Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ - ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ

Ένα ακόμα μικρό σπόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο μου!

...«Θέλουμε πληροφορίες για το μουσείο των Δελφών», την πληροφόρησε ο Νεοκλής, χωρίς  να προβεί σε περισσότερες διευκρινίσεις.
    «Ωραία, λοιπόν», είπε, τοποθετώντας ταυτόχρονα τον πανδέκτη μπροστά της, στο ύψος του στήθους της. Τον έβαλε σε λειτουργία, πατώντας ένα μικρό κόκκινο κουμπί, κι αμέσως μετά μίλησε: «Μουσεία».
    Οι δυο νέοι από το παρελθόν έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Μπροστά τους, σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων, προβλήθηκε με τη μορφή ενός  τρισδιάστατου, αιωρούμενου ολογράμματος η πρόσοψη ενός κτιρίου που έμοιαζε με μουσείο, ενώ στην κάτω πλευρά του εμφανίστηκε με κεφαλαία γράμματα  η λεζάντα: ΔΩΣΤΕ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ.
    Η Ηρώ μίλησε ξανά: «Μουσείο Δελφών».
    Σχεδόν αμέσως το ολόγραμμα άλλαξε εικόνα και εμφάνισε την εξωτερική όψη του μουσείου των Δελφών, που στο κάτω μέρος του γραφόταν: ΘΕΛΕΤΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ Ή ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ;
    Η Ηρώ γύρισε προς το μέρος τους και τους έκανε νόημα με τα μάτια να μιλήσουν αυτοί. Ο Νεοκλής, φανερά εντυπωσιασμένος από αυτήν την τόσο προχωρημένη τεχνολογία, σκέφτηκε να ξεκινήσει με τα εκθέματα και, αν δεν  μάθαινε αυτό που ευελπιστούσε να μάθει, θα άλλαζε θέμα.
    «Εκθέματα», είπε μονολεκτικά.
    Το ολόγραμμα άλλαξε λεζάντα:  ΠΟΙΟ ΕΚΘΕΜΑ ΘΕΛΕΤΕ;
    «Το χρυσελεφάντινο κεφάλι της θεάς Αρτέμιδος», είπε με αποφασιστικότητα ο Νεοκλής.
    Η εικόνα στο ολόγραμμα άλλαξε αυτόματα. Έδειξε το εσωτερικό του μουσείου και σε πρώτο πλάνο το έκθεμα που είχε  ζητήσει. Βρισκόταν τοποθετημένο επάνω σε ένα βάθρο κάπου στη μέση ενός θαλάμου, παρέα με πολλά άλλα εκθέματα που φαίνονταν σε δεύτερο πλάνο, κι αυτό ήταν όλο.
    Ο Νεοκλής και χάρηκε και απογοητεύτηκε. Χάρηκε βέβαια επειδή αυτή ήταν μια εικόνα που αποδείκνυε ότι το κεφάλι της θεάς είχε βρεθεί και βρισκόταν πάλι στο μουσείο, ένιωσε όμως ανικανοποίητος, αφού εκείνος έπρεπε με κάθε θυσία να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα αυτό και κυρίως να πληροφορηθεί με ποιο τρόπο είχε επιτευχθεί η ανεύρεσή του.
    Στράφηκε προς την Ηρώ, ανασηκώνοντας τους ώμους του. Εκείνη κατάλαβε ότι μάλλον έπρεπε να ζητήσουν  πληροφορίες για την ιστορία εκείνου του αγάλματος, κι έσπευσε να τον καθησυχάσει.
    «Ιστορία του ίδιου του εκθέματος», είπε εκείνη απλά, μιλώντας μπροστά στον πανδέκτη.
    Το ολόγραμμα επανέφερε την αρχική εικόνα του μουσείου, διατηρώντας σε ένα μικρό παράθυρο στο πάνω δεξί μέρος του την εικόνα του χρυσελεφάντινου κεφαλιού της θεάς, αναγράφοντας την εξής φράση: ΓΕΝΙΚΑ  Ή  ΚΑΠΟΙΑΣ  ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΜΕΝΗΣ  ΠΕΡΙΟΔΟΥ;
    Ο Νεοκλής, έχοντας καταλάβει τη λειτουργία του πανδέκτη, πήρε την πρωτοβουλία και μίλησε εκείνος, χωρίς να πάρει την άδεια της Ηρώς: «Αρχές Οκτωβρίου 2044».
      Το καταπληκτικό εκείνο πληροφοριακό σύστημα των απογόνων τους, τους ενθουσίασε με αυτά που τους παρουσίασε. Τους έδειξε αυτά που ακριβώς ήθελαν να μάθουν.  Ξεκίνησε με μια σκηνοθετημένη κλοπή της κεφαλής της Αρτέμιδος από δυο άντρες, γαρνιρισμένης με εντυπωσιακά ειδικά εφέ και συνοδευόμενης από τον υπότιτλο: ΚΛΟΠΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ. Ύστερα τους πήγε σε μια εγκαταλειμμένη βίλα κάπου σε μια παραλία, όπου τους την παρουσίασε συσκευασμένη μέσα σε ένα χαρτόκουτο, κι έτοιμη για εξαγωγή. Αμέσως μετά έδειξε μια ομάδα ένοπλων αστυνομικών να εισβάλει μέσα στο άδειο κτήριο και να βρίσκει το κλεμμένο αρχαίο αντικείμενο.  Στο τέλος της προβολής εκείνης οι υπότιτλοι άλλαξαν:  ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΑΝΔΡΑ, ΤΟ ΚΛΑΠΕΝ  ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, ΒΡΕΘΗΚΕ ΑΘΙΚΤΟ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΙΟΛΑΣ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΛΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΒΙΛΑ ΤΗΣ ΕΡΑΤΕΙΝΗΣ, ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΟΙ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΣΤΗ ΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΣΥΛΛΗΦΘΟΥΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΑΝ ΑΓΝΩΣΤΟΙ...
     

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ


Απόσπασμα από το τελευταίο, αστυνομικό μυθιστόρημά μου: 

   Ταξίδεψαν βράδυ. Είχαν περάσει μόλις δυο μέρες από τον άδικο χαμό του μονάκριβου παιδιού τους και δεν άντεξαν να μείνουν άλλο στην Αθήνα. Το διαμέρισμα τους έπνιγε, η γειτονιά τους απόδιωχνε. Η πόλη ολόκληρη τους φαινόταν εχθρική. Αποστρέφονταν τα πάντα. Δεν ήθελαν να βλέπουν τίποτα και κανέναν. Ένιωθαν να ασφυκτιούν, να πνίγονται σαν τα ποντίκια. Αναζήτησαν έναν τρόπο, ώστε να μπορέσουν να ανασάνουν. Κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να αντέξουν εκείνο το οδυνηρό πλήγμα και έψαξαν να βρουν μια διέξοδο από τη μεγάλη στενοχώρια τους. Η ιδέα ήταν του Μπάζα. «Πάμε να μείνουμε λίγες μέρες στο Πόρτο Χέλι;» πρότεινε στη γυναίκα του, λίγη ώρα πριν το δείπνο.
    Η Μαρία δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να βρεθεί μακριά από όλα όσα της θύμιζαν τον κανακάρη της. Δεν ήθελε να βλέπει τίποτα από τα δικά του πράγματα και μια απόδραση στο εξοχικό ήταν η καλύτερη λύση, αφού το σπίτι στην Πελοπόννησο ο άτυχος γιος τους δεν είχε προλάβει να το επισκεφτεί. Το είχε στο πρόγραμμά του για το επόμενο Σαββατοκύριακο, αλλά δεν πρόλαβε να το πραγματοποιήσει. Η μοίρα βλέπεις είχε άλλα σχέδια για εκείνον. Μια στιγμιαία απροσεξία, τον έστειλε στα θυμαράκια. Ένα λάθος στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, του στέρησε τη δυνατότητα να απολαύσει μιαν ανέμελη και χλιδάτη ζωή και γέμισε με μιαν ανείπωτη θλίψη τις καρδιές των άτυχων γονιών του.
    Εκείνη που δεν μπορούσε να το χωνέψει ήταν η Μαρία. Της φαινόταν απίστευτο αυτό που είχε συμβεί. Ζώντας με την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε να τους χαλάσει την όμορφη ζωή που ανοιγόταν σαν ευωδιαστό λουλούδι διάπλατα μπροστά τους και να καταστρέψει τις ευοίωνες προοπτικές που διαφαίνονταν, έπεσε από τα σύννεφα μόλις έμαθε το τραγικό νέο. Θεωρώντας ότι είχαν την ευλογία του Θεού, πίστευε ότι το Σύμπαν συνεργαζόταν αρμονικά με τις επουράνιες δυνάμεις για να τους προσφέρει όλη την ευτυχία που επιζητεί ο άνθρωπος σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή του. Έτσι, η προσγείωσή της στην τραγική πραγματικότητα ήταν ανώμαλη και ιδιαίτερα επώδυνη. 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου, που κυκλοφορεί σύντομα.   

...Νιώθοντας το πρόσωπό του να καίει από έξαψη, τόλμησε να κάνει μερικά βήματα. Μπαίνοντας μέσα στον πρόναο, σταμάτησε για να συνηθίσουν τα μάτια του στο χαμηλό φωτισμό του εσωτερικού. Διέκρινε το άγαλμα του Ίφιτου και το σύμπλεγμα των αλόγων της Κυνίσκας, κι ένιωσε ανείπωτο θαυμασμό για τους προγόνους του. Προσπέρασε όλα τα αγάλματα του πρόναου και πάτησε το πόδι του στον κυρίως ναό, κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε, αισθάνθηκε την αναπνοή του να κόβεται. Στο βάθος, μέσα στον τεράστιο σηκό, ο γιγάντιος Δίας ορθωνόταν ολοζώντανος θαρρείς πάνω στο υπερυψωμένο βάθρο του.
    Ο Τιμολέων συγκλονίστηκε. Απέναντί του, όσο κι αν του φαινόταν απίστευτο, καθόταν στο θρόνο του ο ίδιος ο πατέρας των αρχαίων θεών. Περιγραφές για το περιβόητο εκείνο άγαλμα-που θεωρείτο το σπουδαιότερο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-είχε διαβάσει πολλές, καμιά τους όμως δε μπορούσε ν’ αποδώσει με ακρίβεια, αυτό που αντίκριζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια του. Με συνολικό ύψος πάνω από δώδεκα μέτρα, το αριστοτεχνικό δημιούργημα του Φειδία, άφηνε άναυδο όποιον το αντίκριζε.
    Ο Τιμολέων άργησε να συνέλθει. Όταν μετά από μερικά λεπτά το κατάφερε, πλησίασε κοντύτερα. Έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες φωτισμού του ναού, δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει πάνω σ’ εκείνο το μοναδικό έργο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Τα υλικά κατασκευής του, το μέγεθός του, την αριστουργηματική σύνθεσή του, ή το απαράμιλλο κάλλος του;
    Με σώμα φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο και μανδύα, σανδάλια, γένια και μαλλιά από ατόφιο χρυσάφι, το άγαλμα δεν είχε μόνο μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και ανυπολόγιστη οικονομική αξία. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο μ’ έναν αετό στην κορυφή του, στο δε δεξί υποβάσταζε το χρυσό άγαλμα της Νίκης. Τα μαλλιά του ήταν στεφανωμένα με χρυσό κλαδί ελιάς, ο δε θρόνος στον οποίο αναπαυόταν ήταν κι αυτός καμωμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό.
    Ο Τιμολέων δεν ήταν θρησκόληπτος και πολύ περισσότερο δεν ήταν ειδωλολάτρης. Η εικόνα όμως που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ήταν απίστευτη.  Κάτι μέσα του, του ταρακούνησε τα πιστεύω του. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη ανάταση της ψυχής του και κατάλαβε ότι υπήρχαν καταστάσεις και πράγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την περιορισμένη ανθρώπινη οπτική τους.
    Το  αντίκρισμα λοιπόν του δημιουργήματος του Φειδία, ήρθε να του επιβεβαιώσει το μεγαλείο, όχι κάποιου κατασκευασμένου Θεού, αλλά του ίδιου του Ανθρώπου. Το επιβλητικό εκείνο αριστούργημα, που όμοιό του δεν θα ξαναφτιαχνόταν ποτέ πάνω στη γη, το είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά.
    Έτσι, νιώθοντας απέραντο θαυμασμό για τον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Φειδίας και, ωθημένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία...              

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου

   Η Μαρία πάλι δεν έδινε δεκάρα για τις επενδύσεις του άντρα της. Έχοντας, από τη μια στιγμή στην άλλη βουτηχτεί μέσα στο χρήμα, έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Τα παθήματα του παρελθόντος δεν της είχαν γίνει μάθημα. Είχε νοσήσει από την αρρώστια του νεοπλουτισμού και νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ήταν απλωμένος μπροστά στα πόδια της και πως η ζωή ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Κατανάλωνε το χρόνο της μεταξύ αγοράς και εκκλησίας. Δεν υπήρχε μέρα που να μην ψώνιζε κάποιο αντικείμενο, τις περισσότερες φορές άχρηστο, τις δε Κυριακές επισκεπτόταν ανελλιπώς τον ενοριακό ναό τους, για να προσευχηθεί στο Θεό για τα αγαθά που τους είχε απλόχερα προσφέρει. Θεωρούσε τον εαυτό της και την οικογένειά της ευλογημένους, αδιαφορώντας αν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που εκκλησιάζονταν μαζί, ζούσαν μέσα στη δυστυχία και την ανέχεια. Τη διάκριση αυτή του Θεού στα πλάσματά του, την απέδιδε σε παράγοντες που σχετίζονταν με τον αμαρτωλό  χαρακτήρα ορισμένων. Εκείνη δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε μυρμήγκι, εκτελούσε ανελλιπώς και με ευλάβεια τις διδαχές των γραφών και τα θρησκευτικά της καθήκοντα, γι’ αυτό και πίστευε ότι ανταμειβόταν από τον Μεγαλοδύναμο. Ήταν απόλυτα πεπεισμένη ότι οι προσευχές της έπιαναν τόπο.
    Της το είχε επιβεβαιώσει και ο εφημέριος. Δεν είχε δυσκολευτεί να την πείσει ότι όσο παρέμενε πιστή και ανοιχτοχέρα, ο Θεός θα συνέχιζε να την επιβραβεύει και να της χαρίζει όλα τα καλά του κόσμου, κι εκείνη βέβαια πάλι δεν τον είχε αφήσει έτσι. Όταν, για παράδειγμα, έμαθε ότι το αυτοκίνητό του είχε χαλάσει, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά, ώστε να μπορέσει να αγοράσει άλλο. Εκτός αυτού, οι προσφορές της στην εκκλησία, αλλά και στον ίδιο τον ιερέα, δίνονταν συχνά και χωρίς φειδώ.
    Ο άντρας της δεν συμμεριζόταν αυτή τη συνεχιζόμενη σπατάλη της συμβίας του, ούτε και τον ενθουσίαζε η εξάρτησή της από τη θρησκεία και τους εκμεταλλευτές της, έκανε όμως τα στραβά μάτια, γιατί αυτή η κατάσταση εξυπηρετούσε και τον ίδιο. Όσο εκείνη ξόδευε για τον εαυτό της, έβρισκε κι αυτός τη δικαιολογία να ξοδεύει αφειδώς από τα χρήματα που είχαν κληρονομήσει, με σκοπό τις επικερδείς επενδύσεις, όπως ισχυριζόταν, ασχέτως αν η τοποθέτηση των χρημάτων τους αργούσε να αποδώσει.
    Κι εντελώς ξαφνικά, ένα απλό τηλεφώνημα μέσα στην ανεμελιά ενός ευχάριστου, ανοιξιάτικου πρωινού, μετέτρεψε την επίπλαστη ευτυχία σε μιαν ανείπωτη δυστυχία. Μετέτρεψε σε μηδέν χρόνο το όνειρο σε εφιάλτη. Η υποτιθέμενη ευδαιμονία που επικρατούσε το τελευταίο διάστημα μέσα σ’ εκείνο το πολυτελές διαμέρισμα, σε μερικά  μόλις δευτερόλεπτα, μετουσιώθηκε σε μιαν άνευ προηγουμένου τραγωδία.
    «Βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση», άκουσε η Μαρία τον αξιωματικό της τροχαίας να της ανακοινώνει, «να σας αναγγείλω ότι ο γιος σας έπεσε θύμα τροχαίου δυστυχήματος».
    Η βουβαμάρα της δεν κράτησε πολύ. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, βρήκε το σθένος να ρωτήσει: «Πώς έγινε; Είναι καλά το παιδί;»
    «Δυστυχώς…», πρόλαβε μόνο ν’ ακούσει, προτού το ακουστικό φύγει από το χέρι της και πριν η ίδια σωριαστεί λιπόθυμη στο πάτωμα.
    Ο Μπάζας, μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι κάτι τρομερό είχε συμβεί. Παράτησε την εφημερίδα στο τραπέζι κι έτρεξε πάνω από τη γυναίκα του. Τρόμαξε να τη συνεφέρει και υπέστη κι ο ίδιος νευρικό κλονισμό, όταν πληροφορήθηκε από το στόμα της πως ο γιος τους ήταν νεκρός.
    Ήταν λίγη ώρα αργότερα, που εκείνη είχε συνέλθει εντελώς και οι δυο τους  έτρεχαν αλλόφρονες στο νοσοκομείο για να παραλάβουν τη σωρό του, όταν η δυστυχισμένη γυναίκα κατέβαλε απεγνωσμένη προσπάθεια να συνδεθεί με την πραγματικότητα. Στιγμές-στιγμές, νόμιζε ότι έβλεπε κάποιο άσχημο όνειρο κι ότι σε λίγη ώρα θα ξυπνούσε και πως όλα θα ήταν όπως πριν. Όμως, τα απότομα σταματήματα και οι ελιγμοί του τρελαμένου συζύγου της, την επανέφεραν σταδιακά στην σκληρή πραγματικότητα. Ο γιος τους ήταν νεκρός, κι εκείνη όφειλε να το αποδεχτεί. Αναρωτιόταν, πού είχαν κάνει λάθος και ο Θεός τους είχε τιμωρήσει τόσο παραδειγματικά; Ποιο ήταν το σφάλμα τους που υποχρέωσε τον Ύψιστο να τους στείλει εκείνο το τόσο σκληρό μήνυμα;
    Για πρώτη φορά στη ζωή της, και μέσα από εκείνον τον μεγάλο πόνο της ψυχής της, ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τα πιστεύω της. Απόρησε με την πρακτική του Υπέρτατου Όντος και αναρωτήθηκε μήπως, το τραγικό γεγονός  που τόσο απρόσμενα τους είχε συμβεί, δεν ήταν απόρροια άνωθεν εντολής, αλλά κάτι εντελώς συμπτωματικό, κάτι που θα μπορούσε να είχε συμβεί στον καθένα, ανεξαρτήτως του τι πίστευε.
    Ο γιος τους, όπως τους εξήγησε αργότερα ένα όργανο του ανακριτικού της Τροχαίας, ανέβαινε τις πολύ πρωινές ώρες με ταχύτητα την οδό Καλλιρόης, έχοντας καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ και μιλώντας στο κινητό, και δεν πρόσεξε τον κόκκινο σηματοδότη με αποτέλεσμα να πέσει με σφοδρότητα επάνω σε ένα κάθετα κινούμενο ημιφορτηγό και να σκοτωθεί ακαριαία. Το ευτύχημα ήταν ότι, λίγο πριν το ατύχημα, είχαν αποβιβαστεί οι δυο επιβαίνοντες στο αυτοκίνητό του, κι έτσι είχε αποτραπεί ένα πολύνεκρο δυστύχημα και, από εντελώς καθαρή τύχη,  είχαν σωθεί δυο ζωές. Τελικά, η επιμονή του άσκεφτου νεαρού να επιζητά συνεχώς την έκλυτη ζωή και το ξενύχτι, και η διαρκής αναζήτησή του για ανεύρεση νέων και έξαλλων μεθόδων διασκέδασης, του είχαν φάει το κεφάλι.
    Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης του πτώματος, με τα μάτια στεγνά από δάκρυα, κι εν μέσω του επώδυνου και θλιβερού καθήκοντος που της επέβαλε η τυπική αυτή διαδικασία, η Μαρία επεξεργαζόταν νοερά τα δυο συνταρακτικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, που είχαν αλλάξει δραματικά τη ζωή της, 

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Ένα πολύ μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου, ενδεικτικό του τι... σας περιμένει, όταν το διαβάσετε!

    Άφησε τη φαντασία του να ταξιδέψει σε κάποια άλλη εποχή και ένιωσε να συναρπάζεται. Αν τελικά τα ταξίδια στο χρόνο αποδειχνόταν ότι ήταν   εφικτά και ασφαλή, τότε θα επιθυμούσε να βρεθεί κι εκείνος μέσα στη χρονομηχανή του Τιμολέοντα. Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι θα του δινόταν η δυνατότητα να ζήσει κάποια ιστορικά γεγονότα από κοντά. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα πως θα μπορούσε ν’ αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια, ανθρώπους που τ’ όνομά τους είχε γραφτεί με χρυσά γράμματα στις σελίδες των ιστορικών βιβλίων.  Εκστασιάστηκε με την προοπτική πως θα γινόταν αυτόπτης μάρτυρας περιστατικών που είχαν χαθεί στη λήθη του χρόνου. Έπρεπε, το συντομότερο δυνατό, να επικοινωνήσει με τον Τιμολέοντα. Μόλις έφευγε η Αντιγόνη και επέστρεφε στο δωμάτιό του, θα τον έπαιρνε αμέσως στο κινητό του.