Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΛΑΣΗ Η ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

          Το δεύτερο διήγημά μου από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

          2.    ΚΟΛΑΣΗ  Η  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

    «Πολυχρόνη, έπλυνες τα δόντια σου;» η τσιριχτή φωνή της μητέρας του αντήχησε εκνευριστικά μέσα στο κεφάλι του από το διπλανό δωμάτιο. Το τελευταίο διάστημα, όλη αυτή η επαναλαμβανόμενη επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια βραδινή διαδικασία ερωτήσεων-απαντήσεων, είχε αρχίσει να τον κουράζει.  Γνώριζε τι θα επακολουθούσε, μετά το πλύσιμο των δοντιών. «Πολυχρόνη, έκανες την προσευχή σου;» και αμέσως μετά, «έκανες τον σταυρό σου, πριν πέσεις για ύπνο;»
    Ήξερε τι θα της απαντούσε τώρα, κι ας μην έκανε  κανένα από τα δυο τελευταία που θα τον ρωτούσε. Ήταν μια πάγια τακτική του των τριών τελευταίων μηνών. Της απαντούσε με ένα ξερό «ναι, μαμά», κι έπεφτε στο κρεβάτι.
    Όταν ήταν πιο μικρός, το θεωρούσε απαράδεκτο να πέσει για ύπνο, πριν κάνει το σταυρό του και την βραδινή προσευχή του, μετά το επεισόδιο όμως με τον συμμαθητή του τον Σταύρο, που είχε πέσει αναίσθητος στο προαύλιο του σχολείου και είχε κοντέψει να χάσει τη ζωή του,  άρχισε να αναθεωρεί πολλές συνήθειες, που τις θεωρούσε δεδομένες, και να αμφιβάλλει για τη χρησιμότητά τους.
    Ο Σταύρος ήταν ένα από τα καλύτερα παιδιά του σχολείου. Πράος, χιουμορίστας, επιμελής, φιλικός με όλους και προπάντων θεοσεβούμενος, ο συμμαθητής του ήταν αγαπητός από μικρούς και μεγάλους. Όπως και ο Πολυχρόνης, έτσι κι εκείνος, κάθε βράδυ προσευχόταν στον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό να του χαρίζει υγεία, η ικεσία του αυτή όμως, φαίνεται ότι δεν έγινε αποδεκτή, κι έτσι μια ωραία πρωία ο μικρός μαθητής έπεσε ξάπλα στο έδαφος κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. 
    Οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε έδειξαν ότι έπασχε από μια σπάνια αρρώστια και η γνωμάτευση των γιατρών έριξε μαύρα σύννεφα πάνω από το σχολείο. Ο Σταύρος δεν επρόκειτο να ξαναπερπατήσει στη ζωή του και θα κυκλοφορούσε στο εξής με αναπηρικό καροτσάκι.
    Το γεγονός εκείνο έδωσε στον Πολυχρόνη την αφορμή, αρχικά να απορήσει με την ανεξήγητη συμπεριφορά του Θεού προς ένα άτομο αθώο, πιστό και άκακο, και αργότερα να αμφισβητήσει ακόμα και την ύπαρξή του.
    Το πρώτο πρόσωπο που άκουσε την εύλογη απορία του ήταν η ευσεβής μητέρα του: «Μαμά, γιατί ο Θεός τιμώρησε τόσο σκληρά τον Σταύρο; Σε τι έφταιξε ο καημένος, μπορείς να μου πεις;»
    Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της, έκανε το σταυρό της και του έδωσε μια εντελώς εξωφρενική εξήγηση: «Το θέλημα του Κυρίου, αγόρι μου, είναι άγνωστο σε μας τους κοινούς θνητούς. Πιθανόν να ήθελε να τον δοκιμάσει».
    Ο Πολυχρόνης, αν και μικρός στην ηλικία, ήταν σε θέση να ξεχωρίσει το άσπρο από το μαύρο, το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, και οι εξηγήσεις της μητέρας του δεν τον ικανοποίησαν, δεν τον έπεισαν. Δεν ευσταθούσαν, δεν είχαν την παραμικρή λογική. Αν πράγματι ήταν έτσι, τότε τι είδους Θεός ήταν αυτός; Γιατί ενεργούσε έτσι; Γιατί τιμωρούσε τους καλούς και επιβράβευε τους κακούς;
    Τα ερωτήματα αυτά, τον υποχρέωσαν να νιώσει και την πρώτη αμφιβολία για το θρησκευτικό ζήτημα. Έπαψε να χάφτει ό, τι του σερβίριζαν οι άλλοι. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα ερωτήματα άρχισαν να πέφτουν βροχή: Υπήρχε πράγματι θεός, ή ήταν γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου; Γιατί οι εκπρόσωποί του δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τις εντολές των ιερών γραφών; Γιατί πλούτιζαν, ενώ ο Χριστός είχε πει ‘’μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης’’; Γιατί υπήρχε τόσο μεγάλη ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων; Γιατί υπήρχε τόση αδικία; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι της γης υπέφεραν και δυστυχούσαν; Γιατί τα παιδάκια του τρίτου κόσμου πέθαιναν από την πείνα; Γιατί, γιατί, γιατί, ένας ατελείωτος κατάλογος από πελώρια ‘’γιατί’’ είχε γεμίσει το παιδικό του κεφαλάκι, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε από πουθενά. Οι απλοϊκές εξηγήσεις της μητέρας του και των ρασοφόρων, δεν τον ικανοποιούσαν. Τις θεωρούσε ανεπαρκείς και  επιεικώς αφελείς.
    Άρχισε να δυσανασχετεί με την επιμονή της μητέρας του να εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή, ενώ η υπερβολικά εντυπωσιακή ενδυμασία των παπάδων στην εκκλησία, του προκαλούσε απορία και αποστροφή. Εκείνο που αντιπαθούσε περισσότερο στην περιβολή τους, έξω βέβαια από τους ναούς, ήταν αυτό το καταθλιπτικό μαύρο χρώμα της. Τους άκουγε να μιλούν συνέχεια για την κόλαση και τον διάβολο,  μειδιούσε όμως στη σκέψη ότι, αν υπήρχε διάβολος, περισσότερο σε εκείνους θα έμοιαζε. Σκεφτόταν ότι, αν τους έβλεπε ο εξαποδώ ντυμένους  μέσα στα μαύρα ράσα και με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με εκείνα τα πυκνά και άγρια γένια, θα έπαιρνε μαύρο δρόμο από την τρομάρα του, και στη σκέψη αυτή ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
    Με τους φίλους του και με τους συμμαθητές του, δεν τολμούσε να συζητήσει αυτό το θέμα, αφού ήταν όλοι τους εγκλωβισμένοι μέσα στους αεροστεγείς τοίχους της θρησκοληψίας, και βέβαια δεν κατηγορούσε τους ίδιους γι’ αυτό, αλλά τους μεγάλους, που συνέχιζαν να παραμένουν μικροί στο μυαλό και να πιστεύουν σε εντελώς αφελείς και απίθανες ιστορίες, ποτίζοντας με αυτές και τους τρυφερούς εγκεφάλους των παιδιών τους.
    Μετά από καιρό και ύστερα από ώριμη σκέψη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνον μέσα από τα βιβλία θα κατάφερνε να μάθει την αλήθεια. Το διάβασμα πάντοτε του άρεσε. Διαβάζοντας, χωνόταν μέσα σε έναν άλλον κόσμο  εξερχόταν από την πεζή καθημερινότητα, κι ένιωθε την φαντασία του να εξάπτεται, στο σπίτι του όμως, πέραν κάποιων παιδικών και αρκετών θρησκευτικών βιβλίων, άλλο κάτι δεν υπήρχε. Η φιλοσοφία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η ιστορία και η λογοτεχνία, απουσίαζαν παντελώς. Το πρόβλημα όμως ήταν, πού θα έβρισκε αυτά τα βιβλία και πώς θα τολμούσε να τα εμφανίσει μέσα στο υπερσυντηρητικό σπίτι του;
    Ο επικείμενος γάμος μιας ξαδέλφης της μητέρας του, του έδωσε την ιδέα να απευθυνθεί σε κάποιον γνωστό του, σε κάποιον  άνθρωπο χωρίς παρωπίδες. Το σκέφτηκε όταν άκουσε την θεοφοβούμενη μάνα του να λέει σε μια φίλη της με κακεντρέχεια, συζητώντας μαζί της για τον γάμο: ‘’Άκουσον, άκουσον, η Ελένη να μην θέλει να παντρευτεί στην εκκλησία, αλλά να τρέχει στα Δημαρχεία. Αυτό δεν το περίμενα από εκείνην. Μα καλά, δεν θέλει ο γάμος της να ευλογηθεί από τον Θεό; Δεν φοβάται μήπως πάει στην κόλαση;’’
    Ακούγοντας αυτά τα εξωφρενικά λόγια να βγαίνουν από το στόμα της μητέρας του, το πρόσωπό του έλαμψε από ικανοποίηση. Θα μιλούσε με την θεία του την Ελένη. Εκείνη ήταν προοδευτικός άνθρωπος και ο Πολυχρόνης ήταν βέβαιος ότι θα τον άκουγε με κατανόηση και θα τον βοηθούσε.
    Της αποκάλυψε το πρόβλημά του, δυο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο σπίτι της, όταν πήγαν για να της παραδώσουν το δώρο του γάμου. Ξέφυγε από την εποπτεία της μάνας του, με την πρόφαση ότι πάει στην κουζίνα να πιει νερό, κι εκεί μίλησε με την θεία του. Εκείνη, άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, τον άκουσε με προσοχή και τον καθησύχασε ότι θα έκανε ό, τι περνούσε από το χέρι της, για να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.
    Από την ημέρα εκείνη, όλα άλλαξαν ριζικά. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, ο Πολυχρόνης επισκεπτόταν την θεία του, δήθεν για να του κάνει μάθημα, κι εκεί χωνόταν μέσα στη βιβλιοθήκη της και μελετούσε με τις ώρες. Καθώς η Ελένη ήταν καθηγήτρια, είχε πει στη μητέρα του ότι χρειαζόταν λίγη βοήθεια, κι έτσι βρήκαν τον τρόπο να βάλουν σε ενέργεια το σχέδιό τους, χωρίς εκείνη να καταλάβει το παραμικρό.
    Χώθηκε κυριολεκτικά μέσα στον θαυμαστό κόσμο των βιβλίων και εντυπωσιάστηκε από τις ιδέες των φωτισμένων, αδογμάτιστων  και οξυδερκών συγγραφέων τους. Διάβασε συγγραφείς, τους οποίους μέχρι πρότινος αγνοούσε και κατάλαβε για ποιο λόγο ήταν εξορισμένοι από το νοσηρό εκπαιδευτικό σύστημα. Αν τα βιβλία τους διδάσκονταν στα παιδιά, το καθεστώς της θρησκείας (αργά ή γρήγορα) θα πήγαινε περίπατο, και οι θρασύτατοι εξουσιαστές τους θα έχαναν τα προνόμια που απολάμβαναν από τη μονοπώληση των δογματικών παραμυθιών τους.
    Μια μέρα, συζητώντας με την θεία του το θέμα του πολιτικού γάμου της, της έκανε μια ερώτηση, την οποίαν βέβαια δεν την πίστευε, ήθελε όμως να ακούσει και τη δική της άποψη για ένα θρησκευτικό ζήτημα, το οποίο δεν τολμούσε, αλλά δεν είχε και νόημα να το συζητήσει με τη μητέρα του: «Θεία, γιατί δεν παντρεύεσαι στην εκκλησία; Δεν φοβάσαι μήπως πας στην κόλαση;»
    Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, τον έπιασε                    από τους ώμους και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Μα τι είναι αυτά που λες, αγόρι μου; Για ποια κόλαση μιλάς; Αυτά είναι παραμύθια των παπάδων για να φοβίζουν τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος πεθάνει, όλα τελειώνουν. Δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος, κι αν θέλεις να σου το αποδείξω, θα σου πω μονάχα ότι, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές πίστευαν στην ύπαρξή τους, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά και δεν θα ζούσαν μέσα στη χλιδή και την ανομία, ακυρώνοντας τις υποδείξεις τους στους άλλους για εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη, λιτότητα και όλες αυτές τις αηδίες που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου δύσκολη. Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο; Αν μελετήσεις περισσότερο, θα διαπιστώσεις ότι όλη αυτή η ιστορία με τη θρησκεία και τις διδαχές της, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλοστημένη φάρσα, από έναν άνευ λόγου και ουσίας παραλογισμό».





 ρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ