Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Τζογαδόρος και προληπτικός


Ένα αφήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


            ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ  ΚΑΙ  ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ


    Ο Στάθης ήταν το τρίτο παιδί μιας φτωχής, τρίτεκνης, μεταπολεμικής  οικογένειας, μικροκαμωμένος, ασχημούλης και αδικημένος σωματικά, αλλά από μικρός φανέρωσε ότι διέθετε στοιχεία για να γίνει κάποτε μεγάλος και τρανός. Η μητέρα του μάλιστα, μια αμόρφωτη, μοιρολάτρισσα γυναίκα, διατυμπάνιζε συνεχώς ότι ο μικρός γιος της θα κυβερνούσε την Ελλάδα. Το είχε δει, λέει, στον ύπνο της και το είχε δέσει κόμπο. Και την εξωφρενική αυτή ιδέα της, την είχε ενστερνιστεί ολόκληρο το οικογενειακό τους περιβάλλον. Πραγματικά, ο μικρός Στάθης πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο, τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο και πέρασε με επιτυχία της εξετάσεις για την είσοδό του στο Πάντειο πανεπιστήμιο. Εντούτοις, επηρεασμένος από την  οικογένειά του, η οποία ήταν πολύ θρησκευόμενη και ακροδεξιάς ιδεολογίας, και παρόλο που ο ίδιος διάβαζε πολύ, δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα νύχια του συντηρητισμού και της θρησκοληψίας.
    Έχοντας γαλουχηθεί με τον φόβο του θανάτου και με την απειλή της μεταθανάτιας τιμωρίας λόγω αμαρτιών, είχε γίνει ιδιαίτερα προληπτικός, σε σημείο που να έχει καταντήσει αντικείμενο χλευασμού και ειρωνείας από τους φίλους του. Ένα άλλο, άσχημο ελάττωμά του, ήταν η ενασχόλησή του με την χαρτοπαιξία. Αρχικά, έπαιζε εντελώς ερασιτεχνικά και χωρίς χρήματα, αργότερα όμως εθίστηκε στο χαρτοπαίγνιο και άρχισε να παίζει με λεφτά. Έπαιζε με κάποιους φίλους του σε μια οικοδομή και σύντομα κόλλησε την ασθένεια του τζόγου. Από εκεί και ύστερα, δεν υπήρχε τυχερό παιχνίδι που να μην το είχε δοκιμάσει. Τι ‘’εδώ παπάς εκεί παπάς’’, έπαιζε, τι προ-πο και λαχεία, το μεγάλο πάθος του όμως ήταν ο ιππόδρομος.
    Έχανε συνέχεια λεφτά, αλλά συνέχιζε να παίζει, πιστεύοντας ότι θα ρεφάρει. «Δεν μπορεί», έλεγε σε έναν ξάδελφό του, με τον οποίον έκανε συχνά παρέα, «ο θεός θα με βοηθήσει να ρεφάρω».
    Ο θεός όμως μάλλον δεν τον άκουγε, κι έτσι τη νύφη την πλήρωνε ο κακομοίρης ο πατέρας του, ο οποίος του είχε αδυναμία και δεν προλάβαινε να τον χαρτζιλικώνει.
    Οι περισσότεροι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον θεωρούσαν έξυπνο, πολύ συχνά όμως οι πράξεις του απέδειχναν το αντίθετο. Ήταν ένας αλλοπρόσαλλος χαρακτήρας, ικανός για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Ήταν κοινωνικός και καλοσυνάτος, κι είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ, αλλά ταυτόχρονα ήταν ευέξαπτος κι εριστικός, κι έμπλεκε αρκετά συχνά σε διαμάχες και διενέξεις. Ήταν ομιλητικός και είχε ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση, αδυνατούσε όμως να απαγκιστρωθεί από το άρμα  της δεισιδαιμονίας. Οι παρέες του, κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,  δεν διακρίνονταν για το επίπεδο και την ποιότητά τους, με αποτέλεσμα να εθιστεί, όπως είπαμε, στον τζόγο, με όλα τα κακά που αυτό συνεπαγόταν. 
    Αποφοίτησε από την Πάντειο, πήγε φαντάρος και, επιστρέφοντας, έπιασε δουλειά στην τράπεζα. Παράλληλα, έδωσε επιτυχείς εξετάσεις στη Νομική και, ύστερα από δυο-τρία χρόνια κατάφερε να πάρει και το δεύτερο πτυχίο του. Κι ενώ οι προοπτικές για μια καλύτερη ζωή διαφαίνονταν θαυμάσιες, εκείνος συνέχιζε να διακατέχεται από το πάθος του τζόγου και να γκρεμίζει ό, τι με κόπο και θυσίες, δικές του και της οικογένειάς του, είχε κτίσει.
    Κάποια φορά, γυρίζοντας στο σπίτι με τον ξάδελφό του, συνάντησαν μια διπλή κολώνα της ΔΕΗ και ο Στάθης απέφυγε να περάσει ανάμεσά της. Ο ξάδελφός του, αδιαφορώντας για την πρακτική του προληπτικού ξαδέλφου του, πέρασε χαμογελώντας ανάμεσα από τις δυο κολώνες, ακούγοντας ταυτόχρονα τον Στάθη να του λέει: «Μα καλά, τι κάνεις εκεί; Δεν φοβάσαι να μην πάθεις κακό;»
    Μια άλλη φορά, συνάντησαν στο δρόμο τους μια μαύρη γάτα και στη θέα της ο Στάθης άρχισε να σταυροκοπιέται, να κάνει τρεις στροφές γύρω από τον εαυτό του και να αλλάζει πεζοδρόμιο. «Τι κάνεις, ρε μαλάκα;» φώναξε στον ξάδελφό του, βλέποντάς τον να έχει σταθεί χαμογελαστός επάνω από τη γάτα και να της χαϊδεύει το κεφάλι. «Είναι γρουσουζιά αυτό που κάνεις, δεν το καταλαβαίνεις;»
    «Ο αιώνιος Στάθης», αρκέστηκε να μουρμουρίσει ο ορθολογιστής ξάδελφος, και συνέχισε το δρόμο του, αποφεύγοντας να του δώσει απάντηση.
    Όταν η 13η κάποιου μήνα τύχαινε να πέσει ημέρα Τρίτη, ο Στάθης περνούσε απαραίτητα πρώτα από την εκκλησία, προσευχόταν ευλαβικά και άναβε κερί για να ξορκίσει τη γρουσουζιά, και ύστερα πήγαινε στη δουλειά του, λοιδορώντας τον ξάδελφό του, ο οποίος ξεκινούσε για το γραφείο του συμπεριφερόμενος όπως τις υπόλοιπες μέρες του μήνα.  

    Τα χρόνια πέρασαν και τα δυο ξαδέλφια παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Ο Στάθης πήρε μια κοπέλα κατώτερης μόρφωσης και φιλάσθενη, αλλά πολύ θρησκόληπτη, με αποτέλεσμα να ταιριάσουν απόλυτα μαζί. Η Φανή, όπως ήταν το όνομά της, έπασχε από μια μακροχρόνια ασθένεια και, πίστευε ότι θα γινόταν καλά, τρέχοντας συνεχώς στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Το δρομολόγιο Ραφήνα-Τήνος, το είχε κάνει Ομόνοια-Πατήσια. Όταν είχε φτάσει σχεδόν στο τελευταίο στάδιο της ζωής της, αποφάσισε τελικά να απευθυνθεί και στους γιατρούς. Εκείνοι την χειρούργησαν με επιτυχία και κατάφεραν να αποτρέψουν το μοιραίο, η Φανή όμως συνέχισε να προσεύχεται στην Παναγία και στους αγίους και να πιστεύει ότι είχε σωθεί χάρη στην πίστη της. Το περίεργο ήταν ότι κι ο Στάθης, ο μορφωμένος σύζυγος με τα δύο πτυχία,  ασπαζόταν την ίδια μ’ εκείνην εξωφρενική άποψη. Το έλεγε και το ξανάλεγε: «Τη Φανή την είχαν σώσει η πίστη της και τα τάματα και οι προσευχές».
    Η ζωή τους συνεχίστηκε στο ίδιο στενοκέφαλο μοτίβο, ώσπου ήρθε και το παιδί. Ε, τότε ήταν που η θρησκοληψία τους έφτασε στα ύψη. Το παιδί, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τους το είχε στείλει ο… θεός. ‘’Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου’’, να τους λένε κάποιοι πιο ρεαλιστές, ‘’τα παιδιά συλλαμβάνονται με τη μέθοδο της συνουσίας’’, αυτοί όμως τίποτα. Επέμεναν ότι, αν δεν ήθελε ο θεός, δεν θα έκαναν παιδί, κι ας είχε κοντέψει η Φανή να πεθάνει κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ευτυχώς, χάρη στην υπερπροσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αποφεύφθηκαν τα χειρότερα και επέζησαν μάνα και παιδί, εκείνοι όμως ισχυρίζονταν ότι τους είχε βοηθήσει ο θεός, παραγνωρίζοντας εγωιστικά την τιτάνια προσπάθεια κάποιων ανθρώπων και τη συμβολή της επιστήμης.
    Με τον καιρό, και χάρη στα πλούσια τυπικά προσόντα του, ο Στάθης ανελίχθηκε κάπως στην ιεραρχία της τράπεζας και αμειβόταν καλά, στο σπίτι του όμως δεν έφταναν ούτε τα μισά από αυτά που κέρδιζε. Η αιτία ήταν η αρρωστημένη εξάρτησή του από το τζόγο, αυτό όμως το απέκρυπτε επιμελώς από την ευκολόπιστη σύζυγό του, ισχυριζόμενος ότι η τράπεζα δεν τον πλήρωνε όπως του άξιζε, κι εκείνη η κακομοίρα τον πίστευε. Εκτός από ιππόδρομο, έπαιζε και λαχεία, όπως προείπαμε,  και, κάθε Δευτέρα πρωί πριν μπει στο γραφείο, αγόραζε απαραιτήτως δυο τετράδες από τον λαχειοπώλη της γωνίας. Έπειτα, έμπαινε μέσα στην τράπεζα, ακουμπούσε τα λαχεία επάνω στο γραφείο του, τα σταύρωνε μερικές φορές και τα ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στην εικόνα της Παναγίας, που αναπαυόταν μονίμως στο πλάι της αριθμομηχανής. Παρόλα αυτά, ποτέ του δεν είχε κερδίσει ούτε μια δραχμή, εκείνος όμως δεν πτοούταν. Πίστευε ότι, αργά ή γρήγορα, ο θεός θα τον αντάμειβε για την πίστη του και θα τον γέμιζε με λεφτά. Αντ’ αυτού, βρισκόταν μονίμως άφραγκος και χρεωμένος και αναγκαζόταν να παίρνει μικροδάνεια ή προκαταβολή του μισθού του, για να μπορεί να ανταπεξέρχεται στις οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις. Όταν κάποτε η οικονομική κατάσταση της οικογένειας έφτασε στο ναδίρ, κατάφερε να πείσει την γυναίκα του να πουλήσει ένα προικώο οικόπεδό της στην Εύβοια, για να μην χρεωκοπήσουν.
    Ωστόσο, η διαφορά νοοτροπίας και πεποιθήσεων μεταξύ του Στάθη και του εξαδέλφου του, ουδόλως είχε επηρεάσει τις μεταξύ τους σχέσεις, κι αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην ανεκτικότητα του τελευταίου. Συνέχισαν να κάνουν παρέα, μαζί με τις οικογένειές τους και ήταν πάντοτε αγαπημένοι. Ο ξάδελφος, βλέπεις, σεβόταν το κόλλημα του Στάθη και της γυναίκας του με τη θρησκεία και τις προλήψεις, κρατούσε πάντοτε μια διακριτική και ουδέτερη στάση και απέφευγε να συζητήσει μαζί τους γι’ αυτά τα θέματα. «Δικαίωμά τους να πιστεύουν ό, τι θέλουν», σκεφτόταν. «Τι με κόφτει εμένα; Εγώ θα τους αλλάξω τα μυαλά; Ακόμα και να το ήθελα, δεν νομίζω πως θα το μπορούσα»
    Στην εργασιακή του πορεία, και βλέποντας ότι η εξέλιξή του στην ιεραρχία είχε κατά τη γνώμη του καθυστερήσει και δεν ήταν αυτή που περίμενε, ενεπλάκη ενεργά και στον  κομματικό συνδικαλισμό, που ήταν και είναι ο κλασσικός τρόπος αναρρίχησης των εμπλεκομένων στα ανώτερα κλιμάκια των διαφόρων υπηρεσιών, όπως και το εφαλτήριο για μεταπήδηση στην πολιτική σταδιοδρομία. Όσο κυβερνούσε το αντίπαλο κόμμα, τίποτα δεν γινόταν, όταν όμως, λίγο πριν πεθάνει, εξελέγη το κόμμα του στις εκλογές, πέταξε από τη χαρά του. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη ώρα της μεγάλης αλλαγής στη ζωή του είχε φτάσει. Από τότε, περνούσε κάθε πρωί πλέον από την εκκλησία και άναβε κερί, όντας πεπεισμένος ότι ο θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του και θα τον αντάμειβε με μια διευθυντική θέση στην τράπεζα. Δυστυχώς, το χτύπημα που δέχτηκε, όταν ανακοινώθηκαν οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις στελεχών, ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό. Το όνομά του δεν αναφερόταν σε καμιά από τις λίστες.
    Λίγες μέρες αργότερα, κατά την μετάβασή του στο γραφείο, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε στο νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε εσπευσμένα, σκορπώντας τη θλίψη στο οικογενειακό, φιλικό  και εργασιακό του περιβάλλον.
    Σήμερα, είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια μετά, ο ορθολογιστής ξάδελφός του, αυτός ο τύπος που αψηφούσε τις μαύρες γάτες και τους γρουσούζικους αριθμούς, ζει ακόμα και μάλιστα χαίρει άκρας υγείας.
      

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

  1.       Η κριτική είναι δεύτερη φύση του Νεοέλληνα, η αυτοκριτική όχι.  Κριτικάρει τους πάντες και τα πάντα, ασχέτως αν είναι γνώστης του αντικειμένου ή όχι, και μέχρις ενός σημείου αυτό είναι λογικό. Θα κριτικάρω, για παράδειγμα, τον ανεγκέφαλο που βάζει επάνω στη μηχανή του το παιδί του χωρίς κράνος, ή τον νταή που χειροδικεί εις βάρος κάποιου ανήμπορου, ή του εγκληματία οδηγού που παραβιάζει τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, αλλά για να κριτικάρω ένα έργο τέχνης, μια παράσταση, μια επιστημονική ανακάλυψη, ή ένα λογοτέχνημα, θα πρέπει πρωτίστως να έχω ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Συνήθως όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οι περισσότεροι κάνουμε κριτική, καλόπιστη ή κακόπιστη δεν έχει σημασία, απλώς και μόνον για να εξωτερικεύσουμε τα συναισθήματά μας και την συμπάθεια  ή την αντιπάθεια που τρέφουμε για τον σχολιαζόμενο. Το θεωρώ απαράδεκτο να με κριτικάρει, και μάλιστα κακόπιστα, κάποιος ο οποίος έχει διαβάσει ελάχιστα στη ζωή του, ή το μεγαλύτερο κείμενο που έχει γράψει ο ίδιος δεν ξεπερνάει τις πέντε-δέκα αράδες. Άσε μας, ρε φιλαράκο. Ανέβασε καμιά φωτογραφιούλα και κανένα τραγουδάκι και μην εισέρχεσαι σε χώρους που δεν γνωρίζεις. Όσο μπορώ εγώ να κριτικάρω την θεωρία της σχετικότητας, άλλο τόσο κι εσύ μπορείς να κριτικάρεις τα γραπτά μου. Ασχολήσου με θέματα που γνωρίζεις καλά και άφησέ με εμένα να εκφράζω τις σκέψεις μου, χωρίς να προσπαθείς να μειώσεις την όποια λογοτεχνική τους αξία. Αυτό άσε να το κάνουν οι ειδικοί, αν και σε ορισμένους από αυτούς δεν έχω ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Αντί να κάνεις κακόπιστη κριτική, αντί να αποδείχνεις με αναιδή και επαίσχυντο τρόπο ότι είσαι προκατειλημμένος, κάνε καλύτερα την αυτοκριτική σου και θα διαπιστώσεις ότι είσαι κακοπροαίρετος, άσχετος, κομπλεξικός και εμπαθής. 

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΝΥΜΦΕΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ


Ένα μικρό αφήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ.


4.     ΝΥΜΦΕΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ


    Το πληροφορήθηκε από τη μητέρα της και μόνον που δεν πέταξε από τη χαρά της. Επιτέλους, το όνειρό της για σπουδές στην πρωτεύουσα, θα γινόταν πραγματικότητα. «Θα πας στην Αθήνα, να σπουδάσεις νοσοκόμα», της είπε η μητέρα της, γυρίζοντας στο σπίτι από την εκκλησία. «Μου το πρότεινε σήμερα ο ίδιος ο πάτερ-Ιάκωβος, προθυμοποιημένος να μας βοηθήσει, καθώς γνωρίζει καλά την άθλια οικονομική μας κατάσταση».
    Ύστερα από δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μίζερης ζωής στη γενέτειρά της, ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου, θα επισκεπτόταν για πρώτη φορά την πρωτεύουσα και θα έμενε εσωτερική για τέσσερα χρόνια, στο οικοτροφείο της σχολής αδελφών νοσοκόμων της εκκλησίας στα Πατήσια. Θα έδινε βέβαια εξετάσεις, αλλά δεν ανησυχούσε για το αποτέλεσμα, αφού τα μαθήματα στα οποία θα εξεταζόταν τα είχε καλά  διαβασμένα. Ενθουσιάστηκε με αυτήν την νέα, ελπιδοφόρα προοπτική. Αφενός, επειδή της άρεσε το επάγγελμα της νοσοκόμας, και αφετέρου, επειδή θα έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην πλανεύτρα Αθήνα, την οποίαν την γνώριζε μόνον από φωτογραφίες. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, τα στενά όρια της επαρχίας την έπνιγαν, την ανάγκαζαν να νιώθει ασφυξία, χώρια που, οι προοπτικές για βελτίωση της εξαθλιωμένης διαβίωσής της, φάνταζαν ανύπαρκτες. Κι εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα, ένιωσε τη ζωή της να αλλάζει. Μια ολοκαίνουρια σελίδα ανοιγόταν στο κεφάλαιο της ταλαίπωρης ύπαρξής της, μια σελίδα που προμήνυε κάποια λίγο άγνωστα, αλλά πιθανόν σημαντικά και αξιόλογα νέα δεδομένα για το μέλλον της.
    Η Ηλέκτρα ήταν το δεύτερο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά δυο χρόνια αδελφό, ο οποίος υπηρετούσε την θητεία του, και άλλες τρεις μικρότερες αδελφές, στις οποίες είχε παρασταθεί σαν μητέρα, όταν η μάνα τους έλειπε σχεδόν όλη μέρα, δουλεύοντας στα χωράφια. Παρόλα αυτά, και παρόλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, είχε καταφέρει και είχε τελειώσει το λύκειο. Και να που, τώρα, το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης θα της φαινόταν χρήσιμο για το μεγάλο άλμα που επρόκειτο να κάνει.
    Κάνοντας νοερά μια αναδρομή στα γεγονότα των τελευταίων ετών, ένιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη στην μητέρα της, γιατί, όταν μερικά χρόνια πριν, η αφεντιά της ήθελε να παρατήσει το σχολείο, εκείνη επέμενε πιεστικά να το συνεχίσει. Και η επιμονή της είχε φέρει αποτέλεσμα. Έτσι, πολύ σύντομα, εκτός από τον τίτλο του ακαδημαϊκού πολίτη, η Ηλέκτρα θα αποκτούσε και την ιδιότητα της φοιτήτριας.
    Μετέβη στην Αθήνα με τη μητέρα της και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι ενός στενού συγγενούς τους. Έμαθαν το δρομολόγιο για τη σχολή και για αρκετές μέρες πηγαινοέρχονταν για την τακτοποίηση των διαδικαστικών θεμάτων. Η Ηλέκτρα έδωσε τις υποχρεωτικές εξετάσεις και, όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, έμαθε με ανακούφιση ότι είχε περάσει. Ύστερα  από αυτό, τακτοποιήθηκε στο οικοτροφείο, ελευθερώνοντας έτσι και την μητέρα της, η οποία επέστρεψε στο χωριό.
    Η προσαρμογή της στο νέο περιβάλλον έγινε σταδιακά, όμως ο αρχικός ενθουσιασμός της άρχισε σιγά-σιγά να ξεθυμαίνει. Ο στρατιωτικός τρόπος ζωής, ο λιγοστός ελεύθερος χρόνος λόγω των πολλών μαθημάτων και της συνεχούς παρακολούθησης εκκλησιαστικών τελετουργικών (σχολή της εκκλησίας γαρ), είχαν αρχίσει να την κουράζουν. Αναρωτιόταν πώς θα άντεχε αυτήν την τόσο μονότονη και ανιαρή ζωή για τέσσερα ολόκληρα χρόνια και παρηγοριόταν μονάχα στη σκέψη ότι τουλάχιστον τις Κυριακές μετά τον εκκλησιασμό, μπορούσαν να βγουν για λίγες ώρες έξω.
    Ένα άλλο στοιχείο που την παρηγόρησε και την ανέβασε λίγο ψυχολογικά, ήταν η συγκατοίκησή της με δυο κορίτσια, το ίδιο φιλελεύθερα πνεύματα σαν κι εκείνην. Έβγαιναν μαζί τις Κυριακές και επισκέπτονταν τα αξιοθέατα της πρωτεύουσας, κι αυτό ήταν ένα επιπλέον στοιχείο που μετρίαζε κάπως την μονοτονία των υπολοίπων ημερών της εβδομάδας.
    Τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο όταν, μετά από αρκετό καιρό και λόγω του αυθορμητισμού που την χαρακτήριζε, ειρωνεύτηκε τρεις θεούσες συμφοιτήτριές της. Ένα μεσημέρι, επιστρέφοντας στους κοιτώνες τους από το μάθημα, πρόσεξε ότι οι τρεις αυτές κοπέλες φορούσαν βέρα στο δεξί τους χέρι. Παραξενεύτηκε και τόλμησε να τις ρωτήσει: «Κορίτσια, γιατί φοράτε βέρα;»
    Εκείνες, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με ηλίθιο ύφος, ανασήκωσαν τους ώμους και απάντησαν με μια φωνή: «Μα είμαστε παντρεμένες με το Χριστό».
    Η Ηλέκτρα έμεινε να τις κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Δυσκολεύτηκε να πιστέψει εκείνο που είχε ακούσει. Το ήξερε ότι ήταν θρησκόληπτες, τόση όμως ανοησία από μέρους τους δεν την περίμενε. Ο απείρου κάλλους διάλογος που επακολούθησε, ήταν αποτέλεσμα του εκρηκτικού ταμπεραμέντου της και της αθυροστομίας της.
    «Α, μάλιστα! Και δεν μου λέτε, βρε κορίτσια, σεξουαλικά πώς την βρίσκετε μαζί του; Σας πηδάει όλες μαζί, ή πηδάει την κάθε μια ξεχωριστά;»
    Εκείνες αναψοκοκκίνησαν, κοίταξαν με έκπληξη η μια την άλλη και της απάντησαν όλες μαζί: «Δεν ντρέπεσαι λιγάκι, βρε παλιοθήλυκο, να χλευάζεις τον Ιησού; Θα πέσει φωτιά και θα σε κάψει».
    «Ναι, τώρα με φοβίσατε», συνέχισε να τις ειρωνεύεται η Ηλέκτρα. «Μα τι θέλατε να σας πω, όταν ξεστομίζετε τέτοιες σαχλαμάρες; Άκου, είμαστε παντρεμένες με το Χριστό; Κι εγώ είμαι θρησκευόμενη, κι εγώ πιστεύω στο θεό, αλλά τέτοιες παλαβομάρες δεν λέω. Μήπως έχετε πάθει παράκρουση;»
    Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Παρουσίαση στην διευθύνουσα της σχολής, επίπληξη και μηνιαία απαγόρευση εξόδου. Η όλη εκείνη ιστορία είχε σαν κατάληξή της το χωρισμό των σπουδαστριών της σχολής σε δυο ομάδες. Η πρώτη και με μεγαλύτερο αριθμό μελών, υποστήριζε τις θεούσες, η δεύτερη τάχτηκε με το μέρος της Ηλέκτρας. Σε κάθε ευκαιρία, τα πειράγματα και οι ειρωνείες έπεφταν βροχή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αναταραχή και ένα πολύ αρνητικό κλίμα, το οποίο δεν άργησε να γίνει  αντιληπτό από τη διεύθυνση. Έτσι, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κρίσης, αποφασίστηκε η απαγόρευση ανταλλαγής πειραγμάτων και ύβρεων και η ποινή για τους παραβάτες θα ήταν η αποπομπή τους από τη σχολή. Έκτοτε, τα πνεύματα ηρέμησαν και η Ηλέκτρα χαμήλωσε τους τόνους, φοβούμενη μήπως εκδιωχθεί από τη σχολή και χάσει την ευκαιρία να κάνει κάτι θετικό στη ζωή της.
    Όταν μετά από χρόνια, παντρεμένη πια και με παιδιά, συνάντησε τη μια από τις δυο συγκατοίκους της στο οικοτροφείο, έμαθε για την κατάληξη των τριών… συζύγων του Ιησού. Η πρώτη δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα της νοσηλεύτριας και κλείστηκε σε μοναστήρι, η δεύτερη έγινε νοσοκόμα στο νοσηλευτικό ίδρυμα των κληρικών και η τρίτη αυτοκτόνησε λόγω… ερωτικής απογοήτευσης.
    Στενοχωρήθηκε, αλλά, για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον αυθορμητισμό της και να μην εκδηλώσει την αιρετική  σκέψη της: «Κρίμα για την Αθανασία. Πραγματικά λυπήθηκα πολύ, αλλά πιστεύω ότι τιμωρήθηκε από το Χριστό, επειδή τόλμησε να τον… απατήσει".

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ


3.  Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
(Του Στέλιου Φραγκόπουλου)


    Ο φίλος μου ο Προκόπης πήγε επιτέλους στο Άγιον Όρος, για εθιμοτυπική επίσκεψη όμως, μην πάει ο νους σας αλλού. Τον πίεζε από καιρό ένας στενός του φίλος, λίγο θεούσος και ανασφαλής: «Πάμε να δεις, θα περάσεις καλά, είναι πανέμορφη η φύση εκεί».
    Ο Προκόπης ήταν διστακτικός, έψαχνε για δικαιολογία: «Ε, καλά, να πάμε καλύτερα στη λίμνη Πλαστήρα. Εκεί να δεις ομορφιά της φύσης, μετά των συζύγων φυσικά».
    «Μπα», επέμενε ο άλλος, «καμιά σχέση, έλα και θα δεις. Θα γυρίσεις άλλος άνθρωπος».
    Τελικά, ξεκίνησαν με τα πολλά οι δυο φίλοι, κι έφτασαν στο Άγιον Ορος, στη μονή Κοντοβλέποντος. Τους υποδέχτηκαν δυο-τρεις μοναχοί, γνωστοί του φίλου του από παλαιότερες επισκέψεις του εκεί, και τους ξενάγησαν με μεγάλη προθυμία.  Τους έδειξαν τα ιερά κειμήλια, εικόνες, σταυρουδάκια, τάματα και ανάμεσά τους διάφορα κομμάτια από πτώματα κάποιων αγίων, το αυτί του τάδε, το δάχτυλο του τάδε, το νύχι του άλλου, κι εδώ, το λαμπρότερο λείψανο της μονής, το χέρι του μεγαλομάρτυρα αγίου Νικηφόρου.
    Ήταν τοποθετημένο μέσα σε ένα ασημένιο κιβώτιο, το οποίο είχε στην οροφή του τζάμι. Στο εσωτερικό του βρισκόταν, μαυρισμένο βέβαια, ένα χέρι, του μεγαλομάρτυρα, όπως τους εξήγησαν, ο πήχης, η παλάμη και όλα τα δάχτυλα, κάπου μισό μέτρο συνολικά.
    Έσκυβε ο Προκόπης και προσκυνούσε, φιλιά στα τζάμια, φιλιά στα ξύλα, έκανε κι ένα γρήγορο σταυρό κάθε φορά, να μας προστατεύει η Παναγία, βρε αδελφέ, ποτέ δεν ξέρεις.
    Η επόμενη μέρα ήταν πρωτομηνιά με το παλιό ημερολόγιο και οι μοναχοί ανακοίνωσαν αποβραδίς στους επισκέπτες ότι θα γινόταν πανηγυρικός αγιασμός. Σηκώθηκαν λοιπόν οι δυο φίλοι από τα μαύρα μεσάνυχτα και πήγαν μαζί με τους άλλους για τον όρθρο. Παρακολουθούσαν από τα στασίδια την ανιαρή τελετουργία, αλλά κουτούλαγαν κιόλας, καθώς ήταν ασυνήθιστοι στο ξενύχτι. Κάποια στιγμή πρέπει να τελέστηκε ο αγιασμός και ο Προκόπης, όταν κάποιος καλόγερος έψαλλε με δυνατή φωνή, μάλλον για να ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι, πετάχτηκε από τον υπνάκο που είχε πάρει, στηριγμένος στο στασίδι.
    «Σώσον κύριε τον λαό σου…», βροντοφώναξε ο μοναχός, ραντίζοντας ταυτόχρονα δεξιά και αριστερά, όπως διώχνουν με την πετσέτα τις μύγες.

  •     Κάποτε τελείωσε κι αυτό-όταν νυστάζεις, σου φαίνεται το λεπτό αιώνας- και μπήκαν οι επισκέπτες στη σειρά για να πάρουν αγιασμό. Έπιναν με ένα ποτηράκι, που γέμιζε ο γνωστός τους καλόγερος από το καζάνι του αγιασμού. Τους το πρόσφερε χαμογελώντας και τους ψιθύριζε και από μια ευχή. Όταν ήπιε ο Προκόπης τη δόση του-βλέπεις δίψαγε κιόλας-του λέει ο ρασοφόρος με ενθουσιασμό: «Είσαι ιδιαίτερα τυχερός, αγαπητέ μου. Σήμερα αναδεύσαμε τον αγιασμό με το ιερόν λείψανον του αγίου!

ΚΟΛΑΣΗ Η ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

Ένα πολύ μικρό απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ και συγκεκριμένα από το διήγημα ''κόλαση ή παράδεισο;"

Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο;