Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ή ΚΡΙΣΗ ΑΞΙΩΝ;

Μας βομβαρδίζουν νυχθημερόν με την περιβόητη οικονομική κρίση και μας κούρασαν με τις αναλύσεις και με τις σοφιστείες τους, για το πως θα καταφέρουμε να βγούμε από αυτήν την κρίση. Χορτάσαμε από  λόγια κι από θεωρίες, από ειδικούς και μη. Η κινδυνολογία πάει σύννεφο και οι θεωρίες συνωμοσίας δίνουν και παίρνουν και, δυστυχώς, κάθε μέρα που περνάει, οι ''προφητείες'' των καταστροφολόγων επιβεβαιώνονται. Παίρνουν μέτρα και αντί να ανακάμπτουμε οικονομικά, βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στο ''βούρκο''. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και δεν παίρνει μπροστά η μηχανή; Γιατί, ενώ οι χειρισμοί των αρμοδίων αποδείχνονται λανθασμένοι, εκείνοι συνεχίζουν να τους επαναλαμβάνουν; Είναι βαλτοί να μας εξοντώσουν, είναι ανίκανοι, είναι προδότες του έθνους και του λαού, είναι υποχείρια ξένων κέντρων, αποσκοπούν σε προσωπικά οφέλη; Ίσως η απάντηση να είναι, ''ενεργούν έτσι, επειδή ισχύουν όλα τα παραπάνω μαζί''.
Δεν διαφωνώ εντελώς με αυτήν την άποψη, αν και την θεωρώ λίγο υπερβολική, αν όμως ισχύει, τότε η κρίση δεν είναι οικονομική, αλλά κρίση αξιών. Οι έχοντες και κατέχοντες, λίγο νοιάζονται για την πλειοψηφία του λαού που στενάζει κάτω από το βάρος όλων αυτών. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το τομάρι τους. Αν λοιπόν, αυτό δεν σημαίνει πως γιγαντώθηκε ο ατομισμός και η πλεονεξία, τότε τι ακριβώς σημαίνει; Αν αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά δεν οφείλεται στην κρίση που έχει πλήξει τα ήθη και τις αξίες των ανθρώπων, τότε πού οφείλεται;
Φοβάμαι ότι, τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, που πηγάζει από την αναλγησία κι από την έλλειψη ήθους και ανθρωπισμού των εξουσιαστών μας, θα τα πληρώσουμε πολύ ακριβά (πολλοί βέβαια τα πληρώνουν ήδη), και θα αναγκαστούμε να φτάσουμε στα άκρα. Και μετά, θα αναθεωρήσουμε πάλι κάποιες από τις αξίες της ζωής, και ίσως μάλιστα ξαναγίνουμε άνθρωποι.     

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ


 Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου. 


     ...Βγαίνοντας από το σκάφος, την αντίκρισαν ακριβώς μπροστά τους. Απλωμένη στους πρόποδες του λόφου όπου είχαν εμφανιστεί, φάνταζε μεγάλη κι εντυπωσιακή, κι ήταν περιτριγυρισμένη από ψηλά τείχη που έφταναν μέχρι τη θάλασσα. Εγκατέλειψαν πίσω τους τη χρονομηχανή, που είχε αναπαυθεί στην πλαγιά του λόφου που κρεμόταν πάνω από τις βόρειες συνοικίες της, και κατηφόρισαν προς την Πόλη.
    Λίγη ώρα αργότερα βάδιζαν στα στενά δρομάκια της εμπορικής συνοικίας της, ανακατεμένοι με ανθρώπους διαφόρων φυλών της γης. Οι έμποροι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, άλλοι στα λατινικά, άλλοι στα ελληνικά και ορισμένοι σε μια άλλη ακαταλαβίστικη γλώσσα. Η πολυγλωσσία και η παρουσία ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων, ήταν λογικό επακόλουθο της γεωγραφικής θέσης της Κωνσταντινούπολης, η οποία δικαιολογημένα χαρακτηριζόταν το σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής.
    Οι τρεις ξένοι από το μέλλον, περιφέρονταν ανάμεσα στα σοκάκια της πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποκομίζοντας την αίσθηση ενός άλλου, εντελώς διαφορετικού πολιτισμού από εκείνον που είχαν αντικρίσει στην αρχαία Ελλάδα. Η Πόλη, μπορεί να ήταν μεγάλη, δυνατή και πλούσια, δεν είχε όμως τίποτα κοινό με την Αθήνα και τις άλλες πόλεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Βασικά, ήταν εμφανής η απουσία των τριών πιο χαρακτηριστικών στοιχείων, που διέκριναν τις πόλεις εκείνες. Της έλειπαν, η φινέτσα, η καλαισθησία και το μέτρο
    Τριγύρισαν για πολλή ώρα, περιεργαζόμενοι τα αξιοθέατα, δεν ξέχασαν όμως και το λόγο που τους παρακίνησε να  πραγματοποιήσουν  εκείνη την επίσκεψη. Είχαν συμφωνήσει να βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη, λίγο καιρό μετά το γεγονός της καταστροφικής πυρκαγιάς, ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν την περιοχή που είχε συμβεί. Όταν θα το κατάφερναν, θα επέστρεφαν στο σκάφος και θα εμφανίζονταν ξανά εκεί, αυτή τη φορά όμως την ημέρα του ίδιου του γεγονότος.
    Μετά από πεζοπορία και ψάξιμο αρκετής ώρας, η έρευνά τους αποδείχτηκε άκαρπη. Η Αντιγόνη, κουρασμένη και απογοητευμένη από το αποτέλεσμα της αναζήτησής τους, άρχισε να διαμαρτύρεται. «Παιδιά, δεν αντέχω άλλο. Ας σταματήσουμε να τριγυρνάμε σαν τις άδικες κατάρες και ας ρωτήσουμε κάποιον άνθρωπο. Υπάρχει λόγος να ταλαιπωρούμαστε τόσο;»
    Ο Νεοκλής δικαιολόγησε τη στάση της φίλης του, θεώρησε όμως πως ίσως ήταν επικίνδυνο να ρωτήσουν κάτι τέτοιο. Καταρχάς δεν γνώριζαν τις συνθήκες του συμβάντος της πυρκαγιάς, κι επομένως αγνοούσαν και τα αποτελέσματά της. Ίσως, οι αρχές της πόλης να είχαν βάλει οι ίδιες τη φωτιά, ίσως και όχι. Αν ίσχυε η δεύτερη περίπτωση, ίσως να είχαν ξεκινήσει έρευνες για τον εντοπισμό των ενόχων, με την προϋπόθεση βέβαια πως υπήρχαν υπόνοιες για εμπρησμό. Αν πάλι το γεγονός είχε θεωρηθεί τυχαίο, τίποτα από τα προηγούμενα δεν θα ίσχυε, αυτό όμως δεν μπορούσαν να το ξέρουν.
    «Νομίζω ότι είναι παρακινδυνευμένο να ρωτήσουμε για κάτι που πονάει την πόλη και τους πολίτες της», προσπάθησε να της εξηγήσει. «Εδώ πρόκειται για μια καταστροφή και όχι για κάποιο αξιοθέατο. Άλλωστε, δεν γνωρίζουμε το ποιόν και την ιδεολογία του ατόμου που θα ρωτήσουμε. Η εποχή που έχουμε βρεθεί είναι παράξενη και επικίνδυνη. Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουμε όσο λιγότερες επαφές γίνεται με τους ντόπιους».
    Η Αντιγόνη, αν και βρήκε λογικές τις εξηγήσεις του αγαπημένου της, επέμεινε στην άποψή της. «Δε νομίζω ότι είναι κακό να ρωτήσουμε. Εγώ πιστεύω ότι θα θεωρηθεί πως  το κάνουμε από απλή περιέργεια». Στράφηκε προς το μέρος του Τιμολέοντα: «Τι λες κι εσύ, βρε Τιμολέων;»
    Ο επιστήμονας, θέλοντας να κρατήσει ουδέτερη στάση, απέφυγε να πει ευθέως τη γνώμη του. «Τι να πω, φίλοι μου; Ίσως έχετε δίκιο και οι δύο. Ειλικρινά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε».
    Τελικά, αποφάσισαν να ρωτήσουν. Φτάνοντας σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι, συνάντησαν έναν καλοντυμένο, νέο άντρα και του υπέβαλαν το ερώτημά τους. Εκείνος σχεδόν τους αγνόησε. Μουρμούρισε κάτι στα λατινικά, τους κοίταξε καχύποπτα, κι έσπευσε να εξαφανιστεί. Πιο πέρα συνάντησαν μια γυναίκα. Εκείνη προθυμοποιήθηκε να τους κατατοπίσει. «Πεντακόσια μέτρα πιο κάτω», τους είπε στα ελληνικά, δείχνοντας την κατεύθυνση με το χέρι της, «βρίσκεται η περιοχή που ζητάτε».
    Την ευχαρίστησαν και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Πλησιάζοντας, έφτασε στα ρουθούνια τους η μυρωδιά του καμένου. Προσπερνώντας το τελευταίο οικοδόμημα, αντίκρισαν την περιοχή της μεγάλης πυρκαγιάς. Μπροστά στα μάτια τους παρουσιάστηκε το θλιβερό θέαμα της αποτέφρωσης ενός ολόκληρου οικοδομικού τετραγώνου. Τα δεκάδες μαυρισμένα και μισογκρεμισμένα κτήρια μαρτυρούσαν το μέγεθος  μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.
    Οι καρδιές τους σφίχτηκαν και ένιωσαν μεγάλη στενοχώρια, καθώς ήξεραν ότι ανάμεσα στα κτήρια και τα αντικείμενα που είχαν καταστραφεί, βρισκόταν και ο περίφημος Χρυσελεφάντινος Δίας. Έμειναν ακίνητοι σαν αγάλματα και δεν ήξεραν τι να σκεφτούν. Θα το ανακάλυπταν σύντομα, πρώτα όμως έπρεπε να εντοπίσουν το οικοδόμημα μέσα στο οποίο φυλασσόταν ο Δίας. Περπάτησαν παράλληλα με τα καμένα κτήρια, προσπαθώντας να βρουν κάποιο σημάδι που θα τους φανέρωνε σε ποιο από αυτά βρισκόταν το άγαλμα. Κάποια στιγμή έφτασαν μπροστά σε μια μικρή πλατεία, απέναντι από την οποία ορθωνόταν ένα... 

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ


Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου.

    Έμειναν ακόμα λίγη ώρα εκεί, περιεργαζόμενοι το άγαλμα και το εσωτερικό του ναού, κι ύστερα αποχώρησαν. Κατέβηκαν από τον ιερό βράχο και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας κοντά στην αγορά, παρατήρησαν κάτι που τους τράβηξε την προσοχή και τους κίνησε την περιέργεια. Μια αρκετά μεγάλη ομάδα ανθρώπων βρισκόταν συγκεντρωμένη στον ανοιχτό χώρο μπροστά από το μεγαλοπρεπές κτήριο της αγοράς και είχε περικυκλώσει δύο άντρες. Πλησίασαν κοντύτερα για να δουν τι συμβαίνει και ένιωσαν να συγκλονίζονται όταν διαπίστωσαν ότι ο ένας από τους δυο άντρες ήταν ο Σωκράτης.
    Ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, φανερά γερασμένος από τα χρόνια και την πολυτάραχη ζωή, στεκόταν όρθιος μπροστά τους και συζητούσε με κάποιο συμπολίτη του. «Δηλαδή, Τιμόξενε», τον άκουσαν να λέει, «ισχυρίζεσαι ότι ο μικρός γιός σου δεν πρέπει να αθλείται, έτσι δεν είναι;»
    Ο συνομιλητής του που άκουγε στο όνομα Τιμόξενος, χαμήλωσε το κεφάλι του και είπε: «Μα αφού όλοι μου λένε ότι αυτό είναι το σωστό για το παιδί, εγώ τι πρέπει να κάνω;»
    «Μου φαίνεται ότι δεν μου τα λες πολύ καλά, Τιμόξενε», ξίνισε τα μούτρα του ο Σωκράτης, «Γιατί πιστεύεις ότι δεν είναι σωστό και ποιοι είναι αυτοί που σου το λένε;»
    Το ενδιαφέρον των δύο νέων από το μέλλον (η Αντιγόνη είχε μείνει πιο πίσω, αφού είδαν ότι καμία γυναίκα δε συμμετείχε στη συζήτηση), είχε κεντριστεί για τα καλά. Τους δινόταν μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη διαλεκτική ικανότητα του Αθηναίου σοφού που ισχυριζόταν ότι, το μόνο που γνώριζε,  ήταν το ότι δεν ήξερε τίποτα.
    «Δεν είναι σωστό, επειδή ο γιος μου, όπως και συ ο ίδιος γνωρίζεις,  έχει μια μικρή σωματική δυσμορφία, γι αυτό και όλοι ανεξαιρέτως με συμβουλεύουν να μην τον στέλνω στο γυμναστήριο».
    «Σε πληροφορώ ότι δε μπορείς να με πείσεις για την ορθότητα των ισχυρισμών σου», επέμεινε ο φιλόσοφος. «Εγώ, βέβαια από την πλευρά μου, δεν ισχυρίζομαι ότι το σωστό είναι να τον στείλεις. Σ’ αυτό το θέμα δε μπορώ να σε βοηθήσω. Αναρωτιέμαι όμως, πριν κάνεις κάτι για το οποίο ίσως αργότερα μετανιώσεις πικρά, μήπως θα έπρεπε να συμβουλευτείς κάποιον ειδικό; Γιατί, κακά τα ψέματα, αγαπητέ Τιμόξενε, τη λύση σε κάθε μας πρόβλημα δεν δύναται να μας την προσφέρει η γνώμη των πολλών, αλλά μονάχα η γνώση των ειδικών. Κι επειδή είμαι βέβαιος ότι ενδιαφέρεσαι πραγματικά για το καλό του παιδιού σου, θα ήθελα εδώ, ενώπιον των συμπολιτών μας, να υποσχεθείς  ότι θα πράξεις αυτό που θα σου πει ο ειδικός, εντάξει;»
    Ο Τιμόξενος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του και απάντησε καταφατικά. Ο Σωκράτης τότε γύρισε προς το συγκεντρωμένο πλήθος που, όσο περνούσε η ώρα, μεγάλωνε και ρώτησε δυνατά. «Υπάρχει μήπως ανάμεσά σας κάποιος γυμναστής, ή, έστω, κάποιος θεραπευτής;»
    Κάποιος από το πλήθος σήκωσε το χέρι του. «Εγώ εργάστηκα επί δέκα χρόνια στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου», φώναξε ο άντρας, ένας μεγαλόσωμος χαμογελαστός τύπος.
    «Ωραία, λοιπόν»,  φώναξε ευχαριστημένος ο Σωκράτης και στράφηκε προς το μέρος του Τιμόξενου. «Ας ακούσουμε λοιπόν τι έχει να μας πει αυτός ο άνθρωπος, που, απ’ ότι φαίνεται, γνωρίζει περισσότερα από εμάς τους υπόλοιπους».
    «Κανονικά θα πρέπει να δω με τα ίδια μου τα μάτια το παιδί, για να μπορέσω να μιλήσω με σιγουριά για το τι είναι πρέπον γι’ αυτό», είπε ο θεραπευτής, βγαίνοντας μπροστά, «αλλά, εν πάση περιπτώσει, πείτε μου τουλάχιστον πιο ακριβώς είναι το πρόβλημά του».
    Η Αντιγόνη παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από κάποια απόσταση και σκεφτόταν ότι, ακόμα κι εκείνη η σχεδόν τέλεια κοινωνία, είχε και τ’ αρνητικά της, ένα από τα οποία ήταν η απαγόρευση στις γυναίκες ν’ ασχολούνται με τα κοινά. Τουλάχιστον, στον τομέα αυτόν, στις περισσότερες κοινωνίες της εποχής της, ο ρόλος της γυναίκας είχε αναβαθμιστεί.
    «Έχει μια μικρή δυσκαμψία στο αριστερό του χέρι», εξήγησε ο Τιμόξενος στο θεραπευτή, «και δε μπορεί να το λυγίσει εντελώς, κι αυτό, δυστυχώς, είναι ένα κουσούρι που το έχει από την ημέρα που γεννήθηκε».
    Ο θεραπευτής, σκέφτηκε αρκετά πριν μιλήσει. Το πλήθος περίμενε με  ανυπομονησία τη γνωμάτευσή του. Μετά από λίγο, εκείνος, αφού πρώτα ανασήκωσε τα χέρια του, κοίταξε στα μάτια το Σωκράτη και είπε: «Έχω την πεποίθηση ότι, στην περίπτωση αυτή, η άθληση, όχι μόνο δεν θα έβλαπτε το νεανία, αλλά ίσως και να τον βοηθούσε να βελτιώσει λίγο την κινητικότητα του χεριού του. Στο κάτω-κάτω, δεν θα έχανε και τίποτα να το δοκιμάσει».
    Τα μάτια του πανέξυπνου φιλόσοφου έλαμψαν από ικανοποίηση. Με τη γνωστή του μέθοδο  και χωρίς ο ίδιος να έχει εκφράσει την προσωπική του άποψη, είχε οδηγήσει τα πράγματα εκεί ακριβώς που ήθελε. Έπιασε λοιπόν τον Τιμόξενο από τους ώμους και του είπε πολύ φιλικά: «Άκουσες αγαπητέ μου, τι είναι το καλύτερο για το παιδί σου. Πήγαινε, λοιπόν, αμέσως να το πάρεις και να το οδηγήσεις στο γυμναστήριο».