Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Το πρώτο κεφάλαιο από το τελευταίο, αστυνομικό μου μυθιστόρημα.


    ΕΝΑ.

    Άφησε στην άκρη τα έντυπα που διάβαζε με φανερό ενδιαφέρον και τεντώθηκε λίγο για να ξεπιαστεί. Έτριψε τα κατακόκκινα από την ολοήμερη ανάγνωση μάτια του, ήπιε μια γουλιά νερό και ξαναστρώθηκε στο διάβασμα. Ο έλεγχος, η αξιολόγηση και η ιεράρχηση δημοσίευσης των κειμένων δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ο Ανδροκλής την έκανε με πολύ μεγάλη προσοχή και με σεβασμό στις απόψεις και τα γραπτά των συντακτών του, αλλά χωρίς να παραλείπει να ακολουθεί τη γραμμή και τις αρχές της εφημερίδας, ασχέτως αν μερικές φορές διαφωνούσε κάθετα με αυτές. Από τότε που είχε πάρει προαγωγή και είχε τοποθετηθεί στη θέση του αρχισυντάκτη, ο φόρτος της δουλειάς και η ευθύνη που είχε αναλάβει, τον είχαν απορροφήσει εξ’ ολοκλήρου, σε σημείο που να παραμελεί άθελά του και αρκετά συχνά τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Στη Μένια δεν άρεσε ιδιαίτερα αυτή η συμπεριφορά, γνωρίζοντας όμως πόσο υπεύθυνος άνθρωπος ήταν ο άντρας της και πόσες ευθύνες και σκοτούρες είχε στο κεφάλι του λόγω της νέας του θέσης, τον δικαιολογούσε. Άλλωστε, ο Ανδροκλής, παρόλο το λιγοστό ελεύθερο χρόνο που είχε στη διάθεσή του, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να ανταπεξέρχεται στα καθήκοντά του σαν σύζυγος και μέλλων πατέρας και αυτό, θα ήταν μεγάλη αχαριστία από την πλευρά της, αν δεν το παραδεχόταν.
    Οι εικόνες και οι πληροφορίες που περνούσαν καθημερινά από μπροστά του ήταν εκατοντάδες και αφορούσαν σε όλα τα θέματα. Ειδήσεις από όλον τον κόσμο κατέφθαναν σωρηδόν, γεγονότα που του κέντριζαν το ενδιαφέρον, ή άλλα που τον άφηναν παγερά αδιάφορο, παρήλαυναν ολημερίς μπροστά από τα μάτια του, ή χάιδευαν τα αυτιά του. Εκείνος, συνεπής στο ρόλο του, έπρεπε να τα αξιολογήσει και να κρίνει πια άξιζε να δημοσιευτούν και πια όχι. Εντούτοις, ποτέ του δεν αισθάνθηκε έτσι όπως είχε νιώσει κάποια φορά μερικές μέρες πριν. Από τις χιλιάδες ειδήσεις που είχαν υποπέσει στην αντίληψή του, μία μόνον τον υποχρέωσε να ενθουσιαστεί και να πετάξει στον έβδομο ουρανό. Ένα ήταν το νέο που τον είχε κάνει να νιώσει πραγματική ευτυχία. Το είχε ακούσει από το ίδιο το γλυκό στοματάκι της αγαπημένης του και, στο άκουσμά του και μόνο,  είχε πετάξει από τη χαρά του. Η αναγγελία της Μένιας ότι είχε μείνει έγκυος, τον είχε συνεπάρει. Μόλις πριν από ένα μήνα  είχαν επισημοποιήσει το δεσμό τους στο Δημαρχείο της περιοχής και να που, ελάχιστες εβδομάδες μετά, μάθαιναν ότι επρόκειτο να γίνουν γονείς, κι αυτό ήταν ό, τι πιο συναρπαστικό τους είχε συμβεί στη ζωή τους.
    Μετά το γάμο τους έμειναν στο σπίτι της Μένιας στου Παπάγου και, πέρα από το καθημερινό πηγαινέλα στις δουλειές τους, τίποτα σπουδαιότερο δεν συνέβαινε. Είχαν περιορίσει τις βραδινές τους εξόδους και είχαν κλειστεί μέσα στη μονοκατοικία, όχι τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο για αποτοξίνωση από το εξαντλητικό εργασιακό στρες. Τους αρκούσε να είναι μαζί και να περνούν χαλαρά τα βράδια τους, μακριά από πολυκοσμία και φασαρία. Η αλήθεια ήταν ότι η οικογενειακή ζωή τους άρεσε, κι από τη στιγμή μάλιστα που είχαν μάθει ότι επρόκειτο να αποκτήσουν και παιδί, έγιναν περισσότερο σπιτόγατοι. Εξάλλου, δεν ήταν πεινασμένοι για νυχτερινή ζωή. Δεν ήταν κάτι που το είχαν στερηθεί. Όσο ήταν ελεύθεροι, έβγαιναν συχνά για φαγητό, ποτό, ή διασκέδαση, οπότε δεν το θεωρούσαν απαραίτητο να συνεχίσουν στον ίδιο τρόπο ζωής. Καλά περνούσαν και  μέσα στη ζεστή και φιλόξενη φωλίτσα τους. Άσε που, μετά την προαγωγή της Μένιας σε αρχιφύλακα, είχαν αυξηθεί και οι δικές της υπηρεσιακές υποχρεώσεις. Επομένως, τι μπορούσε να είναι καλύτερο από την οικογενειακή θαλπωρή; Δείπνο δίπλα στο τζάκι, κρασί, αναμμένα κεριά και όμορφη μουσική, αποτελούσαν το σκηνικό της έγγαμης ζωής τους τα βράδια, σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ορισμένες φορές δέχονταν και την επίσκεψη κάποιων φίλων τους και περνούσαν μαζί τους κάθε φορά μια υπέροχη βραδιά.
    Κόντευε οκτώ η ώρα όταν τελείωσε επιτέλους το ξεσκαρτάρισμα των γραπτών. Έβαλε λίγη τάξη επάνω στο γραφείο του, ενημέρωσε από την ενδοσυνεννόηση τη γραμματέα του ότι φεύγει και σηκώθηκε όρθιος να φορέσει το σακάκι του. Φεύγοντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του διευθυντή σύνταξης για να τον καληνυχτίσει, αλλά δεν είδε κανέναν μέσα. Σήκωσε τους ώμους, βγήκε στο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Την ώρα εκείνη, τα περισσότερα γραφεία ήταν άδεια. Περνώντας μπροστά από το γραφείο του γενικού διευθυντή της εφημερίδας, άκουσε φωνές. Κοντοστάθηκε λίγο, όχι από περιέργεια, αλλά από ενδιαφέρον. Ανησύχησε που άκουσε το μεγάλο τους αφεντικό να φωνάζει.
    «Δεν αντέχω άλλο», τον άκουσε να ωρύεται. «Μπορείς να το καταλάβεις; Η υπομονή μου έχει εξαντληθεί. Άφησέ με στην ησυχία μου και μη με ξαναενοχλήσεις, εντάξει; Σταμάτα να με απειλείς, γιατί αν συνεχίσεις αυτό το τροπάρι, θα με αναγκάσεις να προβώ σε άλλες ενέργειες. Θα με βγάλεις εκτός εαυτού και θα με υποχρεώσεις να πάρω σκληρά μέτρα. Θα με αναγκάσεις να προβώ σε αποκαλύψεις, κι αυτό δεν νομίζω να σε συμφέρει. Βάλε το καλά μέσα στο μυαλό σου, γιατί αλλιώς θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Εσύ, το μόνο που πρέπει να σκεφτείς, είναι να βρεις τρόπο να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου, εντάξει; Και για να τελειώσουμε οριστικά με αυτό το ζήτημα, εγώ συμβιβάζομαι ακόμα και με τα μισά».
    Τι στο καλό συμβαίνει; Αναρωτήθηκε ο Ανδροκλής. Άραγε σε ποιον απευθύνεται; Τι είδους πρόβλημα έχει; Γιατί είναι τόσο νευριασμένος;
    Απ’ ό, τι γνώριζε, ο γενικός τους δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να διαμαρτυρηθεί για τις επιλογές της διεύθυνσης. Ήταν ένας ήρεμος και γεμάτος κατανόηση άνθρωπος και ενέπνεε το σεβασμό σε όλους τους συνεργάτες του. Να όμως που τώρα έδειχνε ένα διαφορετικό και καθόλου συγκαταβατικό πρόσωπο. Ο τρόπος που εκφραζόταν φανέρωνε ότι κάποιος τον είχε  βγάλει από τα ρούχα του, κι αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Προφανώς, θα επρόκειτο για προσωπική του υπόθεση, που δεν είχε σχέση με τη δουλειά τους. Σκέφτηκε να του χτυπήσει την πόρτα και να μπει μέσα, για να μάθει τι συμβαίνει, δεν τη βρήκε όμως και πολύ σωστή σαν ιδέα. Ο άνθρωπος ήταν έξω φρενών και δεν υπήρχε λόγος να τον φέρει σε δυσκολότερη θέση. Η παρουσία του εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή, ίσως δημιουργούσε πρόβλημα στον προϊστάμενό του. Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα το μάθαινε την επόμενη μέρα, στη γιορτή της εφημερίδας.
    Εγκατέλειψε το κτήριο και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Μπαίνοντας μέσα, συνειδητοποίησε ότι τη γιορτή την είχε ξεχάσει εντελώς. Απορροφημένος από τη δουλειά, είχε αφήσει στην άκρη όλες τις άλλες σκέψεις και μαζί με αυτές και την ετοιμασία για την αυριανή φιέστα. Ήταν μια εκδήλωση που επαναλαμβανόταν ανελλιπώς κάθε χρόνο την ίδια μέρα, προς τιμήν όλων όσων εργάζονταν στην εφημερίδα. Αποτελούσε, όπως τους έλεγε στον μικρό του λόγο, που ο γενικός έβγαζε κάθε φορά, την ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης της εταιρίας προς τους εργαζόμενους, για τη συμβολή τους στην ανάδειξη του εντύπου τους, του ΑΝΕΦΕΛΟΥ ΤΥΠΟΥ,  σαν το εγκυρότερο, το σοβαρότερο και πληρέστερο της χώρας.
    Συνήθως γινόταν μεσημέρι και στην αίθουσα συνελεύσεων της εταιρίας, φέτος όμως αποφασίστηκε να γίνει βράδυ και σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο. Ο λόγος ήταν ότι η γιορτή συνέπιπτε με την επέτειο συμπλήρωσης είκοσι χρόνων από την ίδρυση της εφημερίδας. Η απόφαση αυτή είχε ενθουσιάσει τον Ανδροκλή, επειδή θα του δινόταν η δυνατότητα να βγάλει και λίγο από το σπίτι την αγαπημένη του γυναίκα. Τη θεώρησε σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για ευχάριστη και ανέξοδη διασκέδαση, αφού η εκδήλωση αυτή αποτελούσε πάντοτε έναν θαυμάσιο συνδυασμό, φαγητού, ποτού,  μουσικής και χορού.
    Εκείνος δεν είχε να κάνει και πολλά πράγματα. Μια καλαίσθητη ανακοίνωση μόνο έπρεπε να ετοιμάσει, για να μπει στην πρώτη σελίδα του φύλλου της επόμενης μέρας. Τα υπόλοιπα, που είχαν σχέση με την οργάνωση, ήταν ευθύνη του τμήματος δημοσίων σχέσεων και του λογιστηρίου. Απλώς, θα έφευγε λίγο πιο νωρίς από το γραφείο, για να προλάβει να ετοιμαστεί και να βρεθεί στο χώρο της εκδήλωσης την κατάλληλη ώρα. Απόψε, μόλις έφτανε στο σπίτι, θα το ανακοίνωνε και στη Μένια, για να την προετοιμάσει ψυχολογικά. Θα έβγαιναν ύστερα από πολύ καιρό για βραδινή διασκέδαση και, μια τέτοια ευχάριστη προοπτική, χρειαζόταν τη σχετική  προετοιμασία.


Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Απόσπασμα από το ομώνυμο πολιτικό θρίλερ μου!




...Τους υποδέχτηκε ένας νεαρός μοναχός. «Καλωσορίσατε! Περάστε να σας ξεναγήσουμε στο ησυχαστήριό μας».
    «Λίγο μεγάλο και αρκετά πολυτελές για ησυχαστήριο», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η Μένια. «Αλλά βέβαια, οι ρήσεις του Χριστού για εγκράτεια και μετριοπάθεια, απευθύνονται στους άλλους ανθρώπους και όχι στους υπηρέτες του Θεού».
    «Καλώς σας βρήκαμε», του ανταπόδωσε το  χαιρετισμό ο Ανδροκλής, «αλλά δεν ήρθαμε εδώ για προσκύνημα. Ο λόγος που μας έφερε στη μονή σας, είναι καθαρά επαγγελματικός».
    «Δηλαδή; Έχετε την καλοσύνη να εξηγηθείτε καλύτερα;»
    «Να, θέλουμε να προβούμε στην αγορά μιας έκτασης», του είπε ο Ανδροκλής και η Μένια κρατήθηκε για να μη γελάσει.
    «Έχετε συνεννοηθεί με τον ηγούμενο;» συνέχισε την ανάκριση ο μοναχός.
    «Όχι, αλλά θα θέλαμε να τον δούμε, αν είναι δυνατόν», τον παρακάλεσε με μελιστάλαχτο ύφος ο Ανδροκλής.
    «Περιμένετε τότε, μισό λεπτό», είπε ο άλλος, βγάζοντας μέσα από το ράσο του ένα κινητό.
    Καθώς ο μοναχός μιλούσε με τον ηγούμενο, πέρασαν στο εσωτερικό. Ο προαύλιος χώρος της μονής ήταν αρκετά μεγάλος και ιδιαίτερα φροντισμένος. Το πλακόστρωτο με τα καταπράσινα παρτέρια και τους ελικοειδείς διαδρόμους, παρέπεμπαν  σε κήπο έπαυλης και όχι σε αυλή μοναστηριού. Σ’ αυτό συνηγορούσε και η ύπαρξη δύο πολυτελών αυτοκινήτων, τα οποία βρίσκονταν σταθμευμένα στη στεγασμένη άκρη της αυλής. Έφτασαν κοντά σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα και ο ξεναγός σταμάτησε να μιλάει στο κινητό και στράφηκε προς το μέρος τους.
    «Εντάξει, ακολουθείστε με», τους είπε με την ψιλή φωνή του και ο Ανδροκλής ένιωσε ικανοποίηση. Το σχέδιό του άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Δεν ήξερε βέβαια πως θα έπειθε τον ηγούμενο για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, αλλά δεν απογοητευόταν. Ήταν πεπεισμένος ότι, όταν άρχιζε να του μιλάει για εκατομμύρια, εκείνος, όσο επιφυλακτικός κι αν ήταν, θα έπεφτε στην παγίδα της απληστίας του.
    Μπήκαν στο κεντρικό κτήριο της μονής, διέσχισαν έναν μεγάλο διάδρομο και έφτασαν έξω από μια περίτεχνα διακοσμημένη, ξύλινη πόρτα. Ο μοναχός τη χτύπησε διακριτικά και, χωρίς να περιμένει απάντηση, την άνοιξε και παραμέρισε να περάσουν.
    Το γραφείο του ηγούμενου δεν θύμιζε σε τίποτα χώρο μοναστηριού. Ήταν γεμάτο με ακριβά έπιπλα, με εικόνες και πίνακες στους τοίχους και με βαριές κουρτίνες στα παράθυρα. Επάνω στο μεγάλο δρύινο γραφείο, βρίσκονταν ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, ένα φαξ, ένας εκτυπωτής, ένα κρυστάλλινο φωτιστικό και μερικοί φάκελοι. Το όλο σκηνικό του γραφείου μαρτυρούσε ολοκάθαρα και το ρόλο του ανθρώπου που φιλοξενούσε μέσα του. Εκείνος ο χώρος δεν ήταν κελί ή γραφείο μοναστηριού, αλλά το γραφείο ενός πολυάσχολου επιχειρηματία.
    «Ελάτε μέσα, περάστε», τους παρότρυνε ο ηγούμενος. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;»
    Ο Ανδροκλής τον χαιρέτησε ευγενικά και προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος. «Ονομάζομαι Χριστόφορος Μπρόκλης», του συστήθηκε, «και από δω η σύζυγός  μου Γεωργία», συμπλήρωσε και η Μένια δεν μπόρεσε να μη μειδιάσει.
    «Παρακαλώ, καθίστε», τους υπέδειξε ο ηγούμενος, περιμένοντας τους επισκέπτες του να μπουν στο ψητό.
    «Ξέρετε, άγιε ηγούμενε», συνέχισε το παραμύθι του ο Ανδροκλής, καθώς κάθονταν. «Εκπροσωπώ μια μεγάλη ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία μου ανέθεσε να διαπραγματευτώ μαζί σας την αγοραπωλησία μιας έκτασης στην περιοχή σας, ώστε εκεί να δημιουργήσει μια νέα ξενοδοχειακή μονάδα».
    Το ύφος του ρασοφόρου μαρτυρούσε δυσπιστία. Ο Ανδροκλής το πρόσεξε και φοβήθηκε μήπως τα έκανε θάλασσα. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του μέχρι το τέλος. Αν κατάφερνε να του αποσπάσει κάποιο στοιχείο για τη συναλλαγή, θα ήταν μια αίσια εξέλιξη στην προσπάθειά του. Αν πάλι δεν κατάφερνε τίποτα, θα παρίστανε τον αδιάφορο και θα εξαφανιζόταν μια για πάντα από εκεί μέσα. Ακόμα και να τον υποψιάζονταν για κάτι και να ερευνούσαν για το άτομό του,  πάλι λίγο τον ενδιέφερε, αφού δεν είχαν τα πραγματικά του στοιχεία για να μπορέσουν να τον εντοπίσουν.
    «Και ποιος σας είπε ότι πουλάμε;» τον ρώτησε με καχύποπτο ύφος ο ηγούμενος.
    Ωχ, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής. Κόμπιασε για μια στιγμή, καθώς η ερώτηση του συνομιλητή του τον είχε ρίξει στο καναβάτσο. Τι να  απαντούσε σε αυτήν την ερώτηση; Πώς μπορούσε να αιτιολογήσει το τόλμημά του να ζητήσει συνεργασία, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια συνεννόηση;
    «Το πληροφορηθήκαμε από αξιόπιστο άτομο», του πέταξε με θάρρος. «Ξέρετε, ο πρόεδρος της εταιρίας μου είναι πολύ φίλος με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, και όταν κάποια στιγμή τον ρώτησε αν γνωρίζει κάποια καλή τοποθεσία για επέκταση των δραστηριοτήτων του, εκείνος του υπέδειξε το Βραχοπέδι. Έτσι, έστειλε εμένα να δω την περιοχή και, εφόσον εγώ την έβρισκα ενδιαφέρουσα, να τολμούσα να σας ενοχλήσω, μήπως και μπορέσουμε να έρθουμε σε συμφωνία για την παραχώρηση κάποιων στρεμμάτων. Εννοείται βέβαια,  όλα αυτά με το αζημίωτο.
    Η Μένια ήταν έτοιμη να ανοίξει την πόρτα και να φύγει. Καθόταν δίπλα του σιωπηλή και άκουγε τα ψέματα και τις υπερβολές του και δεν τολμούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Ο Ανδροκλής είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Ήταν τόσο εξωφρενικά όλα αυτά που είχε αραδιάσει στον ηγούμενο, που θα ήταν πολύ εύκολο σε εκείνον, κάνοντας ένα απλό τηλεφώνημα, να προχωρήσει στην επαλήθευσή τους.  Αν λοιπόν ο γέροντας το έκανε, αυτό θα τους εξέθετε ανεπανόρθωτα.
    «Ώστε έτσι, ε;» έκανε με σκεφτικό ύφος ο ηγούμενος. «Κι εσείς, τι ειδικότητα έχετε, κύριε Μπρόκλη;» τον ρώτησε, υποχρεώνοντας τη Μένια να ανασάνει με ανακούφιση.
    «Είμαι τοπογράφος-μηχανικός», του απάντησε με θράσος ο Ανδροκλής.
    «Και τι γνώμη σχηματίσατε για τα μέρη μας;»
    «Μόνο με μία λέξη μπορώ να τα χαρακτηρίσω: Παραδεισένια!»
     «Οπότε, φαντάζομαι ότι θα μπορέσατε να εκτιμήσετε και την αξία τους, έτσι δεν είναι;»
    Α, ο άνθρωπος είναι τόσο φιλοχρήματος, συλλογίστηκε η Μένια, που πίστεψε όλες τις ανοησίες που του είπε ο Ανδροκλής. Γι’ αυτόν, μόνο το κέρδος μετράει. Έδωσε δέκα εκατομμύρια για την αγορά μιας τεράστιας έκτασης, από την οποία, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα εισπράξει πολλαπλάσια.
    «Ασφαλώς», συνέχισε τα ψέματα ο Ανδροκλής, «αλλά δεν μπορώ να σας πω τη γνώμη μου, πριν ακούσω τη δική σας, αφού είναι σε όλους γνωστό ότι, την αξία του τιμήματος την καθορίζει πάντοτε ο πωλητής και όχι ο αγοραστής».
    «Καλά, καλά», έκανε μια καθησυχαστική κίνηση ο ηγούμενος. «Και για πόσα στρέμματα μιλάμε;»
    «Νομίζω ότι δέκα στρέμματα φτάνουν».
    «Ε, όχι δα», τον αποπήρε ο ρασοφόρος. «Μόνο δέκα στρέμματα; Τι θα φτιάξετε σε τόσο μικρή έκταση; Για να μπορέσουμε να έρθουμε σε οριστική συμφωνία, θα πρέπει να αγοράσετε τουλάχιστον είκοσι στρέμματα».
    Βρε τον εκμεταλλευτή, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής. Φαντάσου δηλαδή να θέλαμε στ’ αλήθεια να αγοράσουμε τα οικόπεδά του. «Αν λοιπόν συμφωνήσουμε για είκοσι στρέμματα, πόσα θα ζητήσετε για την πώλησή τους;»
    «Εξαρτάται», του απάντησε ο ηγούμενος με ύφος ανυποχώρητου επιχειρηματία. «Αν τα θέλετε κοντά στη θάλασσα, θα σας κοστίσουν διακόσιες χιλιάδες ευρώ το στρέμμα».
    «Φαντάζομαι ότι πρόκειται για μια αρκετά λογική τιμή», είπε με συνδιαλλακτικό ύφος ο Ανδροκλής. Η στιγμή ήταν κρίσιμη. Αν ο μοναχός πίστευε ότι πράγματι είχε βρει αγοραστή, ώστε να εισπράξει απ’ αυτόν τέσσερα ολόκληρα εκατομμύρια, τότε ίσως έπεφτε στην παγίδα που του είχε στήσει.
    «Να υποθέσω ότι συμφωνείτε;» τον ρώτησε ο ηγούμενος, που το μάτι του είχε αρχίσει να γυαλίζει.
    «Αντιλαμβάνεστε ότι την απόφαση δεν θα την πάρω εγώ, αλλά το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας», του απάντησε ο Ανδροκλής, παίζοντας άψογα το ρόλο του. «Σας διαβεβαιώνω όμως ότι, βασικό κριτήριο για την οριστική απόφαση των μελών, θα αποτελέσει η δική μου εισήγηση και δεν σας το κρύβω ότι θα είναι πολύ θετική».
    «Δεν αμφιβάλλω για τις καλές σας προθέσεις», είπε ο ηγούμενος, φανερά ικανοποιημένος. «Συντάξτε την εισήγησή σας όπως πρέπει, κι εγώ δεν θα σας αφήσω παραπονεμένο».
    Να τα μας, φτάσαμε και στη δωροδοκία, συλλογίστηκε η Μένια. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Φαντάσου πόσα λαδώματα έχουν φάει οι πολιτικοί, για να κάνουν όλα τα χατίρια στους ρασοφόρους. Ειλικρινά, σιχαίνομαι ακόμα και να τον φτύσω.
    «Εντάξει, άγιε ηγούμενε», ο Ανδροκλής άρχισε να παίζει το τελευταίο και πιο σημαντικό μέρος της πράξης, «αλλά θα χρειαστώ και κάποια στοιχεία. Πρέπει να τους δείξω κάποιο τοπογραφικό, κάποιο συμβόλαιο, κάτι χειροπιαστό τέλος πάντων».
    Ο ηγούμενος στραβομουτσούνιασε. «Συμβόλαιο, τι συμβόλαιο; Η μοναδική πράξη που υπάρχει είναι για όλη την περιοχή, κι εδώ μιλάμε για πεντακόσια στρέμματα. Τι να σας δώσω, κύριε Μπρόκλη; Κατ’ αρχάς δεν γνωρίζω ποιο τμήμα θα αγοράσετε και, σε τελική ανάλυση, μπορεί και να μην έρθουμε σε συμφωνία. Πώς λοιπόν μου ζητάτε να σας δώσω έγγραφα;»
    Στο σημείο εκείνο παρενέβη η Μένια. Βλέποντας ότι ο ηγούμενος, αν και είχε χάψει το παραμύθι του συντρόφου της, δίσταζε να τους δώσει τα σχετικά παραστατικά, μεσολάβησε με διπλωματικό τρόπο, ώστε να τον πείσει να δεχτεί. «Το ξέρετε κι εσείς ότι, αν δεν μελετήσουν τα προηγούμενα συμβόλαια οι δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος, δεν μπορούν να προχωρήσουν στη σύνταξη νέας πράξης μεταβίβασης. Άλλωστε, λάβετέ το σαν δεδομένο ότι η δουλειά είναι τελειωμένη».
    Η μεσολάβησή της έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Ο ιερωμένος, απαλλαγμένος οριστικά και από το τελευταίο ίχνος ενδοιασμού, άνοιξε το συρτάρι του κι έβγαλε από μέσα ένα πολυσέλιδο συμβόλαιο. Διάλεξε δυο σελίδες από αυτό, τις φωτοτύπησε και τις έδωσε στον Ανδροκλή. «Δεν γίνεται να σας δώσω όλο το συμβόλαιο», προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του. «Σας παραδίνω μόνο την πρώτη σελίδα και τη σελίδα που αναγράφεται η περιοχή που νομίζω ότι σας ενδιαφέρει».
    Ο Ανδροκλής παρέλαβε τις φωτοτυπίες και δεν πίστευε ότι κρατούσε στα χέρια του, μέρος έστω, του συμβολαίου που πιστοποιούσε την παράνομη συναλλαγή του Βραχοπεδίου. Η απληστία του γέροντα απέναντί του, είχε τυφλώσει τον φιλοχρήματο μοναχό σε τόσο μεγάλο βαθμό, που δεν αντιλαμβανόταν ότι έδινε όπλα στους αντιπάλους των επίορκων πολιτικών, για να τους πολεμήσουν από θέση ισχύος. Κοίταξε τη Μένια δίπλα του, που με δυσκολία κρατιόταν για να μην θριαμβολογήσει, δίπλωσε τα ντοκουμέντα και τα έχωσε στην τσέπη του.
    «Πριν φύγετε όμως», άκουσε τον ηγούμενο να του λέει, «θα ήθελα να μου πείτε το όνομα της εταιρίας σας και να μου αφήσετε το τηλέφωνό σας, για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε».
    Ο Ανδροκλής αιφνιδιάστηκε. Αν δεν ήθελε να αποκαλυφθεί η απάτη του, έπρεπε να αναφέρει κάποιο όνομα και να δώσει έναν αριθμό τηλεφώνου. Η κατάσταση έπαιρνε άλλη, περισσότερο επικίνδυνη τροπή. Σκέφτηκε γρήγορα και έπλασε ένα όνομα με το μυαλό του. Μέχρι να εξακρίβωνε ο μοναχός ότι τέτοια εταιρία δεν υπήρχε, εκείνοι θα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την περιοχή. Με το τηλέφωνο δεν είχε πρόβλημα. Απλά, θα του έδινε τον αριθμό ενός παλιού καρτοκινητού του, που είχε απενεργοποιηθεί.
    «Η εταιρία μου λέγεται ‘’ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.’’», του είπε με απόλυτη φυσικότητα και το κινητό μου τηλέφωνο είναι 6943……».
    Σηκώθηκε όρθιος και βιάστηκε να χαιρετήσει τον ηγούμενο, καθώς εκείνος ήταν σκυμμένος και σημείωνε σ’ ένα φύλλο χαρτιού τα στοιχεία που του είχε δώσει. «Συγνώμη που είμαστε λίγο βιαστικοί», δικαιολογήθηκε, «αλλά μας περιμένει έξω ένα ταξί, για να μας πάει πίσω και ο οδηγός του θα ανησυχεί που αργήσαμε».
    Και πριν καλά-καλά εκείνος τους ανταποδώσει το χαιρετισμό, έπιασε τη Μένια από το χέρι και την τράβηξε έξω, προλαβαίνοντας μόνο ν’ ακούσει, ‘’…και ο Θεός μαζί σας’’. Βγήκαν από τη μονή με την ψυχή στο στόμα και μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο. «Ξεκίνα αμέσως για Θεσσαλονίκη», συμβούλευσε τον οδηγό ο Ανδροκλής, «και κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πρέπει να προλάβουμε να πάμε σε ένα συμβούλιο, και μάλλον έχουμε αργήσει».