι της, και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Ο Μηνάς δεν γνώριζε καλά τα πιστεύω και τις ιδέες του άλλου. Δεν είχε τύχει να συζητήσουν ποτέ για τέτοια θέματα. Όποτε μιλούσαν, αναφέρονταν σε επαγγελματικά θέματα ή θυμούνταν ιστορίες από τα παλιά. Έτσι, το σχόλιο του πρώην συναδέλφου του, τον ξάφνιασε. Σκέφτηκε πόσο έξω μπορεί να πέσει κάποιος, απλώς και μόνον κρίνοντας από τα όσα βλέπουν τα μάτια του. Εκείνος δεν ήταν θρησκευόμενος, κάθε άλλο μάλιστα. Τις εικόνες τις διατηρούσε εκεί για πολλούς λόγους, οι οποίοι όμως δεν είχαν σχέση με τη θρησκεία. Πολλές από αυτές ήταν δώρα οικείων του και δεν ήθελε να τους στενοχωρήσει, κατεβάζοντάς τις. Δυο-τρεις πάλι είχαν καλλιτεχνική και οικονομική αξία, καθώς ήταν χειροποίητες και ασημένιες, οπότε δεν είχε νόημα να τις αποκαθηλώσει.
    Χαμογέλασε με το επιπόλαιο συμπέρασμα του Κλήμη και περιορίστηκε μόνον να του πει: «Αγαπητέ μου, θα θυμάσαι μια παλιά ρήση που λέει ‘’τα φαινόμενα απατούν’’, έτσι δεν είναι; Σε πληροφορώ λοιπόν ότι το ίδιο έπαθες κι εσύ. Οι εικόνες που βλέπεις δεν σημαίνουν πίστη στο Θεό και στο υπόλοιπο συγγενολόι του. Βρίσκονται σε αυτήν την θέση για λόγους σεβασμού προς τους δωρητές, για λόγους συναισθηματικούς, καθώς και για λόγους αισθητικής. Αν εσύ πιστεύεις στις εικασίες των ρασοφόρων, αυτό είναι δικαίωμά σου, μάθε όμως ότι εμείς έχουμε απορρίψει  κάθε τι που έχει σχέση με αφελείς μεταφυσικές θεωρίες»
    Οι άλλοι έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό, αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσουν αυτά που μόλις είχαν ακούσει. Η θέα των εικόνων, τους είχε βεβαιώσει ότι είχαν βρεθεί μέσα σε ένα χριστιανικό σπίτι, να όμως που είχαν πέσει πολύ έξω.

    Ο Κλήμης έκανε ένα μορφασμό που φανέρωνε τη δυσαρέσκειά του, αλλά δεν μπόρεσε και να μη συμφωνήσει ενδόμυχα με τον Μηνά ότι ‘’τα φαινόμενα απατούν’’, και πολλές φορές μάλιστα απατούν οικτρά!

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Moa Bones - Nymphs & Nufars (promo video)

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΣΘΕΝΗΣ

Ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ


    Ο γιατρός πάτησε το κουμπί της συσκευής ενδοσυνεννόησης και είπε στη γραμματέα του: «Μαριάννα, στείλε μέσα, σε παρακαλώ, τον επόμενο ασθενή».
    Δευτερόλεπτα αργότερα, ακούστηκε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα και από το άνοιγμά της εμφανίστηκε ένας αδύνατος, καλοντυμένος άντρας, γύρω στα πενήντα.
    «Ελάτε, καθίστε», τον ενθάρρυνε ο γιατρός.
    Ο άντρας πλησίασε κοντά, έκανε το σταυρό του και κάθισε απέναντι από τον γιατρό. Εκείνος τον κοίταξε παραξενεμένος και τον ρώτησε: «Γιατί κάνετε το σταυρό σας; Εδώ δεν είναι εκκλησία».
    Ο άλλος χαμογέλασε χαζά και είπε: «Τον κάνω για να με βοηθήσει ο Θεός να γίνω καλά».
    «Μα, τότε γιατί ήρθατε εδώ και δεν πηγαίνατε στην εκκλησία;»
    «Εντάξει τώρα, γιατρέ. Καλό είναι να επικαλούμαστε και τη βοήθεια του Κυρίου μας».
    «Καλά, καλά. Για πείτε μου τώρα, πιο είναι το πρόβλημά σας;»
    «Να, τώρα τελευταία, νιώθω μεγάλη αδυναμία και ορισμένες φορές ζαλίζομαι».
    «Μάλιστα», είπε ο γιατρός, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Για σηκώστε λίγο το πουκάμισό σας να σας εξετάσω».
    Τον ακροάστηκε, του πήρε την πίεση, του έκανε και κάποιες άλλες εξετάσεις και στο τέλος τον ρώτησε: «Σιτίζεστε κανονικά;»
    «Ε…, να…, ξέρετε, λόγω της Σαρακοστής, νηστεύω και τρώω λιτά».
    «Καλά το κατάλαβα. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά σας, αγαπητέ. Η διατροφή. Δεν έχετε απολύτως τίποτα. Εκείνο που σας λείπει είναι η σωστή διατροφή. Μπορείτε να τρώτε νηστίσιμα φαγητά, αλλά τουλάχιστον να είναι ικανοποιητικά σε ποσότητα».
    Ο ασθενής σταυροκοπήθηκε για μια ακόμα φορά και μουρμούρισε: «Δόξα τω Θεώ! Ευτυχώς που με φώτισε να σας επισκεφτώ. Τι σας οφείλω, γιατρέ;»
    «Θα πληρώσετε έξω στη γραμματέα μου, αλλά μη βιάζεστε να φύγετε».
    «Για ποιο λόγο, γιατρέ μου; Συμβαίνει κάτι; Έχω μήπως κάποιο πρόβλημα;»
    «Σίγουρα έχετε πρόβλημα. Οργανικά βέβαια είσαστε πολύ καλά, πάσχετε όμως από κάποιου άλλου είδους ασθένεια και θα ήθελα να σας ενημερώσω γι’ αυτήν, μήπως και καταφέρετε να θεραπευτείτε».
    Ο ασθενής σταυροκοπήθηκε για μια ακόμα φορά και ψέλλισε τρομοκρατημένος: «Με φοβίσατε πολύ με αυτό που μου είπατε. Πείτε μου την αλήθεια γιατρέ μου και συμβουλέψτε με τι ακριβώς πρέπει να κάνω για να θεραπευτώ».
    «Αν και η αρρώστια σας είναι αρκετά σοβαρή», προσπάθησε να τον καθησυχάσει ο γιατρός, «εντούτοις με την κατάλληλη θεραπεία μπορείτε να γίνετε περδίκι. Αποκλειστικά, από σας και μόνο εξαρτάται».
    «Θα κάνω ό, τι μου πείτε», τον διαβεβαίωσε ο άλλος, κάνοντας πάλι το σταυρό του.
    «Θα σας γράψω μια συνταγή, την οποίαν όμως πρέπει να εκτελέσετε κατά γράμμα, αν θέλετε να γίνετε γρήγορα καλά».
    Έπιασε ένα στυλό και, αρχίζοντας να γράφει σε ένα λευκό χαρτί τη συνταγή, την έλεγε και φωναχτά: «Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Ξεκινάτε με μια ισχυρή δόση ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ. Στη συνέχεια, και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβάνετε καθημερινά απεριόριστες ποσότητες ΓΝΩΣΗΣ. Στο τέλος, αρκεί απλώς και μόνον  να ενεργοποιήσετε τη ΛΟΓΙΚΗ και να δείτε που όλα θα πάνε καλά. Αν τα κάνετε όλα αυτά, τότε να είσαστε βέβαιος ότι δεν θα αργήσετε να επανέλθετε στον πραγματικό κόσμο».
    Ο ‘’ασθενής’’ τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, πήρε το χαρτί που του έδωσε ο γιατρός και αποχώρησε σκυφτός από το ιατρείο, αποφεύγοντας αυτή τη φορά να σταυροκοπηθεί.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου. Μια αγωνιώδης αναζήτηση του ποιοι είμαστε και του που πάμε!    


     Ο Έντι δεν ήταν χαζός. Από την πρώτη μέρα που είχε πατήσει το πόδι του στον Κέρβερο, είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε στον άθλιο εκείνο πλανήτη. Συνειδητοποιώντας ότι, η άφιξή του εκεί και η συνεχιζόμενη παραμονή του σ’ εκείνο το  απαίσιο μέρος, ισοδυναμούσε με την υπογραφή της  θανατικής  του καταδίκης, φρόντισε να πάρει τα μέτρα του, ώστε να παρατείνει όσο ήταν δυνατόν την διάρκεια της ζωής του. Τη διαστημική στολή του την έβγαζε μόνο για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές του ανάγκες, μόλις όμως τελείωνε, την ξαναφορούσε χωρίς καθυστέρηση. Όσο για το κράνος του, αυτό δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο για να πάρει ένα γρήγορο γεύμα ή για να λούσει τα μαλλιά του. Το φορούσε ακόμα και στον ύπνο του. Παρατηρώντας το θλιβερό και μακάβριο θέαμα της συνεχούς απώλειας των συντρόφων του, ένιωθε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να το σταματήσει. Καταλάβαινε βέβαια ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το κατορθώσει, βλέποντας όμως τους άλλους να αρρωσταίνουν και να σβήνουν ένας-ένας με τη σειρά, ήταν αποφασισμένος να καταρρίψει όλα τα ρεκόρ μακροβιότητας και ανοσίας σ’ εκείνον τον απαίσιο τόπο, φροντίζοντας με αυτόν τον τρόπο,  τουλάχιστον έστω τον εαυτό του. Το γνώριζε καλά πως για να το καταφέρει χρειαζόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια, εκείνος όμως δεν ήταν από τους ανθρώπους που το  βάζουν εύκολα κάτω. Ενδόμυχα, άλλωστε, πίστευε ότι υπήρχε και η δυνατότητα απόδρασης, καθώς ήταν ένθερμος οπαδός του δόγματος ‘’η ελπίδα πεθαίνει τελευταία’’. Από τη φύση του ήταν αισιόδοξος άνθρωπος, οπότε έλπιζε ότι κάποια στιγμή ίσως αυτό γινόταν πραγματικότητα. 

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Η ΘΕΩΝΗ, Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ

Διήγημα από τη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ

         21.  Η ΘΕΩΝΗ,  Ο ΠΑΠΑΣ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΕΞΩΓΉΙΝΟΙ


    Το μυστηριώδες σκάφος προσγειώθηκε μαλακά στο γρασίδι του μεγάλου πάρκου, απέναντι από ένα επιβλητικό κτήριο με χρωματιστά τζάμια, που φωτιζόταν δυνατά από μερικούς προβολείς, κι έσβησε τις μηχανές του. Η ώρα ήταν πολύ περασμένη και έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Την απόλυτη ησυχία έσπαζε μόνον κατά διαστήματα η μονότονη φωνή ενός αθέατου πουλιού. Το χωριό είχε βυθιστεί στο σκοτάδι και οι κάτοικοί του, κουρασμένοι από την ολοήμερη εργασία στα χωράφια, βρίσκονταν κλεισμένοι μέσα στα χαμηλά σπιτάκια τους και είχαν παραδοθεί αμαχητί στις αγκάλες του Μορφέα. Έτσι, κανένας δεν πρόσεξε τα δυο αλλόκοτα όντα που βγήκαν προσεκτικά από το σκάφος. Με ύψος όχι μεγαλύτερο από ενάμιση μέτρο και με εμφάνιση που θύμιζε περισσότερο πίθηκο, παρά άνθρωπο, οι δυο εξωγήινοι ερεύνησαν με τα εξογκωμένα μάτια τους την περιοχή, κούνησαν δυο-τρεις φορές τις δυο κεραίες που εξείχαν πάνω από τα μακρόστενα κεφάλια τους και κοίταξαν ο ένας τον άλλον.
    «Παράξενο μέρος», είπε ο ένας. «Μου φαίνεται ότι προσεδαφιστήκαμε σε απολίτιστο πλανήτη».
    «Γιατί το λες αυτό;» απόρησε ο άλλος. «Άφησε πρώτα να έλθουμε σε επικοινωνία με τα όντα που τον κατοικούν, κι ύστερα βγάζεις τα συμπεράσματά σου».
    «Καλά, καλά», στραβομουτσούνιασε ο πρώτος. «Δεν βλέπεις σε τι κτήρια ζουν; Πού είναι οι κρυστάλλινες οροφές; Πού είναι τα περιστρεφόμενα παράθυρα; Πού είναι οι υπερυψωμένοι αγωγοί θερμότητας; Το μοναδικό κτήριο που ξεχωρίζει είναι αυτό μπροστά μας με τα χρωματιστά παράθυρα. Αλήθεια, τι λες να είναι;»
    «Πού θέλεις να ξέρω; Μοιάζει με κυβερνείο. Θα το μάθουμε αργότερα, όταν θα συναντήσουμε κάποιον κάτοικο».    
    «Αργεί να ξημερώσει;»
    «Δε νομίζω. Σε λίγο θα βγει το άστρο του συστήματος και θα φωτίσει τον πλανήτη».
    «Πάμε τότε να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό το κτήριο».
    Οι δυο παράξενοι ταξιδιώτες του διαστήματος, κατευθύνθηκαν προς την οικοδομή που τους είχε εντυπωσιάσει και πλησίασαν κοντά του. Βρίσκοντας κλειστή την κεντρική είσοδο, προχώρησαν στο πλάι για να επιθεωρήσουν το παράξενο οικοδόμημα περιμετρικά.

                                      # # # # # # # # # #

    Η κυρά-Θεώνη ξύπνησε νωρίς. Σηκώθηκε  από κρεβάτι της, έπλυνε το πρόσωπό της, ντύθηκε και βγήκε από το φτωχικό της. Παρόλο που αργούσε ακόμα να ξημερώσει, δεν μπορούσε να καθίσει μέσα. Εδώ και δυο χρόνια, από τότε που είχε χάσει τον άντρα της, ζούσε ολομόναχη σ’ εκείνο το σπιτάκι και η αλήθεια ήταν ότι εκείνος ο άθλιος χώρος την έδιωχνε μακριά. Όλα μέσα σ’ εκείνο το χαμηλοτάβανο σπίτι της θύμιζαν τον μακαρίτη, κι έτσι κυκλοφορούσε μόνιμα έξω, είτε έκανε ζέστη, είτε έκανε κρύο, είτε έβρεχε. Επιδίωξή της ήταν να μη μένει μόνη της κάτω από εκείνη τη στέγη, γιατί οι αναμνήσεις, σε συνδυασμό με τη φτώχεια που επικρατούσε, της πλάκωναν την ψυχή, της προκαλούσαν κατάθλιψη. Ευτυχώς, υπήρχε η εκκλησία και μέσα στον ιερό εκείνο χώρο έβρισκε την ψυχική γαλήνη που επιζητούσε.
    Εκεί θα πήγαινε και τώρα. Ήταν ακόμα πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα, τίποτα όμως δεν την κρατούσε μέσα. Εξάλλου, κλειδιά του ναού είχε. Εκείνη άνοιγε καθημερινά την πόρτα, πολύ πριν εμφανιστεί ο παπά-Φώτης. Η εκκλησία του χωριού είχε γίνει δεύτερο σπίτι της. Εκεί μέσα, παρέα με τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, αισθανόταν υπέροχα. Επικοινωνούσε σιωπηρά με τον Ύψιστο και ξεχνούσε τα γήινα, καθημερινά της προβλήματα.
    Έσυρε τα βήματά της αργά και κατηφόρισε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην εκκλησία. Πέρασε μπροστά από το σπίτι του ιερέα, λίγο πιο κάτω έστριψε στη γωνία και βγήκε στην, μεγάλη σαν πάρκο, πλατεία. Πλησίασε στην είσοδο του ναού κι ετοιμάστηκε να ξεκλειδώσει την πόρτα, της φάνηκε όμως ότι άκουσε κάποιο θόρυβο από την πλαϊνή πλευρά του κτηρίου. Της φάνηκε παράξενο να υπάρχει κάποιος έξω, μια τόσο μικρή ώρα σαν εκείνη. Ξανάβαλε τα κλειδιά μέσα στην τσέπη της ζακέτας της και αποφάσισε να ανακαλύψει ποιος ήταν. Πλησίασε στη γωνία, έβγαλε το κεφάλι της μπροστά και κοίταξε με προσοχή στο πλάι. Αμέσως μετά, συγκράτησε με μεγάλη δυσκολία μια κραυγή τρόμου, που λίγο έλειψε να της ξεφύγει. Αυτό που αντίκρισαν τα μάτια της, δύσκολα θα μπορούσε να το πιστέψει άνθρωπος. Δυο παράξενα όντα, ίδια και απαράλλαχτα με το διάβολο, βάδιζαν δίπλα στην εκκλησία και την περιεργάζονταν.
    Πανικοβλήθηκε. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε φανταστεί ότι θα ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον ίδιο τον σατανά. Και να που τώρα εκείνος είχε εμφανιστεί μπροστά της και μάλιστα εις διπλούν. Σταυροκοπήθηκε επανειλημμένα, έκανε μεταβολή κι έβαλε πλώρη για το σπίτι του παπά.
    Θεέ και Κύριε, μονολογούσε μέχρι να φτάσει στον προορισμό της. Δυο διάβολοι θέλουν να κυριεύσουν τον Οίκο Σου. Ελπίζω να προλάβει να τους διώξει ο ιερέας μας, πριν καταφέρουν να μπουν μέσα.
    Χτύπησε με επιμονή την εξώπορτα, ανυπομονώντας να αντικρίσει τον παπά. Της άνοιξε ο ίδιος. «Τι τρέχει κυρά-Θεώνη;» τη ρώτησε σε αυστηρό τόνο. «Γιατί βροντάς τις πόρτες τέτοια ώρα;»
    «Πού να στα λέω, πάτερ μου», του είπε με τρεμάμενη φωνή εκείνη και τον έπιασε από το μανίκι. «Δυο διάβολοι τριγυρνούν έξω από την εκκλησία».
    «Είσαι με τα καλά σου, κυρά μου;» την επέπληξε ο παπάς. «Τι ασυναρτησίες είναι αυτές που λες; Εφιάλτες έβλεπες στον ύπνο σου;»
    «Έλα να δεις και μόνος σου, αν δεν με πιστεύεις».
    Ο παπά-Φώτης ξεφύσηξε με δυσανασχέτηση, αλλά αποφάσισε να της κάνει το χατίρι. Γνώριζε την εμμονή της να ξημεροβραδιάζεται στην εκκλησία, γι’ αυτό άλλωστε της είχε δώσει και κλειδιά, δεν την θεωρούσε όμως τρελή. Γνώριζε τους λόγους που την έσπρωχναν στην εκκλησία. Σίγουρα κάτι θα είχε δει, για να επιμένει έτσι. Έριξε λοιπόν τόπο στη οργή, φόρεσε την κάπα του και την ακολούθησε. Έφτασαν κοντά στο ναό και κρύφτηκαν πίσω από το καμπαναριό. Δευτερόλεπτα αργότερα, δυο περίεργα όντα εμφανίστηκαν από το πλάι και η κυρά-Θεώνη άρχισε να τρέμει ολόκληρη.
    «Τα βλέπεις που σου τα έλεγα; Δυο διάβολοι αυτοπροσώπως! Τι έχεις να πεις τώρα γι’ αυτό; Πες καμιά ευχή να ξορκίσεις το κακό».
    «Ποιο κακό, κυρά-Θεώνη; Δυο όντα, μάλλον από άλλον πλανήτη είναι».
    «Τι εννοείς, από άλλον πλανήτη, παπά μου; Εξωγήινοι δηλαδή; Μα αφού δεν υπάρχουν εξωγήινοι».    
    Το πρόσωπο του παπά πήρε ένα μειλίχιο ύφος και της είπε κάπως ειρωνικά, αφήνοντάς την άναυδη: "Γιατί, μήπως υπάρχουν διάβολοι;"

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

              O ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

   Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ


Βγήκα κατά τις 12 το μεσημέρι μια βόλτα να κόψω κίνηση στη γειτονιά, έκανα λαθρανάγνωση των εφημερίδων σε 1-2 περίπτερα και κάθισα σε ένα παγκάκι στην πλατεία για να διαβάσω ως συνταξιούχος τη δική μου εφημερίδα. Γύρω μου πηγαινοέρχονταν αρκετοί άνθρωποι, είχε και μια Λαϊκή Αγορά εκεί κοντά και υπήρχε κίνηση... Κάποια στιγμή με προσέγγισε ένας μάλλον συνομήλικος κύριος με ψώνια στο χέρι, σαν να ήθελε να καθίσει στη δική μου θέση στο παγκάκι. Τον κοιτάω προσεκτικά, μήπως είναι κανένας γνωστός, τίποτα, τελείως άγνωστος... Μου λέει:

— "Γράφει καμιά αλήθεια αυτό που διαβάζεις;"

Σκέφτηκα ότι είναι κομματικός, ακροδεξιός ή ακροαριστερός... Τι να του πω τώρα; Να αρχίσω διερεύνηση τι είναι αλήθεια και ποιος την ορίζει; Να κάνω πως δεν τον άκουσα; Να τον ρωτήσω πόσο έχουν τα φασολάκια στη Λαϊκή; Αυθόρμητα αποφάσισα να απαντήσω στο ερώτημά του, κάνοντας έλεγχο αλήθειας σ' αυτά που διάβαζα. Κοιτάω τη σελίδα της εφημερίδας.

— "Για να δω πάνω πάνω τι γράφει: Θα σημάνουν σήμερα στις 11 π.μ. οι σειρήνες συναγερμού σε όλη τη χώρα. Μου φαίνεται ότι είναι αλήθεια..." του λέω, περιμένοντας την αντίδρασή του. Κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας, αφού λίγο πριν είχαν ακουστεί οι σειρήνες... Συνεχίζω εγώ, υπερασπιζόμενος το έργο των δημοσιογράφων:
— "Για να δούμε κάτω κάτω στην ίδια σελίδα: Την λατρευτή μας μητέρα, γιαγιά και θεία Καλλιόπη Δ. Πασχαλίδου, ετών 88, κηδεύουμε την Παρασκευή... Θα πέθανε", του λέω, "για να το γράφει!" Τι να πει, δεν πέθανε η Καλλιόπη; Αναγκαστικά συμφώνησε και πάλι... Πάνω όμως που ήμουν έτοιμος να του διαβάσω τη συνταρακτική είδηση ότι η ΑΕΚάρα έριξε, αληθώς, 2 γκολάρες στη Θύελλα Ραφήνας, με προλαβαίνει και μου λέει:
— "Για τον κύριό μας γράφει τίποτα;"  Χμμμ, θεόπληκτος είναι λοιπόν ο περίπου συνομήλικος και όχι κομματικός! Είτε Ιεχωβάς είτε Παλαιοημερολογίτης θα είναι...
— "Για ποιον κύριο να γράφει;" τον ρωτάω εγώ με αφέλεια, "Όλοι κύριοι είμαστε."
— "Για τον κύριο ημών Ιησού Χριστό", μου κάνει με εμφανή ικανοποίηση, σαν να είχε αποδείξει τον τετραγωνισμό του κύκλου...
Τώρα, πέρασαν πολλές ιδέες από το μυαλό μου: να τον αρχίσω στην κατήχηση ότι με ρωτάει για κάποιον ανύπαρκτο και φανταστικό φίλο του, με τον οποίο του πιπιλάνε το μυαλό οι παπάδες για να του τσιμπάνε το χρήμα ή να κάνω τον αδαή και να τον αφήσω να μου λέει αυτός ό,τι θυμόταν από το κατηχητικό, υποβάλλοντας εγώ διευκρινιστικές ερωτήσεις; Κάτι σαν: και γιατί θυσιάστηκε ο κύριος αφού δεν του το ζήτησε κανένας; Και αφού ήξερε ότι θα αναστηθεί, τι θυσία μπορεί να έκανε εκ του ασφαλούς; Προτίμησα όμως να συνεχίσω να διαβάζω την εφημερίδα αντί να μου φάει την ώρα ο θεόπληκτος. Του λέω λοιπόν το καταπληκτικό (έτσι μου φαίνεται τώρα):
— "Αυτή η σελίδα περιέχει ειδήσεις μόνο από την Ελλάδα, ο κύριος που λέτε ήταν στην Παλαιστίνη και πιθανόν να γράφει γι' αυτόν στη σελίδα των εξωτερικών ειδήσεων..."
Με κοίταξε με οίκτο, πιθανόν να ήθελε να μου πει ότι ο κύριος που εννοεί αυτός είναι Έλληνας, ίσως όμως να τον περίμενε και η κυρά του στο σπίτι να της πάει τα ψώνια.
— "Καλά, τα λέμε άλλη μέρα", μου λέει και συνέχισε βιαστικά το βηματισμό του...
— "Καλό μεσημέρι και καλή όρεξη", του απαντάω εγώ και αφοσιώθηκα πάλι στην εφημερίδα.

Ρε τι τραβάμε κι εμείς οι συνταξιούχοι...