Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ


Χιουμοριστικό αφήγημα του Βασίλη Σακκά


7.    Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ
Του Βασίλη Σακκά


    Γύρισε κατάκοπος ένα βράδυ ο θεός από τα πεδία των καταστροφών επί γης, άραξε το διαστημόπλοιό του, κι έβαλε να πιει κάνα τσίπουρο για να ξεκουραστεί. Αφού ρούφηξε κάμποσα μπουκάλια, σκέφτηκε: «Ρε συ, δεν βάζουν μυαλό τα κωλόπαιδα που έκανα. Όσους και να φάω, πάλι μυαλό δεν θα βάλουν. Τι στο διάολο να κάνω με δαύτους;
    Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και είπε να κάνει κάνα μήνα διακοπές. Έκανε τα μπανάκια του τα διαστημικά και κάποτε στρώθηκε στη δουλειά για να βρει λύση στον μπελά που είχε με τους αμνούς του, που άλλαζαν DNA και γίνονταν ερίφια.
    Και σαν από μηχανής θεός, του κατέβηκε μια φαεινή ιδέα. Του χρειαζόταν επειγόντως γιος… ναι γιος… αλλά πώς να τον κάνει μόνος του; Οι άλλοι θεοί ήταν αρσενικοί. Ξαφνικά θυμήθηκε έναν φιλαράκο του μαραγκό, που είχε κάτω στο Ισραήλ από παλιά. Τραβάει λοιπόν στο μαραγκούδικο του Ιωσήφ, κάθονται παράμερα, αρχίζουν τα κρασιά και στο τέλος του σκάει το μυστικό.
    «Ιωσήφ, θέλω να μου κάνεις ένα παιδί, αγόρι όμως».
    «Πώς να το κάνω μόνος μου;»
    «Όχι, βρε βλάκα εσύ. Η γκόμενα που έχεις, η Μαρία».
    «Τιμή μου, φίλε, θα με απαλλάξεις και από τη δουλειά, αλλά πώς; Εσύ είσαι δεκαπέντε τρισεκατομμυρίων ετών, πώς θα τα καταφέρεις;»
    «Όχι εγώ, ρε βόδι, εμένα μου ξεράθηκε πριν από τρία δισεκατομμύρια χρόνια!»
    «Τότε πώς;»
    «Άκου, βρε μπουνταλά. Με λουλούδι θα το κάνω. Με κρίνο!»
    «Αααα, είπα κι εγώ. Θαυματάκι δηλαδή, έτσι;»
    «Ναι…, σαν να παραέφαγα κόσμο, να κατακλυσμούς, να Σόδομα, να Ερυθρά, να πληγές, να Ιεριχούδες, να τούτο, να το άλλο, μυαλό δεν βάζουν οι άπιστοι. Άρχισαν να με ψυλιάζονται για δολοφόνο-δράκο και μου την κοπανάνε από το μαντρί. Λοιπόν, αποφασίζω και διατάζω, εδώ και τώρα θα κάνω γιο, αλλά έναν μόνο, όχι δύο, γιατί θα με φάνε. Θα τους πιάσει ζήλια για το θρόνο μου, εντάξει; Και θα σου στείλω και πολιτικούς μάγους όταν γεννήσει η Μαρία, για να το μάθει όλος ο κόσμος».
    «Εντάξει, αφέντη μου. Πάω να το πω στη Μαρία, για να προετοιμαστεί και να μην τρομάξει».
    «Όταν με το καλό γεννηθεί, να μου τον προσέχεις σαν τα μάτια σου, να τον κάνεις καλό παιδί, μπας και πιάσει το κόλπο».
    Έτσι κι έγινε. Γκαστρώθηκε από το λουλούδι η Μαρίτσα, τον μεγαλώσανε μαζί κρυφά μακριά από τα μπαρ και τις πουτάνες, κι όταν έγινε τριάντα χρόνων, τον αμολήσανε ελεύθερο στην πιάτσα! Το παιδί έπιασε και… δουλειά, για να αντιστρέψει το ίματζ του μπαμπά του, το κακόφημο. Κάθε τρεις και λίγο, θαυματάκια. Οι πιστοί άρχιζαν πλέον να αλλάζουν γνώμη, αλλά οι ιερείς και οι Ρωμαίοι δεν την είδαν καλά τη δουλειά, αυτουνού που ήθελε να γίνει βασιλιάς τους. Θα έχαναν βλέπεις την εξουσία τους.
    Τον έπιασαν λοιπόν και τον κρέμασαν επάνω σε ένα σταυρό, εντούτοις όμως το θέλημα του μπαμπά του έγινε.
    Κι έτσι, τον έχουμε μετά θάνατον, να μας ζαλίζουν τα χριστιανά με τα θαυματάκια του. Και γίναν πάλι δισεκατομμύρια, τα πιστά 

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

The Rolling Stones - Doom And Gloom

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ


Απόσπασμα από το βιβλίο μου ''Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ''



    Τρία ασθενοφόρα κι ένα περιπολικό, πέρασαν από μπροστά τους και σταμάτησαν δίπλα στο χώρο του αιματηρού επεισοδίου. Αν και δεν ήταν πολύ κοντά, μπόρεσαν να διακρίνουν ότι, από τα δέκα άτομα που είχαν συμπλακεί, τα έξι κείτονταν αιμόφυρτα στο έδαφος. Στο θέαμα εκείνο, η καρδιά των δύο νέων σφίχτηκε και χάλασε η διάθεσή τους. Είδαν τον έναν από εκείνους που είχαν μείνει όρθιοι, να σκουπίζει με ένα μαντήλι το μαχαίρι του. Ήταν φανερό πως, κάποιοι από τους τραυματίες, αν δεν το είχαν ήδη πάθει, σύντομα θα έφευγαν από τη ζωή. Στη λίστα με τα θύματα της βίας, θα γράφονταν μερικά ακόμα ονόματα, εξαιτίας της ύπαρξης ενός ανόητου και απάνθρωπου κοινωνικού φαινομένου. Το σύστημα του αυτόματου πληθυσμιακού ελέγχου, που είχαν εφεύρει τα διεστραμμένα μυαλά κάποιων κοντινών προγόνων τους, λειτουργούσε στην εντέλεια.
    «Ως πότε πια;» αναρωτήθηκε, αναστενάζοντας η Αμφιθέα, καθώς ο νεαρός σερβιτόρος απομακρυνόταν.
    «Ελπίζω όχι για πολύ ακόμα», μουρμούρισε νευριασμένα ο Σαγιέ. Γύρισε και κοίταξε τον ηλικιωμένο που παρακολουθούσε με συνοφρυωμένο ύφος τα συμβάντα. Ο πράσινος ρόμβος φιγουράριζε επάνω στην αριστερή πλευρά του λευκού του πουκάμισου, ο άντρας εκείνος όμως, ίσως και λόγω ηλικίας, δεν έδειχνε για φανατικός.
    «Εσείς τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν την κατάσταση;» τον ρώτησε ο Σαγιέ, αδιαφορώντας αν, απευθύνοντας το λόγο σε κάποιον άγνωστο, υπήρχε ο φόβος να θεωρηθεί αγενής.
    Ο ηλικιωμένος κούνησε το κεφάλι του και τους κοίταξε συμπονετικά.  «Τι να σας πω, παιδιά μου; Εγώ είμαι πολύ γέρος για να μιλήσω ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα, εσείς όμως έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας. Εύχομαι λοιπόν, να ζήσετε καλύτερες μέρες από αυτές που ζήσαμε εμείς. Αν αυτό», είπε κι έδειξε έξω, «λέγεται ζωή, τότε καλύτερα να πάμε να ζήσουμε στη ζούγκλα, παρέα με τα άγρια θηρία. Τι άλλο να πω;»
    

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Shakin' Stevens - Marie, Marie 1980

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ


ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                               ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΥΨΙΣΤΟ


        Στο μυαλό του  Ζαχαρία πάντοτε έμπαιναν ιδέες. Ήταν μια από τις πτυχές του ανήσυχου χαρακτήρα του. Όταν ήταν έξι μόλις χρόνων, του είχε μπει η ιδέα ότι ήταν… εξωγήινος. Έβλεπε κάποιες σειρές Ε.Φ. στη τηλεόραση και το είχε δέσει κόμπο ότι κι ο ίδιος ήταν από άλλον πλανήτη. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, να του λένε οι γονείς του, εμείς σε έχουμε γεννήσει, εκείνος όμως τίποτα. Πίστευε ότι του έλεγαν ψέματα, μέχρι την ημέρα που του έδειξαν μια φωτογραφία με τον Ε.Τ., οπότε πείστηκε ότι εκείνος ήταν ο εξωγήινος και ο ίδιος ήταν γέννημα θρέμμα της γης, οπότε και απαλλάχτηκε οριστικά από την εξωφρενική ιδέα του εξωγήινου. Στα δέκα του χρόνια, του είχε κολλήσει η ιδέα ότι μόλις γινόταν είκοσι ετών θα πέθαινε. Άλλος καημός αυτός για τους έρημους γονείς του. Είδαν και έπαθαν μέχρι να τον πείσουν ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει την ημερομηνία του θανάτου του. 
    Λίγο πριν τα δέκατα τρίτα γενέθλιά του, του κόλλησε η ιδέα ότι κάποτε θα γινόταν πρωθυπουργός. Αυτό ίσως δεν ήταν κατ’ ανάγκην κακό και οι γονείς του αυτή τη φορά δεν ανησύχησαν για τον κανακάρη τους. Απεναντίας μάλιστα χάρηκαν που διαπίστωσαν ότι ο γιος τους έβαζε πολύ ψηλά τον πήχη της προσωπικής του επιτυχίας. Ήταν κάτι πολύ ενθαρρυντικό για τους ευτυχείς γονιούς του, οι οποίοι πίστεψαν ότι επιτέλους το αγοράκι τους είχε ωριμάσει και είχε ισορροπήσει πνευματικά.
    Πραγματικά, ο Ζαχαρίας, αν και πολύ μικρός σε ηλικία, άρχισε να διαβάζει άρθρα και σχόλια πολιτικών αναλυτών σε εφημερίδες και περιοδικά, να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της ολομέλειας της Βουλής και να… σχεδιάζει τον τρόπο με τον οποίον θα κυβερνούσε τη χώρα μόλις γινόταν πρωθυπουργός. Κανονικά οι γονείς του θα έπρεπε να ανησυχήσουν για μια τόσο αφύσικη συμπεριφορά, δυσανάλογη της ηλικίας του, εκείνοι όμως αποδείχτηκαν κοντόφθαλμοι και το θεώρησαν σαν ένα ακόμα παιχνίδι του γιου τους. Άσε δε που δεν έβλεπαν με άσχημο μάτι μια τέτοια προοπτική.
    Όλα καλά, έλα όμως που, αυτή του η εμμονή, τον ανάγκασε να μεταπηδήσει σε μιαν άλλη, εντελώς εξωφρενική αυτή τη φορά. Παρακολουθώντας μια μέρα στην τηλεόραση την ομιλία του προέδρου της κυβέρνησης, τον άκουσε να λέει ότι μίλησε με το Θεό! Ε, τι ήταν να  ακούσει έναν τέτοιο ισχυρισμό; Από τη στιγμή εκείνη, το έδεσε κόμπο ότι κι εκείνος θα μιλούσε με τον Ύψιστο. Το θεώρησε σαν καθήκον του, αφού το είχε βέβαιο ότι κάποτε θα γινόταν και ο ίδιος πρωθυπουργός, να μιλήσει με την Μεγαλοσύνη Του. Άλλωστε, είχε τόσα πολλά να τον ρωτήσει.
    Τον τρόπο τον γνώριζε καλά. Από μικρός είχε γαλουχηθεί στη θρησκεία, στο γονάτισμα μπροστά στις εικόνες και στην προσευχή, με μοναδικό παράπονό του ότι, στις παρακλήσεις του προς τον Θεό, δεν είχε πάρει ποτέ απάντηση από Εκείνον, αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος να πάρει. Αφού οι άλλοι μιλούσαν μαζί Του, θα μιλούσε κι εκείνος.
    Ένα βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, αποφασισμένος να εκτελέσει το σχέδιο που είχε κατά νου. Γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι που κοσμούσε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι του, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος του και άρχισε να προσεύχεται.
    «Θεούλη μου, εσύ που νοιάζεσαι και φροντίζεις για όλον τον κόσμο και ακούς τις προσευχές μας, ρίξε για λίγο το βλέμμα σου και στο σπιτικό μας».
    Έκανε μια μικρή παύση και, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να συνεχίσει, άκουσε μια βροντερή φωνή να του λέει: «Σε ακούω, τέκνον μου. Τι ακριβώς ζητάς από μένα;»
    Ο Ζαχαρίας απόρησε, αμφιταλαντεύτηκε για λίγο και, στο τέλος, μόνον που δεν κατουρήθηκε από τη χαρά του. Του φαινόταν απίστευτο που είχε καταφέρει να του μιλήσει ο ίδιος ο Θεός. Και να που τώρα του δινόταν η μοναδική ευκαιρία να του εκφράσει τις σκέψεις του, τις επιθυμίες του και τα παράπονά του.
    «Να, Κύριε, θα ήθελα να έχεις καλά την οικογένειά μου και να με βοηθήσεις να πραγματοποιήσω το όνειρό μου».
    «Ποιο όνειρο, αυτό του να γίνεις πρωθυπουργός;»
    Ο Ζαχαρίας εντυπωσιάστηκε. Χωρίς να του το έχει αποκαλύψει, ο Ύψιστος το είχε καταλάβει. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι μιλούσε με τον ίδιο το Θεό.
    «Μάλιστα, Κύριε», μουρμούρισε με φανερή συγκίνηση.
    «Εγώ θα σε βοηθήσω», άκουσε το Θεό να του λέει, «αλλά να ξέρεις ότι πρέπει να προσπαθήσεις κι εσύ».
    «Εντάξει, Κύριε και θεέ μου. Γι’ αυτό μπορείς να μείνεις ήσυχος. Θα ήθελα όμως να μάθω και κάτι άλλο. Γιατί μερικά παιδάκια υποφέρουν; Δεν μπορείς να κάνεις κάτι και γι’ αυτά;»
    «Μου είναι δύσκολο να βοηθώ όσους δεν μου το ζητούν».
    «Μα, εγώ γνωρίζω ένα παιδί που η οικογένειά του πεινάει και ξέρω ότι εκείνο προσεύχεται κάθε βράδυ σε Σένα και σου ζητάει βοήθεια. Αυτό το πλάσμα δεν μπορείς να το βοηθήσεις;»
    «Άκουσε, τέκνον μου. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο τα νομίζεις. Πιθανόν κάποιος από την οικογένειά του να είναι αμαρτωλός, οπότε εγώ υποχρεώνομαι να σηκώσω τα χέρια μου ψηλά. Αν εξομολογηθούν και μετανοήσουν όλα τα μέλη της οικογένειας, τότε μόνον θα μπορέσω να επέμβω».
    Δεν έχει και άδικο, συμφώνησε νοερά ο Ζαχαρίας. Ας τον ρωτήσω τώρα και για τον κυρ-Νώντα, τον γείτονά μας, που σκοτώθηκε προχθές σε τροχαίο: «Γνώριζα έναν συνταξιούχο, έναν πολύ καλό άνθρωπο, θρησκευόμενο, πράο, ευγενικό, ο οποίος δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε κουνούπι, προχθές όμως έπεσε σε μια κολώνα με το αυτοκίνητό του και σκοτώθηκε. Γιατί του συνέβη κάτι τόσο τρομερό; Τι είχε κάνει και τιμωρήθηκε έτσι; Δεν θα ήταν σωστό και δίκαιο να τον σώσεις;»
    «Είσαι μικρός, τέκνον μου, και δεν μπορείς να τα καταλάβεις όλα. Ο κυρ-Νώντας ήταν πολύ μεγάλος στην ηλικία και δυσκολευόταν να οδηγήσει. Αν τον έσωζα από αυτό το τροχαίο, το πιθανότερο ήταν να ξανακάνει ατύχημα και να πάρει και κάποιον άλλον άνθρωπο στον λαιμό του. Τουλάχιστον έτσι, έφυγε μόνος του και σώθηκε κάποιος άλλος. Εξάλλου, λόγω της υποδειγματικής διαγωγής του, τον έχω ήδη πάρει στον παράδεισο. Μπορεί λοιπόν να μην σώθηκε η ζωή του, σώθηκε όμως η ψυχή του».
    Πράγματι ο Θεός είναι σοφός και μεγαλόψυχος, συλλογίστηκε ο Ζαχαρίας. Τα προβλέπει όλα και προνοεί για όλους τους ανθρώπους. Έχουν δίκιο οι χριστιανοί που τον πιστεύουν, τον λατρεύουν  και τον προσκυνούν.
    Ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει και για τον αγαπημένο του παππού, ο οποίος είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει αν ο μακαρίτης είχε πάει στον παράδεισο. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει αλλά, αυτό που επακολούθησε, τον σάστισε και τον υποχρέωσε να ανοίξει τα μάτια του, που όλη εκείνη την ώρα τα κρατούσε κλειστά. Αναρωτήθηκε, τι μπορούσε να ήταν αυτό που του συνέβαινε; Είχε παραισθήσεις;
    «Ζαχαρία, ακόμα κοιμάσαι;» είχε ακούσει μια φωνή να του λέει και ήταν βέβαιος ότι εκείνη δεν ήταν η φωνή του Θεού. Έμοιαζε περισσότερο με την φωνή της μητέρας του. «Σήκω επιτέλους, βρε αγόρι μου, γιατί δεν θα προλάβεις να πας έγκαιρα στο σχολείο».        


Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ  


                                     6.   Ο  ΑΓΓΕΛΟΣ


    Ο άγγελος αναδύθηκε μέσα από το προσωπικό του σύννεφο, φωτίστηκε άπλετα από ένα πολύχρωμο, εξώκοσμο φως και, ανεμίζοντας με χάρη τα μεγάλα,  υπέροχα φτερά του, κατευθύνθηκε προς το κέντρο του παραδείσου. Στα χέρια του κρατούσε τον χειρόγραφο κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων για μια θέση στον ονειρικό κόσμο τους, ευγνωμονώντας τον Πατέρα τους για την σθεναρή στάση που είχε κρατήσει στο θέμα των επικοινωνιών. Αν ο Θεός είχε κάνει το λάθος και είχε δεχτεί να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες, εκείνος τώρα θα βρισκόταν απλά χωμένος μέσα στο σύννεφό του και δεν θα μπορούσε εύκολα και χωρίς λόγο να αντικρίσει τον ίδιο τον Παντοκράτορα. 
    Την πρόταση την είχε κάνει ο άγιος Πέτρος. «Κύριε», είχε τολμήσει και του είχε πει, «γιατί δεν αναβαθμίζουμε τον τομέα των επικοινωνιών, ώστε να πληροφορούμαστε ευκολότερα όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο και να επικοινωνούμε γρηγορότερα μεταξύ μας;»
    Ο Πανάγαθος τον είχε κοιτάξει απαξιωτικά και τον είχε αποστομώσει: «Μα τι λες τώρα, Πέτρο μου; Ξεχνάς μήπως ότι η τεχνολογία είναι δημιούργημα του διαβόλου; Δηλαδή, τι θέλεις τώρα; Να εισαγάγουμε στον παράδεισο διαβολικά πράγματα; Μια χαρά δεν είμαστε και έτσι; Εξάλλου, αμφισβητείς την ικανότητά μου να τα γνωρίζω και να τα μαθαίνω όλα χωρίς τη μεσολάβηση τεχνικών μέσων; Τι Θεός θα ήμουν, αν μου έλειπαν αυτές οι ιδιότητες;»
    Ο άγγελος χαιρέτησε χαρούμενα με την τραγουδιστή φωνή του δυο αγγέλους που συνάντησε στην πορεία του και λίγο αργότερα έφτασε μπροστά στο, λουσμένο από ένα απαλό, γαλάζιο φως, σύννεφο που φιλοξενούσε το θρόνο του Παντοκράτορα. Ο ίδιος ο Δημιουργός καθόταν γαλήνιος πάνω του, ενώ τρία μικρά αγγελάκια πετάριζαν χαριτωμένα γύρω του, άδωντας ψαλμούς και ύμνους με τις υπέροχες, μελωδικές  φωνές τους. Λίγο πιο πέρα, επάνω σε ένα κατάλευκο σύννεφο, καθόταν ο Χριστός παρέα με κάποιους από τους μαθητές του και έπαιζαν τρίλιζα.
    Ο άγγελος, έκλεισε τα φτερά του, στάθηκε ευλαβικά μπροστά στον Θεό και του πρότεινε τον κατάλογο. «Μόλις έφτασε, Κύριε», ψέλλισε με σεβασμό. «Πρόκειται για τους πέντε χιλιάδες αποδημήσαντες το προηγούμενο χρονικό διάστημα».
    Ο Θεός πήρε στα χέρια του τη λίστα με τα ονόματα των νεκρών, της έριξε μια γρήγορη ματιά και αρκέστηκε να ρωτήσει: «Είναι όλοι τους χριστιανοί;»
    «Όχι, Κύριε. Οι περισσότεροι είναι αλλόθρησκοι».
    «Αν θυμάμαι καλά, σου έχω πει ότι οι αλλόθρησκοι, οι άθεοι και οι αμαρτωλοί πρέπει να πηγαίνουν κατευθείαν στην κόλαση, χωρίς άλλες διαδικασίες. Μόνον όσοι είναι πιστοί χριστιανοί, κι έχουν εξομολογηθεί, έχουν μετανοήσει και έχουν κοινωνήσει με τη θεία μετάληψη, θα γίνονται δεκτοί στον παράδεισο.  Σε εμένα θα φέρνετε να κρίνω που θα σταλούν, μόνον αυτούς για τους οποίους υπάρχουν αμφιβολίες, ή για όσους χρειάζεται να προβούμε σε  κάποια ειδική, κατ΄εξαίρεσιν μεταχείριση».
    Ο άγγελος ξαναπήρε τη λίστα, υποκλίθηκε με σεβασμό στον Μεγαλοδύναμο και αναχώρησε για το σύννεφό του, χωρίς να σχολιάσει τα λεγόμενα του Κυρίου του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Τι ήταν αυτός για να κρίνει τις αποφάσεις του Δημιουργού του Σύμπαντος; Επέστρεψε στη βάση του, έκανε όπως τον είχε συμβουλέψει ο Θεός και ξανάγραψε τον κατάλογο που θα του παρέδιδε. Από τους πέντε χιλιάδες μακαρίτες, οι τέσσερις χιλιάδες εξακόσιοι πήραν διαβατήριο για την κόλαση, μόλις εκατόν είκοσι πέντε εγκρίθηκαν για να μπουν στον παράδεισο και οι υπόλοιποι διακόσιοι εβδομήντα πέντε, κόσμησαν τη λίστα την οποία θα αξιολογούσε ο ίδιος ο Θεός.
    Όσο πάει και ο αριθμός των εισακτέων στον παράδεισο μειώνεται, σκέφτηκε ο άγγελος. Εκεί κάτω, στην κόλαση, έχει δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Φοβάμαι ότι ο Βελζεβούλ θα κάνει αίτημα διαμαρτυρίας και θα απαιτήσει να πάψουμε να του στέλνουμε τόσες πολλές ψυχές, και μάλλον δεν θα έχει άδικο.
    «Άγγελε, τι σκέψεις είναι αυτές που κάνεις;» άκουσε τη βροντερή φωνή του Θεού, και τον έπιασε σύγκρυο. «Τι θέλεις δηλαδή, να φέρουμε στον παράδεισο όλα τα αποβράσματα της κοινωνίας, για να μην στενοχωρήσουμε το διάβολο; Ας βρει μόνος του τη λύση στο πρόβλημα του συνωστισμού στην κόλαση. Άφησε λοιπόν κατά μέρος τις αιρετικές σκέψεις και φέρε μου γρήγορα τον κατάλογο να τον δω. Οι ψυχές δεν μπορούν να περιμένουν».
    Άντε πάλι έξω στον λαμπερό ουρανό του παραδείσου, άντε πάλι ενώπιον του Δημιουργού. Αυτή τη φορά δεν τόλμησε καν να τον κοιτάξει. Νιώθοντας ενοχή για τις σκέψεις που είχε τολμήσει να κάνει, του παρέδωσε τον κατάλογο και τραβήχτηκε στην άκρη, περιμένοντας οδηγίες. Απέναντί του ο Χριστός και οι μαθητές συνέχιζαν το παιχνίδι τους, ενώ εμφανίστηκε και ο άγιος Πέτρος. Εκείνος στάθηκε δίπλα στον Μεγαλοδύναμο που ήταν βυθισμένος στη μελέτη της λίστας και περίμενε να του απευθύνει το λόγο.
    «Τα ονόματα που έχω υπογραμμίσει», είπε στον άγγελο, καθώς του επέστρεφε τον κατάλογο, «προορίζονται για τον παράδεισο. Τις υπόλοιπες ψυχές στείλε τις στον Εωσφόρο».
    «Ο διάβολος», σχολίασε ο Πέτρος, καγχάζοντας, «τον τελευταίο καιρό έχει δουλειές με φούντες. Αυξήθηκαν βέβαια οι θάνατοι, αλλά αυξήθηκαν δυσανάλογα και εκείνοι που πρέπει να τιμωρηθούν αιώνια».
    «Εντάξει, Πέτρο», του υπενθύμισε ο Θεός, «αλλά μην ξεχνάς τότε, τη δεκαετία του ’40 που στη Γη μαινόταν εκείνος ο καταστροφικός πόλεμος, πόση δουλειά είχε πέσει σε όλους. Εκτός από τον διάβολο, ούτε κι εμείς προλαβαίναμε να πάρουμε ανάσα. Τώρα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ευτυχώς να λες που αυξήθηκαν δραματικά και οι άθεοι, και λιγόστεψαν οι αφίξεις στον παράδεισο».
    Ο άγγελος έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο πόστο του, δεν του έκανε όμως καρδιά να φύγει. Η συζήτηση μεταξύ των δυο Υπέρτατων Όντων του παραδείσου ήταν ενδιαφέρουσα και πολύ θα το επιθυμούσε να την άκουγε όλη, φοβόταν όμως ότι αυτό δεν θα άρεσε στον Θεό.
    «Άγγελε, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο», άκουσε τον Δημιουργό να του λέει, προφανώς έχοντας διαβάσει τη σκέψη του, κι επιβεβαιώνοντας την υποψία του. «Πήγαινε να μεριμνήσεις για την τακτοποίηση των ψυχών που περιμένουν».
    Καθώς απομακρυνόταν, άκουσε τον Πέτρο να του φωνάζει: «Μόλις εμφανιστούν οι καινούριοι στην πύλη, ειδοποίησέ με να έρθω να τους υποδεχτώ».
    Ο άγγελος δυσανασχέτησε. Το γνώριζε ότι ο Θεός θα διάβαζε τη σκέψη και τα συναισθήματά του, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι άγγελοι τριγυρνούσαν ανέμελοι στον ουρανό, ψέλνοντας και τραγουδώντας, εκείνος έκανε όλη τη χαμαλοδουλειά, κι αυτό το θεωρούσε εντελώς  άδικο. Σκέφτηκε ότι μάλλον θα άξιζε τον κόπο να παρακαλέσει τον Δημιουργό να του αλλάξει πόστο.
    «Θα γίνει και αυτό, μην σε απασχολεί», άκουσε σχεδόν αμέσως τη φωνή του Θεού. «Σε λίγο καιρό θα τοποθετήσω άλλον άγγελο στη θέση σου».
    Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, ευχαριστημένος που ο Πανάγαθος τον είχε εισακούσει και, με αναπτερωμένο το ηθικό του, πέταξε πιο γρήγορα για το σύννεφό του. Λίγο πριν φτάσει, αντίκρισε μια συντροφιά από πέντε αγγέλους, που πετούσε πάνω από μια ομάδα ψυχών και τραγουδούσε με μοναδικό τρόπο το γνωστό τραγούδι του συγκροτήματος ΤΡΥΠΕΣ, ‘’Ω, ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ’’, κι εκείνος δεν μπόρεσε να μη συμφωνήσει!