Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Midnight Oil - Beds Are Burning

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ


Διήγημα από τη σειρά  ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

     

             ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ


    Συναντήθηκαν τυχαία σε ένα βιβλιοπωλείο. Είχαν χρόνια να ανταμωθούν. Ο Στέργιος εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και ο Φώντας ήταν εργοδηγός στον ΟΣΕ. Γνωρίζονταν από παιδιά και, πριν παντρευτούν, έκαναν συχνά παρέα, μετά τον γάμο τους όμως οι δρόμοι τους χώρισαν. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις, η έλλειψη χρόνου, οι αποστάσεις και ένα σωρό ακόμα λόγοι ήταν αυτοί που ευθύνονταν για την χαλάρωση της φιλίας τους. Παρόλα αυτά, επικοινωνούσαν κάπου-κάπου τηλεφωνικά, κυρίως για ευχές στις ονομαστικές τους εορτές.
    Ο Στέργιος είχε πάει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσει το βιβλίο ‘’ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ’’, μια συλλογή κειμένων σαράντα πέντε ατόμων, που αφορούσε σε προσωπικές τους μαρτυρίες σχετικά με τους λόγους που τους είχαν αναγκάσει να αμφισβητήσουν την χριστιανική θρησκεία και να πάψουν να πιστεύουν στις δοξασίες των ρασοφόρων και των γραφών.
    Την ώρα που συναντήθηκε με τον Φώντα, το είχε ήδη πάρει και το κρατούσε στα χέρια του. Εκείνος μόλις είχε μπει μέσα και κατευθυνόταν προς τα ράφια που αναπαύονταν τα θρησκευτικά βιβλία. Κόντεψε σχεδόν να πέσει επάνω στον Στέργιο, ο οποίος δεν τον είχε δει και ξεφύλλιζε ευλαβικά το καινούριο του απόκτημα, για να αντιληφθεί πως επρόκειτο για τον παλιό του φίλο.
    Αγκαλιάστηκαν με χαρά, αντάλλαξαν μερικές φιλοφρονήσεις και, μόνον όταν αποχωρίστηκαν, ο Φώντας  πρόσεξε το βιβλίο του φίλου του: «Τι είναι αυτό το βιβλίο;» τον ρώτησε με περιέργεια.
    Ο Στέργιος του το έδειξε, λέγοντάς του: «Ένα καινούριο πόνημα, γραμμένο από κάποιους συμπολίτες μας, που αποχαιρέτησαν τη θρησκεία, όπως γράφει και ο τίτλος».
    Το πρόσωπο του Φώντα άλλαξε χρώμα, μόλις το άκουσε. Η χαρά του και η φιλική του διάθεση εξαφανίστηκαν μονομιάς. «Σοβαρά μιλάς;» ρώτησε και το ύφος του μαρτυρούσε ότι δεν πίστευε στα αυτιά του. «Διαβάζεις τέτοια σατανικά βιβλία; Άθεος είσαι;»
    «Δεν ξέρω, το ψάχνω», του απάντησε χαμογελώντας ο Στέργιος.
    «Το ψάχνεις; Αμφιβάλλεις δηλαδή ότι υπάρχει θεός; Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Εσύ, ένας τόσο συγκαταβατικός, τόσο ευλαβής και ελεήμων άνθρωπος, πέρασες στην άλλη πλευρά; Δεν φοβάσαι την τιμωρία του θεού;»
    Ο Στέργιος παραξενεύτηκε. Δεν θυμόταν παλιά ο Φώντας να είναι κολλημένος με τη θρησκεία. Εντάξει, πήγαινε στην εκκλησία, πολλές φορές μάλιστα συναντιόνταν εκεί, ποτέ όμως δεν άνοιγαν συζήτηση για θεούς και θρησκείες. Προτιμούσαν να μιλούν για τσάρκες, για γκόμενες, και για αθλητικά.
    «Να με τιμωρήσει; Για ποιο λόγο; Τι έκανα;»
    «Τι έκανες;» εξανέστη ο Φώντας. «Μα υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από το να μην πιστεύεις στην ύπαρξή του;»
    «Δεν το κάνω επίτηδες», τον ειρωνεύτηκε ο Στέργιος. «Αν μου αποδείξεις την ύπαρξή του, δεν έχω λόγο να μην πιστέψω».
    «Τι αποδείξεις θέλεις; Δεν σου αρκούν όλα αυτά τα θαυμαστά που βλέπεις με τα μάτια σου;»
    «Τι εννοείς; Μιλάς για τον ήλιο, για τα αστέρια, για το ουράνιο στερέωμα, για τη φύση; Ε, και λοιπόν; Τα βλέπω και τα θαυμάζω, αλλά δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει το επιχείρημά σου. Υπονοείς μήπως ότι όλα αυτά δημιουργήθηκαν από το χέρι κάποιου; Κι αυτόν τον κάποιο, ποιος τον δημιούργησε, πώς βρέθηκε μετέωρος στο πουθενά;»
    «Α, εσύ δεν τρώγεσαι. Αμφισβητείς την Αγία Γραφή; Αμφισβητείς τις μαρτυρίες των αγίων πατέρων μας; Πώς κατάντησες έτσι; Εσύ ήσουν θεοφοβούμενος».
    «Ε, όχι ακριβώς. Ακολουθούσα απλώς τη ρότα των υπολοίπων, περισσότερο λόγω συνήθειας, ίσως λόγω παράδοσης. Μέχρι που άρχισα να διαβάζω και άλλους συγγραφείς, πέραν αυτών των άγιων, όπως τους αποκαλείς, πατέρων. Αν έκανες κι εσύ το ίδιο, είμαι βέβαιος ότι θα έβλεπες τα πράγματα διαφορετικά, θα διαπίστωνες σε πόσο φοβερή πλάνη βρίσκεσαι».
    «Σοβαρολογείς τώρα; Μα καλά, δεν φοβάσαι μήπως πας στην κόλαση; Τόσο πολύ πια έχεις διαβρωθεί;»
    «Έλα τώρα, Φώντα, σύνελθε λιγάκι. Είσαι και μορφωμένος άνθρωπος. Για ποια κόλαση μου μιλάς; Είναι δυνατόν ο φιλεύσπλαχνος θεός, όπως συνηθίζετε να τον αποκαλείτε, να προορίζει τον άνθρωπο για μια τόσο σκληρή τύχη και μάλιστα εις τον αιώνα τον άπαντα; Η κόλαση και ο παράδεισος είναι ο μπαμπούλας που έχουν εφεύρει οι ρασοφόροι για να τρομάζουν το ποίμνιο, ώστε να μην αποχωρίζεται το μαντρί».
    «Δηλαδή δεν θέλεις να πας στον παράδεισο;»
    «Το βιολί σου εσύ, κακομοίρη μου. Ακόμα και να υπήρχε παράδεισος, ε, ναι, σε πληροφορώ ότι δεν θα ήθελα να πάω. Να κάνω τι εκεί μέσα; Να σεργιανίζω χωρίς σκοπό σε ένα ανιαρό περιβάλλον, ακούγοντας μονότονες ψαλμωδίες και αντικρίζοντας τα χλωμά πρόσωπα των πεθαμένων; Να μου λείπει τέτοια ανταμοιβή για την, υποτίθεται ενάρετη και μετρημένη ζωή μου στη γη. Αλήθεια, εσένα θα σου άρεσε εκεί πάνω;»
    «Ανιαρό περιβάλλον; Μάλλον δεν έχεις διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη ή δεν έχεις ακούσει για τον κήπο της Εδέμ. Ο παράδεισος, Στέργιε, βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν τον καταπράσινο κήπο. Το περιβάλλον εκεί μέσα είναι ειδυλλιακό, γεμάτο χρώματα, αρώματα και μουσική. Όλα είναι χαρμόσυνα και οι άγγελοι φτερουγίζουν χαρούμενα από πάνω».
    «Ναι, και ύστερα ξύπνησες», τον ειρωνεύτηκε ο Στέργιος. «Μα καλά, μιλάς σοβαρά; Τα πιστεύεις όλα αυτά; Νομίζεις ότι, όλες αυτές οι ανυπόστατες, αστήρικτες και εξωφρενικές θεωρίες, μπορούν να γίνουν πιστευτές; Πρέπει κάποιος να είναι πολύ αφελής και ευκολόπιστος για να τους δώσει βάση. Το γράφει, λες, κάποιο βιβλίο. Καλά, εντάξει. Και ο συγγραφέας αυτής της ιστορίας, τον είδε με τα μάτια του; Τον επισκέφτηκε και ύστερα γύρισε πίσω για να τον περιγράψει; Γνωρίζεις κάποιον που να έχει πάει και να έχει επιστρέψει από εκεί; Φαντασιώσεις αρρωστημένων μυαλών  είναι, αγόρι μου, κατάλαβέ το».
    «Τι να σου πω τώρα;» του αντιγύρισε με θυμό, ο Φώντας. «Λυπάμαι πολύ για τις ιδέες που έχεις και απορώ πώς διάβολο τις κόλλησες;»
    Ο Στέργιος πρόσεξε ότι ο υπάλληλος τους κοίταζε λοξά και έδειχνε ενοχλημένος, κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την συζήτηση: «Επειδή ο χώρος δεν είναι κατάλληλος γι’ αυτήν την κουβέντα, αν θέλεις μπορούμε να βρεθούμε κάπου αλλού, να πιούμε ένα ποτό και να τα πούμε με την ησυχία μας».
    «Να πούμε τι; Με άθεους και κυριευμένους από το διάολο δεν έχω να πω τίποτα. Ειλικρινά, την αρχική χαρά μου, που σε είδα ύστερα από τόσο καιρό, την μετέτρεψες σε λύπη. Δεν το περίμενα αυτό από σένα και θα σε παρακαλέσω να μείνεις μακριά από μένα και την οικογένειά μου, γιατί θα μας μολύνεις».
    Ο Στέργιος εξοργίστηκε. Ένιωσε την επιθυμία να τον διαολοστείλει, σεβάστηκε όμως τον εαυτό του και το απέφυγε. Αρκέστηκε μονάχα σε ένα τελευταίο σχόλιο και έδωσε την υπόσχεση στον εαυτό του να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά με εκείνο το αξιοθρήνητο ανθρωπάκι.
    «Εντάξει, παλιόφιλε. Θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου, μάθε όμως, πριν αποχωριστούμε οριστικά, ότι η κατάσταση στην οποίαν σας έχουν εγκλωβίσει οι ρασοφόροι, κι από την οποία τόσο πολύ δυσκολεύεστε να ξεφύγετε, μόνον με μια λέξη μπορεί να χαρακτηριστεί: ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΗ!»  
     

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ


Χιουμοριστικό αφήγημα του Βασίλη Σακκά


7.    Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ
Του Βασίλη Σακκά


    Γύρισε κατάκοπος ένα βράδυ ο θεός από τα πεδία των καταστροφών επί γης, άραξε το διαστημόπλοιό του, κι έβαλε να πιει κάνα τσίπουρο για να ξεκουραστεί. Αφού ρούφηξε κάμποσα μπουκάλια, σκέφτηκε: «Ρε συ, δεν βάζουν μυαλό τα κωλόπαιδα που έκανα. Όσους και να φάω, πάλι μυαλό δεν θα βάλουν. Τι στο διάολο να κάνω με δαύτους;
    Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και είπε να κάνει κάνα μήνα διακοπές. Έκανε τα μπανάκια του τα διαστημικά και κάποτε στρώθηκε στη δουλειά για να βρει λύση στον μπελά που είχε με τους αμνούς του, που άλλαζαν DNA και γίνονταν ερίφια.
    Και σαν από μηχανής θεός, του κατέβηκε μια φαεινή ιδέα. Του χρειαζόταν επειγόντως γιος… ναι γιος… αλλά πώς να τον κάνει μόνος του; Οι άλλοι θεοί ήταν αρσενικοί. Ξαφνικά θυμήθηκε έναν φιλαράκο του μαραγκό, που είχε κάτω στο Ισραήλ από παλιά. Τραβάει λοιπόν στο μαραγκούδικο του Ιωσήφ, κάθονται παράμερα, αρχίζουν τα κρασιά και στο τέλος του σκάει το μυστικό.
    «Ιωσήφ, θέλω να μου κάνεις ένα παιδί, αγόρι όμως».
    «Πώς να το κάνω μόνος μου;»
    «Όχι, βρε βλάκα εσύ. Η γκόμενα που έχεις, η Μαρία».
    «Τιμή μου, φίλε, θα με απαλλάξεις και από τη δουλειά, αλλά πώς; Εσύ είσαι δεκαπέντε τρισεκατομμυρίων ετών, πώς θα τα καταφέρεις;»
    «Όχι εγώ, ρε βόδι, εμένα μου ξεράθηκε πριν από τρία δισεκατομμύρια χρόνια!»
    «Τότε πώς;»
    «Άκου, βρε μπουνταλά. Με λουλούδι θα το κάνω. Με κρίνο!»
    «Αααα, είπα κι εγώ. Θαυματάκι δηλαδή, έτσι;»
    «Ναι…, σαν να παραέφαγα κόσμο, να κατακλυσμούς, να Σόδομα, να Ερυθρά, να πληγές, να Ιεριχούδες, να τούτο, να το άλλο, μυαλό δεν βάζουν οι άπιστοι. Άρχισαν να με ψυλιάζονται για δολοφόνο-δράκο και μου την κοπανάνε από το μαντρί. Λοιπόν, αποφασίζω και διατάζω, εδώ και τώρα θα κάνω γιο, αλλά έναν μόνο, όχι δύο, γιατί θα με φάνε. Θα τους πιάσει ζήλια για το θρόνο μου, εντάξει; Και θα σου στείλω και πολιτικούς μάγους όταν γεννήσει η Μαρία, για να το μάθει όλος ο κόσμος».
    «Εντάξει, αφέντη μου. Πάω να το πω στη Μαρία, για να προετοιμαστεί και να μην τρομάξει».
    «Όταν με το καλό γεννηθεί, να μου τον προσέχεις σαν τα μάτια σου, να τον κάνεις καλό παιδί, μπας και πιάσει το κόλπο».
    Έτσι κι έγινε. Γκαστρώθηκε από το λουλούδι η Μαρίτσα, τον μεγαλώσανε μαζί κρυφά μακριά από τα μπαρ και τις πουτάνες, κι όταν έγινε τριάντα χρόνων, τον αμολήσανε ελεύθερο στην πιάτσα! Το παιδί έπιασε και… δουλειά, για να αντιστρέψει το ίματζ του μπαμπά του, το κακόφημο. Κάθε τρεις και λίγο, θαυματάκια. Οι πιστοί άρχιζαν πλέον να αλλάζουν γνώμη, αλλά οι ιερείς και οι Ρωμαίοι δεν την είδαν καλά τη δουλειά, αυτουνού που ήθελε να γίνει βασιλιάς τους. Θα έχαναν βλέπεις την εξουσία τους.
    Τον έπιασαν λοιπόν και τον κρέμασαν επάνω σε ένα σταυρό, εντούτοις όμως το θέλημα του μπαμπά του έγινε.
    Κι έτσι, τον έχουμε μετά θάνατον, να μας ζαλίζουν τα χριστιανά με τα θαυματάκια του. Και γίναν πάλι δισεκατομμύρια, τα πιστά 

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

The Rolling Stones - Doom And Gloom

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ


Απόσπασμα από το βιβλίο μου ''Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ''



    Τρία ασθενοφόρα κι ένα περιπολικό, πέρασαν από μπροστά τους και σταμάτησαν δίπλα στο χώρο του αιματηρού επεισοδίου. Αν και δεν ήταν πολύ κοντά, μπόρεσαν να διακρίνουν ότι, από τα δέκα άτομα που είχαν συμπλακεί, τα έξι κείτονταν αιμόφυρτα στο έδαφος. Στο θέαμα εκείνο, η καρδιά των δύο νέων σφίχτηκε και χάλασε η διάθεσή τους. Είδαν τον έναν από εκείνους που είχαν μείνει όρθιοι, να σκουπίζει με ένα μαντήλι το μαχαίρι του. Ήταν φανερό πως, κάποιοι από τους τραυματίες, αν δεν το είχαν ήδη πάθει, σύντομα θα έφευγαν από τη ζωή. Στη λίστα με τα θύματα της βίας, θα γράφονταν μερικά ακόμα ονόματα, εξαιτίας της ύπαρξης ενός ανόητου και απάνθρωπου κοινωνικού φαινομένου. Το σύστημα του αυτόματου πληθυσμιακού ελέγχου, που είχαν εφεύρει τα διεστραμμένα μυαλά κάποιων κοντινών προγόνων τους, λειτουργούσε στην εντέλεια.
    «Ως πότε πια;» αναρωτήθηκε, αναστενάζοντας η Αμφιθέα, καθώς ο νεαρός σερβιτόρος απομακρυνόταν.
    «Ελπίζω όχι για πολύ ακόμα», μουρμούρισε νευριασμένα ο Σαγιέ. Γύρισε και κοίταξε τον ηλικιωμένο που παρακολουθούσε με συνοφρυωμένο ύφος τα συμβάντα. Ο πράσινος ρόμβος φιγουράριζε επάνω στην αριστερή πλευρά του λευκού του πουκάμισου, ο άντρας εκείνος όμως, ίσως και λόγω ηλικίας, δεν έδειχνε για φανατικός.
    «Εσείς τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν την κατάσταση;» τον ρώτησε ο Σαγιέ, αδιαφορώντας αν, απευθύνοντας το λόγο σε κάποιον άγνωστο, υπήρχε ο φόβος να θεωρηθεί αγενής.
    Ο ηλικιωμένος κούνησε το κεφάλι του και τους κοίταξε συμπονετικά.  «Τι να σας πω, παιδιά μου; Εγώ είμαι πολύ γέρος για να μιλήσω ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα, εσείς όμως έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας. Εύχομαι λοιπόν, να ζήσετε καλύτερες μέρες από αυτές που ζήσαμε εμείς. Αν αυτό», είπε κι έδειξε έξω, «λέγεται ζωή, τότε καλύτερα να πάμε να ζήσουμε στη ζούγκλα, παρέα με τα άγρια θηρία. Τι άλλο να πω;»
    

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Shakin' Stevens - Marie, Marie 1980

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ


ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                               ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΥΨΙΣΤΟ


        Στο μυαλό του  Ζαχαρία πάντοτε έμπαιναν ιδέες. Ήταν μια από τις πτυχές του ανήσυχου χαρακτήρα του. Όταν ήταν έξι μόλις χρόνων, του είχε μπει η ιδέα ότι ήταν… εξωγήινος. Έβλεπε κάποιες σειρές Ε.Φ. στη τηλεόραση και το είχε δέσει κόμπο ότι κι ο ίδιος ήταν από άλλον πλανήτη. Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου, να του λένε οι γονείς του, εμείς σε έχουμε γεννήσει, εκείνος όμως τίποτα. Πίστευε ότι του έλεγαν ψέματα, μέχρι την ημέρα που του έδειξαν μια φωτογραφία με τον Ε.Τ., οπότε πείστηκε ότι εκείνος ήταν ο εξωγήινος και ο ίδιος ήταν γέννημα θρέμμα της γης, οπότε και απαλλάχτηκε οριστικά από την εξωφρενική ιδέα του εξωγήινου. Στα δέκα του χρόνια, του είχε κολλήσει η ιδέα ότι μόλις γινόταν είκοσι ετών θα πέθαινε. Άλλος καημός αυτός για τους έρημους γονείς του. Είδαν και έπαθαν μέχρι να τον πείσουν ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει την ημερομηνία του θανάτου του. 
    Λίγο πριν τα δέκατα τρίτα γενέθλιά του, του κόλλησε η ιδέα ότι κάποτε θα γινόταν πρωθυπουργός. Αυτό ίσως δεν ήταν κατ’ ανάγκην κακό και οι γονείς του αυτή τη φορά δεν ανησύχησαν για τον κανακάρη τους. Απεναντίας μάλιστα χάρηκαν που διαπίστωσαν ότι ο γιος τους έβαζε πολύ ψηλά τον πήχη της προσωπικής του επιτυχίας. Ήταν κάτι πολύ ενθαρρυντικό για τους ευτυχείς γονιούς του, οι οποίοι πίστεψαν ότι επιτέλους το αγοράκι τους είχε ωριμάσει και είχε ισορροπήσει πνευματικά.
    Πραγματικά, ο Ζαχαρίας, αν και πολύ μικρός σε ηλικία, άρχισε να διαβάζει άρθρα και σχόλια πολιτικών αναλυτών σε εφημερίδες και περιοδικά, να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της ολομέλειας της Βουλής και να… σχεδιάζει τον τρόπο με τον οποίον θα κυβερνούσε τη χώρα μόλις γινόταν πρωθυπουργός. Κανονικά οι γονείς του θα έπρεπε να ανησυχήσουν για μια τόσο αφύσικη συμπεριφορά, δυσανάλογη της ηλικίας του, εκείνοι όμως αποδείχτηκαν κοντόφθαλμοι και το θεώρησαν σαν ένα ακόμα παιχνίδι του γιου τους. Άσε δε που δεν έβλεπαν με άσχημο μάτι μια τέτοια προοπτική.
    Όλα καλά, έλα όμως που, αυτή του η εμμονή, τον ανάγκασε να μεταπηδήσει σε μιαν άλλη, εντελώς εξωφρενική αυτή τη φορά. Παρακολουθώντας μια μέρα στην τηλεόραση την ομιλία του προέδρου της κυβέρνησης, τον άκουσε να λέει ότι μίλησε με το Θεό! Ε, τι ήταν να  ακούσει έναν τέτοιο ισχυρισμό; Από τη στιγμή εκείνη, το έδεσε κόμπο ότι κι εκείνος θα μιλούσε με τον Ύψιστο. Το θεώρησε σαν καθήκον του, αφού το είχε βέβαιο ότι κάποτε θα γινόταν και ο ίδιος πρωθυπουργός, να μιλήσει με την Μεγαλοσύνη Του. Άλλωστε, είχε τόσα πολλά να τον ρωτήσει.
    Τον τρόπο τον γνώριζε καλά. Από μικρός είχε γαλουχηθεί στη θρησκεία, στο γονάτισμα μπροστά στις εικόνες και στην προσευχή, με μοναδικό παράπονό του ότι, στις παρακλήσεις του προς τον Θεό, δεν είχε πάρει ποτέ απάντηση από Εκείνον, αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος να πάρει. Αφού οι άλλοι μιλούσαν μαζί Του, θα μιλούσε κι εκείνος.
    Ένα βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, αποφασισμένος να εκτελέσει το σχέδιο που είχε κατά νου. Γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι που κοσμούσε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι του, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος του και άρχισε να προσεύχεται.
    «Θεούλη μου, εσύ που νοιάζεσαι και φροντίζεις για όλον τον κόσμο και ακούς τις προσευχές μας, ρίξε για λίγο το βλέμμα σου και στο σπιτικό μας».
    Έκανε μια μικρή παύση και, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να συνεχίσει, άκουσε μια βροντερή φωνή να του λέει: «Σε ακούω, τέκνον μου. Τι ακριβώς ζητάς από μένα;»
    Ο Ζαχαρίας απόρησε, αμφιταλαντεύτηκε για λίγο και, στο τέλος, μόνον που δεν κατουρήθηκε από τη χαρά του. Του φαινόταν απίστευτο που είχε καταφέρει να του μιλήσει ο ίδιος ο Θεός. Και να που τώρα του δινόταν η μοναδική ευκαιρία να του εκφράσει τις σκέψεις του, τις επιθυμίες του και τα παράπονά του.
    «Να, Κύριε, θα ήθελα να έχεις καλά την οικογένειά μου και να με βοηθήσεις να πραγματοποιήσω το όνειρό μου».
    «Ποιο όνειρο, αυτό του να γίνεις πρωθυπουργός;»
    Ο Ζαχαρίας εντυπωσιάστηκε. Χωρίς να του το έχει αποκαλύψει, ο Ύψιστος το είχε καταλάβει. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι μιλούσε με τον ίδιο το Θεό.
    «Μάλιστα, Κύριε», μουρμούρισε με φανερή συγκίνηση.
    «Εγώ θα σε βοηθήσω», άκουσε το Θεό να του λέει, «αλλά να ξέρεις ότι πρέπει να προσπαθήσεις κι εσύ».
    «Εντάξει, Κύριε και θεέ μου. Γι’ αυτό μπορείς να μείνεις ήσυχος. Θα ήθελα όμως να μάθω και κάτι άλλο. Γιατί μερικά παιδάκια υποφέρουν; Δεν μπορείς να κάνεις κάτι και γι’ αυτά;»
    «Μου είναι δύσκολο να βοηθώ όσους δεν μου το ζητούν».
    «Μα, εγώ γνωρίζω ένα παιδί που η οικογένειά του πεινάει και ξέρω ότι εκείνο προσεύχεται κάθε βράδυ σε Σένα και σου ζητάει βοήθεια. Αυτό το πλάσμα δεν μπορείς να το βοηθήσεις;»
    «Άκουσε, τέκνον μου. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όσο τα νομίζεις. Πιθανόν κάποιος από την οικογένειά του να είναι αμαρτωλός, οπότε εγώ υποχρεώνομαι να σηκώσω τα χέρια μου ψηλά. Αν εξομολογηθούν και μετανοήσουν όλα τα μέλη της οικογένειας, τότε μόνον θα μπορέσω να επέμβω».
    Δεν έχει και άδικο, συμφώνησε νοερά ο Ζαχαρίας. Ας τον ρωτήσω τώρα και για τον κυρ-Νώντα, τον γείτονά μας, που σκοτώθηκε προχθές σε τροχαίο: «Γνώριζα έναν συνταξιούχο, έναν πολύ καλό άνθρωπο, θρησκευόμενο, πράο, ευγενικό, ο οποίος δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε κουνούπι, προχθές όμως έπεσε σε μια κολώνα με το αυτοκίνητό του και σκοτώθηκε. Γιατί του συνέβη κάτι τόσο τρομερό; Τι είχε κάνει και τιμωρήθηκε έτσι; Δεν θα ήταν σωστό και δίκαιο να τον σώσεις;»
    «Είσαι μικρός, τέκνον μου, και δεν μπορείς να τα καταλάβεις όλα. Ο κυρ-Νώντας ήταν πολύ μεγάλος στην ηλικία και δυσκολευόταν να οδηγήσει. Αν τον έσωζα από αυτό το τροχαίο, το πιθανότερο ήταν να ξανακάνει ατύχημα και να πάρει και κάποιον άλλον άνθρωπο στον λαιμό του. Τουλάχιστον έτσι, έφυγε μόνος του και σώθηκε κάποιος άλλος. Εξάλλου, λόγω της υποδειγματικής διαγωγής του, τον έχω ήδη πάρει στον παράδεισο. Μπορεί λοιπόν να μην σώθηκε η ζωή του, σώθηκε όμως η ψυχή του».
    Πράγματι ο Θεός είναι σοφός και μεγαλόψυχος, συλλογίστηκε ο Ζαχαρίας. Τα προβλέπει όλα και προνοεί για όλους τους ανθρώπους. Έχουν δίκιο οι χριστιανοί που τον πιστεύουν, τον λατρεύουν  και τον προσκυνούν.
    Ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει και για τον αγαπημένο του παππού, ο οποίος είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει αν ο μακαρίτης είχε πάει στον παράδεισο. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει αλλά, αυτό που επακολούθησε, τον σάστισε και τον υποχρέωσε να ανοίξει τα μάτια του, που όλη εκείνη την ώρα τα κρατούσε κλειστά. Αναρωτήθηκε, τι μπορούσε να ήταν αυτό που του συνέβαινε; Είχε παραισθήσεις;
    «Ζαχαρία, ακόμα κοιμάσαι;» είχε ακούσει μια φωνή να του λέει και ήταν βέβαιος ότι εκείνη δεν ήταν η φωνή του Θεού. Έμοιαζε περισσότερο με την φωνή της μητέρας του. «Σήκω επιτέλους, βρε αγόρι μου, γιατί δεν θα προλάβεις να πας έγκαιρα στο σχολείο».        


Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ  


                                     6.   Ο  ΑΓΓΕΛΟΣ


    Ο άγγελος αναδύθηκε μέσα από το προσωπικό του σύννεφο, φωτίστηκε άπλετα από ένα πολύχρωμο, εξώκοσμο φως και, ανεμίζοντας με χάρη τα μεγάλα,  υπέροχα φτερά του, κατευθύνθηκε προς το κέντρο του παραδείσου. Στα χέρια του κρατούσε τον χειρόγραφο κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων για μια θέση στον ονειρικό κόσμο τους, ευγνωμονώντας τον Πατέρα τους για την σθεναρή στάση που είχε κρατήσει στο θέμα των επικοινωνιών. Αν ο Θεός είχε κάνει το λάθος και είχε δεχτεί να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες, εκείνος τώρα θα βρισκόταν απλά χωμένος μέσα στο σύννεφό του και δεν θα μπορούσε εύκολα και χωρίς λόγο να αντικρίσει τον ίδιο τον Παντοκράτορα. 
    Την πρόταση την είχε κάνει ο άγιος Πέτρος. «Κύριε», είχε τολμήσει και του είχε πει, «γιατί δεν αναβαθμίζουμε τον τομέα των επικοινωνιών, ώστε να πληροφορούμαστε ευκολότερα όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο και να επικοινωνούμε γρηγορότερα μεταξύ μας;»
    Ο Πανάγαθος τον είχε κοιτάξει απαξιωτικά και τον είχε αποστομώσει: «Μα τι λες τώρα, Πέτρο μου; Ξεχνάς μήπως ότι η τεχνολογία είναι δημιούργημα του διαβόλου; Δηλαδή, τι θέλεις τώρα; Να εισαγάγουμε στον παράδεισο διαβολικά πράγματα; Μια χαρά δεν είμαστε και έτσι; Εξάλλου, αμφισβητείς την ικανότητά μου να τα γνωρίζω και να τα μαθαίνω όλα χωρίς τη μεσολάβηση τεχνικών μέσων; Τι Θεός θα ήμουν, αν μου έλειπαν αυτές οι ιδιότητες;»
    Ο άγγελος χαιρέτησε χαρούμενα με την τραγουδιστή φωνή του δυο αγγέλους που συνάντησε στην πορεία του και λίγο αργότερα έφτασε μπροστά στο, λουσμένο από ένα απαλό, γαλάζιο φως, σύννεφο που φιλοξενούσε το θρόνο του Παντοκράτορα. Ο ίδιος ο Δημιουργός καθόταν γαλήνιος πάνω του, ενώ τρία μικρά αγγελάκια πετάριζαν χαριτωμένα γύρω του, άδωντας ψαλμούς και ύμνους με τις υπέροχες, μελωδικές  φωνές τους. Λίγο πιο πέρα, επάνω σε ένα κατάλευκο σύννεφο, καθόταν ο Χριστός παρέα με κάποιους από τους μαθητές του και έπαιζαν τρίλιζα.
    Ο άγγελος, έκλεισε τα φτερά του, στάθηκε ευλαβικά μπροστά στον Θεό και του πρότεινε τον κατάλογο. «Μόλις έφτασε, Κύριε», ψέλλισε με σεβασμό. «Πρόκειται για τους πέντε χιλιάδες αποδημήσαντες το προηγούμενο χρονικό διάστημα».
    Ο Θεός πήρε στα χέρια του τη λίστα με τα ονόματα των νεκρών, της έριξε μια γρήγορη ματιά και αρκέστηκε να ρωτήσει: «Είναι όλοι τους χριστιανοί;»
    «Όχι, Κύριε. Οι περισσότεροι είναι αλλόθρησκοι».
    «Αν θυμάμαι καλά, σου έχω πει ότι οι αλλόθρησκοι, οι άθεοι και οι αμαρτωλοί πρέπει να πηγαίνουν κατευθείαν στην κόλαση, χωρίς άλλες διαδικασίες. Μόνον όσοι είναι πιστοί χριστιανοί, κι έχουν εξομολογηθεί, έχουν μετανοήσει και έχουν κοινωνήσει με τη θεία μετάληψη, θα γίνονται δεκτοί στον παράδεισο.  Σε εμένα θα φέρνετε να κρίνω που θα σταλούν, μόνον αυτούς για τους οποίους υπάρχουν αμφιβολίες, ή για όσους χρειάζεται να προβούμε σε  κάποια ειδική, κατ΄εξαίρεσιν μεταχείριση».
    Ο άγγελος ξαναπήρε τη λίστα, υποκλίθηκε με σεβασμό στον Μεγαλοδύναμο και αναχώρησε για το σύννεφό του, χωρίς να σχολιάσει τα λεγόμενα του Κυρίου του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Τι ήταν αυτός για να κρίνει τις αποφάσεις του Δημιουργού του Σύμπαντος; Επέστρεψε στη βάση του, έκανε όπως τον είχε συμβουλέψει ο Θεός και ξανάγραψε τον κατάλογο που θα του παρέδιδε. Από τους πέντε χιλιάδες μακαρίτες, οι τέσσερις χιλιάδες εξακόσιοι πήραν διαβατήριο για την κόλαση, μόλις εκατόν είκοσι πέντε εγκρίθηκαν για να μπουν στον παράδεισο και οι υπόλοιποι διακόσιοι εβδομήντα πέντε, κόσμησαν τη λίστα την οποία θα αξιολογούσε ο ίδιος ο Θεός.
    Όσο πάει και ο αριθμός των εισακτέων στον παράδεισο μειώνεται, σκέφτηκε ο άγγελος. Εκεί κάτω, στην κόλαση, έχει δημιουργηθεί το αδιαχώρητο. Φοβάμαι ότι ο Βελζεβούλ θα κάνει αίτημα διαμαρτυρίας και θα απαιτήσει να πάψουμε να του στέλνουμε τόσες πολλές ψυχές, και μάλλον δεν θα έχει άδικο.
    «Άγγελε, τι σκέψεις είναι αυτές που κάνεις;» άκουσε τη βροντερή φωνή του Θεού, και τον έπιασε σύγκρυο. «Τι θέλεις δηλαδή, να φέρουμε στον παράδεισο όλα τα αποβράσματα της κοινωνίας, για να μην στενοχωρήσουμε το διάβολο; Ας βρει μόνος του τη λύση στο πρόβλημα του συνωστισμού στην κόλαση. Άφησε λοιπόν κατά μέρος τις αιρετικές σκέψεις και φέρε μου γρήγορα τον κατάλογο να τον δω. Οι ψυχές δεν μπορούν να περιμένουν».
    Άντε πάλι έξω στον λαμπερό ουρανό του παραδείσου, άντε πάλι ενώπιον του Δημιουργού. Αυτή τη φορά δεν τόλμησε καν να τον κοιτάξει. Νιώθοντας ενοχή για τις σκέψεις που είχε τολμήσει να κάνει, του παρέδωσε τον κατάλογο και τραβήχτηκε στην άκρη, περιμένοντας οδηγίες. Απέναντί του ο Χριστός και οι μαθητές συνέχιζαν το παιχνίδι τους, ενώ εμφανίστηκε και ο άγιος Πέτρος. Εκείνος στάθηκε δίπλα στον Μεγαλοδύναμο που ήταν βυθισμένος στη μελέτη της λίστας και περίμενε να του απευθύνει το λόγο.
    «Τα ονόματα που έχω υπογραμμίσει», είπε στον άγγελο, καθώς του επέστρεφε τον κατάλογο, «προορίζονται για τον παράδεισο. Τις υπόλοιπες ψυχές στείλε τις στον Εωσφόρο».
    «Ο διάβολος», σχολίασε ο Πέτρος, καγχάζοντας, «τον τελευταίο καιρό έχει δουλειές με φούντες. Αυξήθηκαν βέβαια οι θάνατοι, αλλά αυξήθηκαν δυσανάλογα και εκείνοι που πρέπει να τιμωρηθούν αιώνια».
    «Εντάξει, Πέτρο», του υπενθύμισε ο Θεός, «αλλά μην ξεχνάς τότε, τη δεκαετία του ’40 που στη Γη μαινόταν εκείνος ο καταστροφικός πόλεμος, πόση δουλειά είχε πέσει σε όλους. Εκτός από τον διάβολο, ούτε κι εμείς προλαβαίναμε να πάρουμε ανάσα. Τώρα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ευτυχώς να λες που αυξήθηκαν δραματικά και οι άθεοι, και λιγόστεψαν οι αφίξεις στον παράδεισο».
    Ο άγγελος έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο πόστο του, δεν του έκανε όμως καρδιά να φύγει. Η συζήτηση μεταξύ των δυο Υπέρτατων Όντων του παραδείσου ήταν ενδιαφέρουσα και πολύ θα το επιθυμούσε να την άκουγε όλη, φοβόταν όμως ότι αυτό δεν θα άρεσε στον Θεό.
    «Άγγελε, δεν σε χρειαζόμαστε άλλο», άκουσε τον Δημιουργό να του λέει, προφανώς έχοντας διαβάσει τη σκέψη του, κι επιβεβαιώνοντας την υποψία του. «Πήγαινε να μεριμνήσεις για την τακτοποίηση των ψυχών που περιμένουν».
    Καθώς απομακρυνόταν, άκουσε τον Πέτρο να του φωνάζει: «Μόλις εμφανιστούν οι καινούριοι στην πύλη, ειδοποίησέ με να έρθω να τους υποδεχτώ».
    Ο άγγελος δυσανασχέτησε. Το γνώριζε ότι ο Θεός θα διάβαζε τη σκέψη και τα συναισθήματά του, αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι άγγελοι τριγυρνούσαν ανέμελοι στον ουρανό, ψέλνοντας και τραγουδώντας, εκείνος έκανε όλη τη χαμαλοδουλειά, κι αυτό το θεωρούσε εντελώς  άδικο. Σκέφτηκε ότι μάλλον θα άξιζε τον κόπο να παρακαλέσει τον Δημιουργό να του αλλάξει πόστο.
    «Θα γίνει και αυτό, μην σε απασχολεί», άκουσε σχεδόν αμέσως τη φωνή του Θεού. «Σε λίγο καιρό θα τοποθετήσω άλλον άγγελο στη θέση σου».
    Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, ευχαριστημένος που ο Πανάγαθος τον είχε εισακούσει και, με αναπτερωμένο το ηθικό του, πέταξε πιο γρήγορα για το σύννεφό του. Λίγο πριν φτάσει, αντίκρισε μια συντροφιά από πέντε αγγέλους, που πετούσε πάνω από μια ομάδα ψυχών και τραγουδούσε με μοναδικό τρόπο το γνωστό τραγούδι του συγκροτήματος ΤΡΥΠΕΣ, ‘’Ω, ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ’’, κι εκείνος δεν μπόρεσε να μη συμφωνήσει!

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Τζογαδόρος και προληπτικός


Ένα αφήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


            ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ  ΚΑΙ  ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ


    Ο Στάθης ήταν το τρίτο παιδί μιας φτωχής, τρίτεκνης, μεταπολεμικής  οικογένειας, μικροκαμωμένος, ασχημούλης και αδικημένος σωματικά, αλλά από μικρός φανέρωσε ότι διέθετε στοιχεία για να γίνει κάποτε μεγάλος και τρανός. Η μητέρα του μάλιστα, μια αμόρφωτη, μοιρολάτρισσα γυναίκα, διατυμπάνιζε συνεχώς ότι ο μικρός γιος της θα κυβερνούσε την Ελλάδα. Το είχε δει, λέει, στον ύπνο της και το είχε δέσει κόμπο. Και την εξωφρενική αυτή ιδέα της, την είχε ενστερνιστεί ολόκληρο το οικογενειακό τους περιβάλλον. Πραγματικά, ο μικρός Στάθης πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο, τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο και πέρασε με επιτυχία της εξετάσεις για την είσοδό του στο Πάντειο πανεπιστήμιο. Εντούτοις, επηρεασμένος από την  οικογένειά του, η οποία ήταν πολύ θρησκευόμενη και ακροδεξιάς ιδεολογίας, και παρόλο που ο ίδιος διάβαζε πολύ, δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα νύχια του συντηρητισμού και της θρησκοληψίας.
    Έχοντας γαλουχηθεί με τον φόβο του θανάτου και με την απειλή της μεταθανάτιας τιμωρίας λόγω αμαρτιών, είχε γίνει ιδιαίτερα προληπτικός, σε σημείο που να έχει καταντήσει αντικείμενο χλευασμού και ειρωνείας από τους φίλους του. Ένα άλλο, άσχημο ελάττωμά του, ήταν η ενασχόλησή του με την χαρτοπαιξία. Αρχικά, έπαιζε εντελώς ερασιτεχνικά και χωρίς χρήματα, αργότερα όμως εθίστηκε στο χαρτοπαίγνιο και άρχισε να παίζει με λεφτά. Έπαιζε με κάποιους φίλους του σε μια οικοδομή και σύντομα κόλλησε την ασθένεια του τζόγου. Από εκεί και ύστερα, δεν υπήρχε τυχερό παιχνίδι που να μην το είχε δοκιμάσει. Τι ‘’εδώ παπάς εκεί παπάς’’, έπαιζε, τι προ-πο και λαχεία, το μεγάλο πάθος του όμως ήταν ο ιππόδρομος.
    Έχανε συνέχεια λεφτά, αλλά συνέχιζε να παίζει, πιστεύοντας ότι θα ρεφάρει. «Δεν μπορεί», έλεγε σε έναν ξάδελφό του, με τον οποίον έκανε συχνά παρέα, «ο θεός θα με βοηθήσει να ρεφάρω».
    Ο θεός όμως μάλλον δεν τον άκουγε, κι έτσι τη νύφη την πλήρωνε ο κακομοίρης ο πατέρας του, ο οποίος του είχε αδυναμία και δεν προλάβαινε να τον χαρτζιλικώνει.
    Οι περισσότεροι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον θεωρούσαν έξυπνο, πολύ συχνά όμως οι πράξεις του απέδειχναν το αντίθετο. Ήταν ένας αλλοπρόσαλλος χαρακτήρας, ικανός για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Ήταν κοινωνικός και καλοσυνάτος, κι είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ, αλλά ταυτόχρονα ήταν ευέξαπτος κι εριστικός, κι έμπλεκε αρκετά συχνά σε διαμάχες και διενέξεις. Ήταν ομιλητικός και είχε ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση, αδυνατούσε όμως να απαγκιστρωθεί από το άρμα  της δεισιδαιμονίας. Οι παρέες του, κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,  δεν διακρίνονταν για το επίπεδο και την ποιότητά τους, με αποτέλεσμα να εθιστεί, όπως είπαμε, στον τζόγο, με όλα τα κακά που αυτό συνεπαγόταν. 
    Αποφοίτησε από την Πάντειο, πήγε φαντάρος και, επιστρέφοντας, έπιασε δουλειά στην τράπεζα. Παράλληλα, έδωσε επιτυχείς εξετάσεις στη Νομική και, ύστερα από δυο-τρία χρόνια κατάφερε να πάρει και το δεύτερο πτυχίο του. Κι ενώ οι προοπτικές για μια καλύτερη ζωή διαφαίνονταν θαυμάσιες, εκείνος συνέχιζε να διακατέχεται από το πάθος του τζόγου και να γκρεμίζει ό, τι με κόπο και θυσίες, δικές του και της οικογένειάς του, είχε κτίσει.
    Κάποια φορά, γυρίζοντας στο σπίτι με τον ξάδελφό του, συνάντησαν μια διπλή κολώνα της ΔΕΗ και ο Στάθης απέφυγε να περάσει ανάμεσά της. Ο ξάδελφός του, αδιαφορώντας για την πρακτική του προληπτικού ξαδέλφου του, πέρασε χαμογελώντας ανάμεσα από τις δυο κολώνες, ακούγοντας ταυτόχρονα τον Στάθη να του λέει: «Μα καλά, τι κάνεις εκεί; Δεν φοβάσαι να μην πάθεις κακό;»
    Μια άλλη φορά, συνάντησαν στο δρόμο τους μια μαύρη γάτα και στη θέα της ο Στάθης άρχισε να σταυροκοπιέται, να κάνει τρεις στροφές γύρω από τον εαυτό του και να αλλάζει πεζοδρόμιο. «Τι κάνεις, ρε μαλάκα;» φώναξε στον ξάδελφό του, βλέποντάς τον να έχει σταθεί χαμογελαστός επάνω από τη γάτα και να της χαϊδεύει το κεφάλι. «Είναι γρουσουζιά αυτό που κάνεις, δεν το καταλαβαίνεις;»
    «Ο αιώνιος Στάθης», αρκέστηκε να μουρμουρίσει ο ορθολογιστής ξάδελφος, και συνέχισε το δρόμο του, αποφεύγοντας να του δώσει απάντηση.
    Όταν η 13η κάποιου μήνα τύχαινε να πέσει ημέρα Τρίτη, ο Στάθης περνούσε απαραίτητα πρώτα από την εκκλησία, προσευχόταν ευλαβικά και άναβε κερί για να ξορκίσει τη γρουσουζιά, και ύστερα πήγαινε στη δουλειά του, λοιδορώντας τον ξάδελφό του, ο οποίος ξεκινούσε για το γραφείο του συμπεριφερόμενος όπως τις υπόλοιπες μέρες του μήνα.  

    Τα χρόνια πέρασαν και τα δυο ξαδέλφια παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Ο Στάθης πήρε μια κοπέλα κατώτερης μόρφωσης και φιλάσθενη, αλλά πολύ θρησκόληπτη, με αποτέλεσμα να ταιριάσουν απόλυτα μαζί. Η Φανή, όπως ήταν το όνομά της, έπασχε από μια μακροχρόνια ασθένεια και, πίστευε ότι θα γινόταν καλά, τρέχοντας συνεχώς στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Το δρομολόγιο Ραφήνα-Τήνος, το είχε κάνει Ομόνοια-Πατήσια. Όταν είχε φτάσει σχεδόν στο τελευταίο στάδιο της ζωής της, αποφάσισε τελικά να απευθυνθεί και στους γιατρούς. Εκείνοι την χειρούργησαν με επιτυχία και κατάφεραν να αποτρέψουν το μοιραίο, η Φανή όμως συνέχισε να προσεύχεται στην Παναγία και στους αγίους και να πιστεύει ότι είχε σωθεί χάρη στην πίστη της. Το περίεργο ήταν ότι κι ο Στάθης, ο μορφωμένος σύζυγος με τα δύο πτυχία,  ασπαζόταν την ίδια μ’ εκείνην εξωφρενική άποψη. Το έλεγε και το ξανάλεγε: «Τη Φανή την είχαν σώσει η πίστη της και τα τάματα και οι προσευχές».
    Η ζωή τους συνεχίστηκε στο ίδιο στενοκέφαλο μοτίβο, ώσπου ήρθε και το παιδί. Ε, τότε ήταν που η θρησκοληψία τους έφτασε στα ύψη. Το παιδί, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τους το είχε στείλει ο… θεός. ‘’Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου’’, να τους λένε κάποιοι πιο ρεαλιστές, ‘’τα παιδιά συλλαμβάνονται με τη μέθοδο της συνουσίας’’, αυτοί όμως τίποτα. Επέμεναν ότι, αν δεν ήθελε ο θεός, δεν θα έκαναν παιδί, κι ας είχε κοντέψει η Φανή να πεθάνει κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ευτυχώς, χάρη στην υπερπροσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αποφεύφθηκαν τα χειρότερα και επέζησαν μάνα και παιδί, εκείνοι όμως ισχυρίζονταν ότι τους είχε βοηθήσει ο θεός, παραγνωρίζοντας εγωιστικά την τιτάνια προσπάθεια κάποιων ανθρώπων και τη συμβολή της επιστήμης.
    Με τον καιρό, και χάρη στα πλούσια τυπικά προσόντα του, ο Στάθης ανελίχθηκε κάπως στην ιεραρχία της τράπεζας και αμειβόταν καλά, στο σπίτι του όμως δεν έφταναν ούτε τα μισά από αυτά που κέρδιζε. Η αιτία ήταν η αρρωστημένη εξάρτησή του από το τζόγο, αυτό όμως το απέκρυπτε επιμελώς από την ευκολόπιστη σύζυγό του, ισχυριζόμενος ότι η τράπεζα δεν τον πλήρωνε όπως του άξιζε, κι εκείνη η κακομοίρα τον πίστευε. Εκτός από ιππόδρομο, έπαιζε και λαχεία, όπως προείπαμε,  και, κάθε Δευτέρα πρωί πριν μπει στο γραφείο, αγόραζε απαραιτήτως δυο τετράδες από τον λαχειοπώλη της γωνίας. Έπειτα, έμπαινε μέσα στην τράπεζα, ακουμπούσε τα λαχεία επάνω στο γραφείο του, τα σταύρωνε μερικές φορές και τα ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στην εικόνα της Παναγίας, που αναπαυόταν μονίμως στο πλάι της αριθμομηχανής. Παρόλα αυτά, ποτέ του δεν είχε κερδίσει ούτε μια δραχμή, εκείνος όμως δεν πτοούταν. Πίστευε ότι, αργά ή γρήγορα, ο θεός θα τον αντάμειβε για την πίστη του και θα τον γέμιζε με λεφτά. Αντ’ αυτού, βρισκόταν μονίμως άφραγκος και χρεωμένος και αναγκαζόταν να παίρνει μικροδάνεια ή προκαταβολή του μισθού του, για να μπορεί να ανταπεξέρχεται στις οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις. Όταν κάποτε η οικονομική κατάσταση της οικογένειας έφτασε στο ναδίρ, κατάφερε να πείσει την γυναίκα του να πουλήσει ένα προικώο οικόπεδό της στην Εύβοια, για να μην χρεωκοπήσουν.
    Ωστόσο, η διαφορά νοοτροπίας και πεποιθήσεων μεταξύ του Στάθη και του εξαδέλφου του, ουδόλως είχε επηρεάσει τις μεταξύ τους σχέσεις, κι αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην ανεκτικότητα του τελευταίου. Συνέχισαν να κάνουν παρέα, μαζί με τις οικογένειές τους και ήταν πάντοτε αγαπημένοι. Ο ξάδελφος, βλέπεις, σεβόταν το κόλλημα του Στάθη και της γυναίκας του με τη θρησκεία και τις προλήψεις, κρατούσε πάντοτε μια διακριτική και ουδέτερη στάση και απέφευγε να συζητήσει μαζί τους γι’ αυτά τα θέματα. «Δικαίωμά τους να πιστεύουν ό, τι θέλουν», σκεφτόταν. «Τι με κόφτει εμένα; Εγώ θα τους αλλάξω τα μυαλά; Ακόμα και να το ήθελα, δεν νομίζω πως θα το μπορούσα»
    Στην εργασιακή του πορεία, και βλέποντας ότι η εξέλιξή του στην ιεραρχία είχε κατά τη γνώμη του καθυστερήσει και δεν ήταν αυτή που περίμενε, ενεπλάκη ενεργά και στον  κομματικό συνδικαλισμό, που ήταν και είναι ο κλασσικός τρόπος αναρρίχησης των εμπλεκομένων στα ανώτερα κλιμάκια των διαφόρων υπηρεσιών, όπως και το εφαλτήριο για μεταπήδηση στην πολιτική σταδιοδρομία. Όσο κυβερνούσε το αντίπαλο κόμμα, τίποτα δεν γινόταν, όταν όμως, λίγο πριν πεθάνει, εξελέγη το κόμμα του στις εκλογές, πέταξε από τη χαρά του. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη ώρα της μεγάλης αλλαγής στη ζωή του είχε φτάσει. Από τότε, περνούσε κάθε πρωί πλέον από την εκκλησία και άναβε κερί, όντας πεπεισμένος ότι ο θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του και θα τον αντάμειβε με μια διευθυντική θέση στην τράπεζα. Δυστυχώς, το χτύπημα που δέχτηκε, όταν ανακοινώθηκαν οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις στελεχών, ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό. Το όνομά του δεν αναφερόταν σε καμιά από τις λίστες.
    Λίγες μέρες αργότερα, κατά την μετάβασή του στο γραφείο, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε στο νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε εσπευσμένα, σκορπώντας τη θλίψη στο οικογενειακό, φιλικό  και εργασιακό του περιβάλλον.
    Σήμερα, είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια μετά, ο ορθολογιστής ξάδελφός του, αυτός ο τύπος που αψηφούσε τις μαύρες γάτες και τους γρουσούζικους αριθμούς, ζει ακόμα και μάλιστα χαίρει άκρας υγείας.
      

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

  1.       Η κριτική είναι δεύτερη φύση του Νεοέλληνα, η αυτοκριτική όχι.  Κριτικάρει τους πάντες και τα πάντα, ασχέτως αν είναι γνώστης του αντικειμένου ή όχι, και μέχρις ενός σημείου αυτό είναι λογικό. Θα κριτικάρω, για παράδειγμα, τον ανεγκέφαλο που βάζει επάνω στη μηχανή του το παιδί του χωρίς κράνος, ή τον νταή που χειροδικεί εις βάρος κάποιου ανήμπορου, ή του εγκληματία οδηγού που παραβιάζει τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, αλλά για να κριτικάρω ένα έργο τέχνης, μια παράσταση, μια επιστημονική ανακάλυψη, ή ένα λογοτέχνημα, θα πρέπει πρωτίστως να έχω ειδικές γνώσεις επάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Συνήθως όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οι περισσότεροι κάνουμε κριτική, καλόπιστη ή κακόπιστη δεν έχει σημασία, απλώς και μόνον για να εξωτερικεύσουμε τα συναισθήματά μας και την συμπάθεια  ή την αντιπάθεια που τρέφουμε για τον σχολιαζόμενο. Το θεωρώ απαράδεκτο να με κριτικάρει, και μάλιστα κακόπιστα, κάποιος ο οποίος έχει διαβάσει ελάχιστα στη ζωή του, ή το μεγαλύτερο κείμενο που έχει γράψει ο ίδιος δεν ξεπερνάει τις πέντε-δέκα αράδες. Άσε μας, ρε φιλαράκο. Ανέβασε καμιά φωτογραφιούλα και κανένα τραγουδάκι και μην εισέρχεσαι σε χώρους που δεν γνωρίζεις. Όσο μπορώ εγώ να κριτικάρω την θεωρία της σχετικότητας, άλλο τόσο κι εσύ μπορείς να κριτικάρεις τα γραπτά μου. Ασχολήσου με θέματα που γνωρίζεις καλά και άφησέ με εμένα να εκφράζω τις σκέψεις μου, χωρίς να προσπαθείς να μειώσεις την όποια λογοτεχνική τους αξία. Αυτό άσε να το κάνουν οι ειδικοί, αν και σε ορισμένους από αυτούς δεν έχω ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Αντί να κάνεις κακόπιστη κριτική, αντί να αποδείχνεις με αναιδή και επαίσχυντο τρόπο ότι είσαι προκατειλημμένος, κάνε καλύτερα την αυτοκριτική σου και θα διαπιστώσεις ότι είσαι κακοπροαίρετος, άσχετος, κομπλεξικός και εμπαθής. 

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΝΥΜΦΕΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ


Ένα μικρό αφήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ.


4.     ΝΥΜΦΕΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ


    Το πληροφορήθηκε από τη μητέρα της και μόνον που δεν πέταξε από τη χαρά της. Επιτέλους, το όνειρό της για σπουδές στην πρωτεύουσα, θα γινόταν πραγματικότητα. «Θα πας στην Αθήνα, να σπουδάσεις νοσοκόμα», της είπε η μητέρα της, γυρίζοντας στο σπίτι από την εκκλησία. «Μου το πρότεινε σήμερα ο ίδιος ο πάτερ-Ιάκωβος, προθυμοποιημένος να μας βοηθήσει, καθώς γνωρίζει καλά την άθλια οικονομική μας κατάσταση».
    Ύστερα από δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μίζερης ζωής στη γενέτειρά της, ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου, θα επισκεπτόταν για πρώτη φορά την πρωτεύουσα και θα έμενε εσωτερική για τέσσερα χρόνια, στο οικοτροφείο της σχολής αδελφών νοσοκόμων της εκκλησίας στα Πατήσια. Θα έδινε βέβαια εξετάσεις, αλλά δεν ανησυχούσε για το αποτέλεσμα, αφού τα μαθήματα στα οποία θα εξεταζόταν τα είχε καλά  διαβασμένα. Ενθουσιάστηκε με αυτήν την νέα, ελπιδοφόρα προοπτική. Αφενός, επειδή της άρεσε το επάγγελμα της νοσοκόμας, και αφετέρου, επειδή θα έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην πλανεύτρα Αθήνα, την οποίαν την γνώριζε μόνον από φωτογραφίες. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, τα στενά όρια της επαρχίας την έπνιγαν, την ανάγκαζαν να νιώθει ασφυξία, χώρια που, οι προοπτικές για βελτίωση της εξαθλιωμένης διαβίωσής της, φάνταζαν ανύπαρκτες. Κι εντελώς ξαφνικά και απρόσμενα, ένιωσε τη ζωή της να αλλάζει. Μια ολοκαίνουρια σελίδα ανοιγόταν στο κεφάλαιο της ταλαίπωρης ύπαρξής της, μια σελίδα που προμήνυε κάποια λίγο άγνωστα, αλλά πιθανόν σημαντικά και αξιόλογα νέα δεδομένα για το μέλλον της.
    Η Ηλέκτρα ήταν το δεύτερο παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά δυο χρόνια αδελφό, ο οποίος υπηρετούσε την θητεία του, και άλλες τρεις μικρότερες αδελφές, στις οποίες είχε παρασταθεί σαν μητέρα, όταν η μάνα τους έλειπε σχεδόν όλη μέρα, δουλεύοντας στα χωράφια. Παρόλα αυτά, και παρόλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, είχε καταφέρει και είχε τελειώσει το λύκειο. Και να που, τώρα, το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης θα της φαινόταν χρήσιμο για το μεγάλο άλμα που επρόκειτο να κάνει.
    Κάνοντας νοερά μια αναδρομή στα γεγονότα των τελευταίων ετών, ένιωσε απέραντη ευγνωμοσύνη στην μητέρα της, γιατί, όταν μερικά χρόνια πριν, η αφεντιά της ήθελε να παρατήσει το σχολείο, εκείνη επέμενε πιεστικά να το συνεχίσει. Και η επιμονή της είχε φέρει αποτέλεσμα. Έτσι, πολύ σύντομα, εκτός από τον τίτλο του ακαδημαϊκού πολίτη, η Ηλέκτρα θα αποκτούσε και την ιδιότητα της φοιτήτριας.
    Μετέβη στην Αθήνα με τη μητέρα της και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι ενός στενού συγγενούς τους. Έμαθαν το δρομολόγιο για τη σχολή και για αρκετές μέρες πηγαινοέρχονταν για την τακτοποίηση των διαδικαστικών θεμάτων. Η Ηλέκτρα έδωσε τις υποχρεωτικές εξετάσεις και, όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, έμαθε με ανακούφιση ότι είχε περάσει. Ύστερα  από αυτό, τακτοποιήθηκε στο οικοτροφείο, ελευθερώνοντας έτσι και την μητέρα της, η οποία επέστρεψε στο χωριό.
    Η προσαρμογή της στο νέο περιβάλλον έγινε σταδιακά, όμως ο αρχικός ενθουσιασμός της άρχισε σιγά-σιγά να ξεθυμαίνει. Ο στρατιωτικός τρόπος ζωής, ο λιγοστός ελεύθερος χρόνος λόγω των πολλών μαθημάτων και της συνεχούς παρακολούθησης εκκλησιαστικών τελετουργικών (σχολή της εκκλησίας γαρ), είχαν αρχίσει να την κουράζουν. Αναρωτιόταν πώς θα άντεχε αυτήν την τόσο μονότονη και ανιαρή ζωή για τέσσερα ολόκληρα χρόνια και παρηγοριόταν μονάχα στη σκέψη ότι τουλάχιστον τις Κυριακές μετά τον εκκλησιασμό, μπορούσαν να βγουν για λίγες ώρες έξω.
    Ένα άλλο στοιχείο που την παρηγόρησε και την ανέβασε λίγο ψυχολογικά, ήταν η συγκατοίκησή της με δυο κορίτσια, το ίδιο φιλελεύθερα πνεύματα σαν κι εκείνην. Έβγαιναν μαζί τις Κυριακές και επισκέπτονταν τα αξιοθέατα της πρωτεύουσας, κι αυτό ήταν ένα επιπλέον στοιχείο που μετρίαζε κάπως την μονοτονία των υπολοίπων ημερών της εβδομάδας.
    Τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο όταν, μετά από αρκετό καιρό και λόγω του αυθορμητισμού που την χαρακτήριζε, ειρωνεύτηκε τρεις θεούσες συμφοιτήτριές της. Ένα μεσημέρι, επιστρέφοντας στους κοιτώνες τους από το μάθημα, πρόσεξε ότι οι τρεις αυτές κοπέλες φορούσαν βέρα στο δεξί τους χέρι. Παραξενεύτηκε και τόλμησε να τις ρωτήσει: «Κορίτσια, γιατί φοράτε βέρα;»
    Εκείνες, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με ηλίθιο ύφος, ανασήκωσαν τους ώμους και απάντησαν με μια φωνή: «Μα είμαστε παντρεμένες με το Χριστό».
    Η Ηλέκτρα έμεινε να τις κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. Δυσκολεύτηκε να πιστέψει εκείνο που είχε ακούσει. Το ήξερε ότι ήταν θρησκόληπτες, τόση όμως ανοησία από μέρους τους δεν την περίμενε. Ο απείρου κάλλους διάλογος που επακολούθησε, ήταν αποτέλεσμα του εκρηκτικού ταμπεραμέντου της και της αθυροστομίας της.
    «Α, μάλιστα! Και δεν μου λέτε, βρε κορίτσια, σεξουαλικά πώς την βρίσκετε μαζί του; Σας πηδάει όλες μαζί, ή πηδάει την κάθε μια ξεχωριστά;»
    Εκείνες αναψοκοκκίνησαν, κοίταξαν με έκπληξη η μια την άλλη και της απάντησαν όλες μαζί: «Δεν ντρέπεσαι λιγάκι, βρε παλιοθήλυκο, να χλευάζεις τον Ιησού; Θα πέσει φωτιά και θα σε κάψει».
    «Ναι, τώρα με φοβίσατε», συνέχισε να τις ειρωνεύεται η Ηλέκτρα. «Μα τι θέλατε να σας πω, όταν ξεστομίζετε τέτοιες σαχλαμάρες; Άκου, είμαστε παντρεμένες με το Χριστό; Κι εγώ είμαι θρησκευόμενη, κι εγώ πιστεύω στο θεό, αλλά τέτοιες παλαβομάρες δεν λέω. Μήπως έχετε πάθει παράκρουση;»
    Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Παρουσίαση στην διευθύνουσα της σχολής, επίπληξη και μηνιαία απαγόρευση εξόδου. Η όλη εκείνη ιστορία είχε σαν κατάληξή της το χωρισμό των σπουδαστριών της σχολής σε δυο ομάδες. Η πρώτη και με μεγαλύτερο αριθμό μελών, υποστήριζε τις θεούσες, η δεύτερη τάχτηκε με το μέρος της Ηλέκτρας. Σε κάθε ευκαιρία, τα πειράγματα και οι ειρωνείες έπεφταν βροχή, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αναταραχή και ένα πολύ αρνητικό κλίμα, το οποίο δεν άργησε να γίνει  αντιληπτό από τη διεύθυνση. Έτσι, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κρίσης, αποφασίστηκε η απαγόρευση ανταλλαγής πειραγμάτων και ύβρεων και η ποινή για τους παραβάτες θα ήταν η αποπομπή τους από τη σχολή. Έκτοτε, τα πνεύματα ηρέμησαν και η Ηλέκτρα χαμήλωσε τους τόνους, φοβούμενη μήπως εκδιωχθεί από τη σχολή και χάσει την ευκαιρία να κάνει κάτι θετικό στη ζωή της.
    Όταν μετά από χρόνια, παντρεμένη πια και με παιδιά, συνάντησε τη μια από τις δυο συγκατοίκους της στο οικοτροφείο, έμαθε για την κατάληξη των τριών… συζύγων του Ιησού. Η πρώτη δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα της νοσηλεύτριας και κλείστηκε σε μοναστήρι, η δεύτερη έγινε νοσοκόμα στο νοσηλευτικό ίδρυμα των κληρικών και η τρίτη αυτοκτόνησε λόγω… ερωτικής απογοήτευσης.
    Στενοχωρήθηκε, αλλά, για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον αυθορμητισμό της και να μην εκδηλώσει την αιρετική  σκέψη της: «Κρίμα για την Αθανασία. Πραγματικά λυπήθηκα πολύ, αλλά πιστεύω ότι τιμωρήθηκε από το Χριστό, επειδή τόλμησε να τον… απατήσει".

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ


3.  Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
(Του Στέλιου Φραγκόπουλου)


    Ο φίλος μου ο Προκόπης πήγε επιτέλους στο Άγιον Όρος, για εθιμοτυπική επίσκεψη όμως, μην πάει ο νους σας αλλού. Τον πίεζε από καιρό ένας στενός του φίλος, λίγο θεούσος και ανασφαλής: «Πάμε να δεις, θα περάσεις καλά, είναι πανέμορφη η φύση εκεί».
    Ο Προκόπης ήταν διστακτικός, έψαχνε για δικαιολογία: «Ε, καλά, να πάμε καλύτερα στη λίμνη Πλαστήρα. Εκεί να δεις ομορφιά της φύσης, μετά των συζύγων φυσικά».
    «Μπα», επέμενε ο άλλος, «καμιά σχέση, έλα και θα δεις. Θα γυρίσεις άλλος άνθρωπος».
    Τελικά, ξεκίνησαν με τα πολλά οι δυο φίλοι, κι έφτασαν στο Άγιον Ορος, στη μονή Κοντοβλέποντος. Τους υποδέχτηκαν δυο-τρεις μοναχοί, γνωστοί του φίλου του από παλαιότερες επισκέψεις του εκεί, και τους ξενάγησαν με μεγάλη προθυμία.  Τους έδειξαν τα ιερά κειμήλια, εικόνες, σταυρουδάκια, τάματα και ανάμεσά τους διάφορα κομμάτια από πτώματα κάποιων αγίων, το αυτί του τάδε, το δάχτυλο του τάδε, το νύχι του άλλου, κι εδώ, το λαμπρότερο λείψανο της μονής, το χέρι του μεγαλομάρτυρα αγίου Νικηφόρου.
    Ήταν τοποθετημένο μέσα σε ένα ασημένιο κιβώτιο, το οποίο είχε στην οροφή του τζάμι. Στο εσωτερικό του βρισκόταν, μαυρισμένο βέβαια, ένα χέρι, του μεγαλομάρτυρα, όπως τους εξήγησαν, ο πήχης, η παλάμη και όλα τα δάχτυλα, κάπου μισό μέτρο συνολικά.
    Έσκυβε ο Προκόπης και προσκυνούσε, φιλιά στα τζάμια, φιλιά στα ξύλα, έκανε κι ένα γρήγορο σταυρό κάθε φορά, να μας προστατεύει η Παναγία, βρε αδελφέ, ποτέ δεν ξέρεις.
    Η επόμενη μέρα ήταν πρωτομηνιά με το παλιό ημερολόγιο και οι μοναχοί ανακοίνωσαν αποβραδίς στους επισκέπτες ότι θα γινόταν πανηγυρικός αγιασμός. Σηκώθηκαν λοιπόν οι δυο φίλοι από τα μαύρα μεσάνυχτα και πήγαν μαζί με τους άλλους για τον όρθρο. Παρακολουθούσαν από τα στασίδια την ανιαρή τελετουργία, αλλά κουτούλαγαν κιόλας, καθώς ήταν ασυνήθιστοι στο ξενύχτι. Κάποια στιγμή πρέπει να τελέστηκε ο αγιασμός και ο Προκόπης, όταν κάποιος καλόγερος έψαλλε με δυνατή φωνή, μάλλον για να ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι, πετάχτηκε από τον υπνάκο που είχε πάρει, στηριγμένος στο στασίδι.
    «Σώσον κύριε τον λαό σου…», βροντοφώναξε ο μοναχός, ραντίζοντας ταυτόχρονα δεξιά και αριστερά, όπως διώχνουν με την πετσέτα τις μύγες.

  •     Κάποτε τελείωσε κι αυτό-όταν νυστάζεις, σου φαίνεται το λεπτό αιώνας- και μπήκαν οι επισκέπτες στη σειρά για να πάρουν αγιασμό. Έπιναν με ένα ποτηράκι, που γέμιζε ο γνωστός τους καλόγερος από το καζάνι του αγιασμού. Τους το πρόσφερε χαμογελώντας και τους ψιθύριζε και από μια ευχή. Όταν ήπιε ο Προκόπης τη δόση του-βλέπεις δίψαγε κιόλας-του λέει ο ρασοφόρος με ενθουσιασμό: «Είσαι ιδιαίτερα τυχερός, αγαπητέ μου. Σήμερα αναδεύσαμε τον αγιασμό με το ιερόν λείψανον του αγίου!

ΚΟΛΑΣΗ Η ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

Ένα πολύ μικρό απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ και συγκεκριμένα από το διήγημα ''κόλαση ή παράδεισο;"

Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο;

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΛΑΣΗ Η ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

          Το δεύτερο διήγημά μου από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

          2.    ΚΟΛΑΣΗ  Η  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

    «Πολυχρόνη, έπλυνες τα δόντια σου;» η τσιριχτή φωνή της μητέρας του αντήχησε εκνευριστικά μέσα στο κεφάλι του από το διπλανό δωμάτιο. Το τελευταίο διάστημα, όλη αυτή η επαναλαμβανόμενη επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια βραδινή διαδικασία ερωτήσεων-απαντήσεων, είχε αρχίσει να τον κουράζει.  Γνώριζε τι θα επακολουθούσε, μετά το πλύσιμο των δοντιών. «Πολυχρόνη, έκανες την προσευχή σου;» και αμέσως μετά, «έκανες τον σταυρό σου, πριν πέσεις για ύπνο;»
    Ήξερε τι θα της απαντούσε τώρα, κι ας μην έκανε  κανένα από τα δυο τελευταία που θα τον ρωτούσε. Ήταν μια πάγια τακτική του των τριών τελευταίων μηνών. Της απαντούσε με ένα ξερό «ναι, μαμά», κι έπεφτε στο κρεβάτι.
    Όταν ήταν πιο μικρός, το θεωρούσε απαράδεκτο να πέσει για ύπνο, πριν κάνει το σταυρό του και την βραδινή προσευχή του, μετά το επεισόδιο όμως με τον συμμαθητή του τον Σταύρο, που είχε πέσει αναίσθητος στο προαύλιο του σχολείου και είχε κοντέψει να χάσει τη ζωή του,  άρχισε να αναθεωρεί πολλές συνήθειες, που τις θεωρούσε δεδομένες, και να αμφιβάλλει για τη χρησιμότητά τους.
    Ο Σταύρος ήταν ένα από τα καλύτερα παιδιά του σχολείου. Πράος, χιουμορίστας, επιμελής, φιλικός με όλους και προπάντων θεοσεβούμενος, ο συμμαθητής του ήταν αγαπητός από μικρούς και μεγάλους. Όπως και ο Πολυχρόνης, έτσι κι εκείνος, κάθε βράδυ προσευχόταν στον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό να του χαρίζει υγεία, η ικεσία του αυτή όμως, φαίνεται ότι δεν έγινε αποδεκτή, κι έτσι μια ωραία πρωία ο μικρός μαθητής έπεσε ξάπλα στο έδαφος κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. 
    Οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε έδειξαν ότι έπασχε από μια σπάνια αρρώστια και η γνωμάτευση των γιατρών έριξε μαύρα σύννεφα πάνω από το σχολείο. Ο Σταύρος δεν επρόκειτο να ξαναπερπατήσει στη ζωή του και θα κυκλοφορούσε στο εξής με αναπηρικό καροτσάκι.
    Το γεγονός εκείνο έδωσε στον Πολυχρόνη την αφορμή, αρχικά να απορήσει με την ανεξήγητη συμπεριφορά του Θεού προς ένα άτομο αθώο, πιστό και άκακο, και αργότερα να αμφισβητήσει ακόμα και την ύπαρξή του.
    Το πρώτο πρόσωπο που άκουσε την εύλογη απορία του ήταν η ευσεβής μητέρα του: «Μαμά, γιατί ο Θεός τιμώρησε τόσο σκληρά τον Σταύρο; Σε τι έφταιξε ο καημένος, μπορείς να μου πεις;»
    Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της, έκανε το σταυρό της και του έδωσε μια εντελώς εξωφρενική εξήγηση: «Το θέλημα του Κυρίου, αγόρι μου, είναι άγνωστο σε μας τους κοινούς θνητούς. Πιθανόν να ήθελε να τον δοκιμάσει».
    Ο Πολυχρόνης, αν και μικρός στην ηλικία, ήταν σε θέση να ξεχωρίσει το άσπρο από το μαύρο, το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, και οι εξηγήσεις της μητέρας του δεν τον ικανοποίησαν, δεν τον έπεισαν. Δεν ευσταθούσαν, δεν είχαν την παραμικρή λογική. Αν πράγματι ήταν έτσι, τότε τι είδους Θεός ήταν αυτός; Γιατί ενεργούσε έτσι; Γιατί τιμωρούσε τους καλούς και επιβράβευε τους κακούς;
    Τα ερωτήματα αυτά, τον υποχρέωσαν να νιώσει και την πρώτη αμφιβολία για το θρησκευτικό ζήτημα. Έπαψε να χάφτει ό, τι του σερβίριζαν οι άλλοι. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα ερωτήματα άρχισαν να πέφτουν βροχή: Υπήρχε πράγματι θεός, ή ήταν γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου; Γιατί οι εκπρόσωποί του δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τις εντολές των ιερών γραφών; Γιατί πλούτιζαν, ενώ ο Χριστός είχε πει ‘’μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης’’; Γιατί υπήρχε τόσο μεγάλη ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων; Γιατί υπήρχε τόση αδικία; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι της γης υπέφεραν και δυστυχούσαν; Γιατί τα παιδάκια του τρίτου κόσμου πέθαιναν από την πείνα; Γιατί, γιατί, γιατί, ένας ατελείωτος κατάλογος από πελώρια ‘’γιατί’’ είχε γεμίσει το παιδικό του κεφαλάκι, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε από πουθενά. Οι απλοϊκές εξηγήσεις της μητέρας του και των ρασοφόρων, δεν τον ικανοποιούσαν. Τις θεωρούσε ανεπαρκείς και  επιεικώς αφελείς.
    Άρχισε να δυσανασχετεί με την επιμονή της μητέρας του να εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή, ενώ η υπερβολικά εντυπωσιακή ενδυμασία των παπάδων στην εκκλησία, του προκαλούσε απορία και αποστροφή. Εκείνο που αντιπαθούσε περισσότερο στην περιβολή τους, έξω βέβαια από τους ναούς, ήταν αυτό το καταθλιπτικό μαύρο χρώμα της. Τους άκουγε να μιλούν συνέχεια για την κόλαση και τον διάβολο,  μειδιούσε όμως στη σκέψη ότι, αν υπήρχε διάβολος, περισσότερο σε εκείνους θα έμοιαζε. Σκεφτόταν ότι, αν τους έβλεπε ο εξαποδώ ντυμένους  μέσα στα μαύρα ράσα και με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με εκείνα τα πυκνά και άγρια γένια, θα έπαιρνε μαύρο δρόμο από την τρομάρα του, και στη σκέψη αυτή ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
    Με τους φίλους του και με τους συμμαθητές του, δεν τολμούσε να συζητήσει αυτό το θέμα, αφού ήταν όλοι τους εγκλωβισμένοι μέσα στους αεροστεγείς τοίχους της θρησκοληψίας, και βέβαια δεν κατηγορούσε τους ίδιους γι’ αυτό, αλλά τους μεγάλους, που συνέχιζαν να παραμένουν μικροί στο μυαλό και να πιστεύουν σε εντελώς αφελείς και απίθανες ιστορίες, ποτίζοντας με αυτές και τους τρυφερούς εγκεφάλους των παιδιών τους.
    Μετά από καιρό και ύστερα από ώριμη σκέψη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνον μέσα από τα βιβλία θα κατάφερνε να μάθει την αλήθεια. Το διάβασμα πάντοτε του άρεσε. Διαβάζοντας, χωνόταν μέσα σε έναν άλλον κόσμο  εξερχόταν από την πεζή καθημερινότητα, κι ένιωθε την φαντασία του να εξάπτεται, στο σπίτι του όμως, πέραν κάποιων παιδικών και αρκετών θρησκευτικών βιβλίων, άλλο κάτι δεν υπήρχε. Η φιλοσοφία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η ιστορία και η λογοτεχνία, απουσίαζαν παντελώς. Το πρόβλημα όμως ήταν, πού θα έβρισκε αυτά τα βιβλία και πώς θα τολμούσε να τα εμφανίσει μέσα στο υπερσυντηρητικό σπίτι του;
    Ο επικείμενος γάμος μιας ξαδέλφης της μητέρας του, του έδωσε την ιδέα να απευθυνθεί σε κάποιον γνωστό του, σε κάποιον  άνθρωπο χωρίς παρωπίδες. Το σκέφτηκε όταν άκουσε την θεοφοβούμενη μάνα του να λέει σε μια φίλη της με κακεντρέχεια, συζητώντας μαζί της για τον γάμο: ‘’Άκουσον, άκουσον, η Ελένη να μην θέλει να παντρευτεί στην εκκλησία, αλλά να τρέχει στα Δημαρχεία. Αυτό δεν το περίμενα από εκείνην. Μα καλά, δεν θέλει ο γάμος της να ευλογηθεί από τον Θεό; Δεν φοβάται μήπως πάει στην κόλαση;’’
    Ακούγοντας αυτά τα εξωφρενικά λόγια να βγαίνουν από το στόμα της μητέρας του, το πρόσωπό του έλαμψε από ικανοποίηση. Θα μιλούσε με την θεία του την Ελένη. Εκείνη ήταν προοδευτικός άνθρωπος και ο Πολυχρόνης ήταν βέβαιος ότι θα τον άκουγε με κατανόηση και θα τον βοηθούσε.
    Της αποκάλυψε το πρόβλημά του, δυο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο σπίτι της, όταν πήγαν για να της παραδώσουν το δώρο του γάμου. Ξέφυγε από την εποπτεία της μάνας του, με την πρόφαση ότι πάει στην κουζίνα να πιει νερό, κι εκεί μίλησε με την θεία του. Εκείνη, άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, τον άκουσε με προσοχή και τον καθησύχασε ότι θα έκανε ό, τι περνούσε από το χέρι της, για να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.
    Από την ημέρα εκείνη, όλα άλλαξαν ριζικά. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, ο Πολυχρόνης επισκεπτόταν την θεία του, δήθεν για να του κάνει μάθημα, κι εκεί χωνόταν μέσα στη βιβλιοθήκη της και μελετούσε με τις ώρες. Καθώς η Ελένη ήταν καθηγήτρια, είχε πει στη μητέρα του ότι χρειαζόταν λίγη βοήθεια, κι έτσι βρήκαν τον τρόπο να βάλουν σε ενέργεια το σχέδιό τους, χωρίς εκείνη να καταλάβει το παραμικρό.
    Χώθηκε κυριολεκτικά μέσα στον θαυμαστό κόσμο των βιβλίων και εντυπωσιάστηκε από τις ιδέες των φωτισμένων, αδογμάτιστων  και οξυδερκών συγγραφέων τους. Διάβασε συγγραφείς, τους οποίους μέχρι πρότινος αγνοούσε και κατάλαβε για ποιο λόγο ήταν εξορισμένοι από το νοσηρό εκπαιδευτικό σύστημα. Αν τα βιβλία τους διδάσκονταν στα παιδιά, το καθεστώς της θρησκείας (αργά ή γρήγορα) θα πήγαινε περίπατο, και οι θρασύτατοι εξουσιαστές τους θα έχαναν τα προνόμια που απολάμβαναν από τη μονοπώληση των δογματικών παραμυθιών τους.
    Μια μέρα, συζητώντας με την θεία του το θέμα του πολιτικού γάμου της, της έκανε μια ερώτηση, την οποίαν βέβαια δεν την πίστευε, ήθελε όμως να ακούσει και τη δική της άποψη για ένα θρησκευτικό ζήτημα, το οποίο δεν τολμούσε, αλλά δεν είχε και νόημα να το συζητήσει με τη μητέρα του: «Θεία, γιατί δεν παντρεύεσαι στην εκκλησία; Δεν φοβάσαι μήπως πας στην κόλαση;»
    Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, τον έπιασε                    από τους ώμους και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Μα τι είναι αυτά που λες, αγόρι μου; Για ποια κόλαση μιλάς; Αυτά είναι παραμύθια των παπάδων για να φοβίζουν τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος πεθάνει, όλα τελειώνουν. Δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος, κι αν θέλεις να σου το αποδείξω, θα σου πω μονάχα ότι, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές πίστευαν στην ύπαρξή τους, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά και δεν θα ζούσαν μέσα στη χλιδή και την ανομία, ακυρώνοντας τις υποδείξεις τους στους άλλους για εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη, λιτότητα και όλες αυτές τις αηδίες που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου δύσκολη. Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο; Αν μελετήσεις περισσότερο, θα διαπιστώσεις ότι όλη αυτή η ιστορία με τη θρησκεία και τις διδαχές της, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλοστημένη φάρσα, από έναν άνευ λόγου και ουσίας παραλογισμό».





 ρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


    Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια θρησκευτικής παράνοιας, μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί διαφορετικά και να δηλώσει την αντίθετη άποψή του στις δοξασίες της θρησκείας, και συγκεκριμένα της χριστιανικής θρησκείας, καθώς αυτή είναι που μας ενδιαφέρει άμεσα. Το τελευταίο διάστημα, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάπλωσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακούγονται πιο δυνατά οι φωνές διαμαρτυρίας των αμφισβητούντων τη χριστιανική παράδοση και γράφονται πύρινα άρθρα από πολλούς ορθολογιστές, για την συνεχιζόμενη εξαπάτηση του ποιμνίου από τους ρασοφόρους. Ταυτόχρονα, δημοσιεύονται πλήθος επιστημονικών ανακαλύψεων και θεωριών, που διαψεύδουν τους παράλογους ισχυρισμούς των συγγραφέων κάποιων δήθεν θεόπνευστων βιβλίων, και αντικρούουν με επιχειρήματα τις εικασίες τους. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σύλλογοι, κινήματα, φορείς, ιστοσελίδες, κι ένα σωρό ακόμα ομάδες ‘’αντιφρονούντων’’, που σαν σκοπό έχουν την προσπάθεια απεξάρτησης όσων συνεχίζουν να βρίσκονται κάτω από την επήρεια των πνευματικών ΄΄ουσιών’’ της θρησκείας.
    Παρόλα αυτά, ο αγώνας είναι σκληρός και, μέχρις στιγμής, άνισος. Οι κατέχοντες την κοσμική εξουσία, ισχυρίζονται ότι βρίσκονται σε αυτήν την θέση, με την εντολή και τις ευλογίες του Πανάγαθου, και ανθίστανται σθεναρά, για να μην χάσουν τα κεκτημένα τους.  Πολεμούν λυσσαλέα κάθε άτομο που τάσσεται εναντίον τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα προνόμιά τους. Έχοντας για σύμμαχό τους το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τους αφελείς οπαδούς τους, λασπολογούν εναντίον των εχθρών τους, ελπίζοντας στην οριστική επικράτησή τους, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Στον αγώνα αυτόν, σκέφτηκα να συμβάλω κι εγώ, δημιουργώντας ένα νέο λογοτεχνικό είδος, την ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ, με το οποίο θα επιχειρήσω να σατιρίσω τη θρησκεία και τους εκπροσώπους της.





Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Το πρώτο κεφάλαιο από το τελευταίο, αστυνομικό μου μυθιστόρημα.


    ΕΝΑ.

    Άφησε στην άκρη τα έντυπα που διάβαζε με φανερό ενδιαφέρον και τεντώθηκε λίγο για να ξεπιαστεί. Έτριψε τα κατακόκκινα από την ολοήμερη ανάγνωση μάτια του, ήπιε μια γουλιά νερό και ξαναστρώθηκε στο διάβασμα. Ο έλεγχος, η αξιολόγηση και η ιεράρχηση δημοσίευσης των κειμένων δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ο Ανδροκλής την έκανε με πολύ μεγάλη προσοχή και με σεβασμό στις απόψεις και τα γραπτά των συντακτών του, αλλά χωρίς να παραλείπει να ακολουθεί τη γραμμή και τις αρχές της εφημερίδας, ασχέτως αν μερικές φορές διαφωνούσε κάθετα με αυτές. Από τότε που είχε πάρει προαγωγή και είχε τοποθετηθεί στη θέση του αρχισυντάκτη, ο φόρτος της δουλειάς και η ευθύνη που είχε αναλάβει, τον είχαν απορροφήσει εξ’ ολοκλήρου, σε σημείο που να παραμελεί άθελά του και αρκετά συχνά τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Στη Μένια δεν άρεσε ιδιαίτερα αυτή η συμπεριφορά, γνωρίζοντας όμως πόσο υπεύθυνος άνθρωπος ήταν ο άντρας της και πόσες ευθύνες και σκοτούρες είχε στο κεφάλι του λόγω της νέας του θέσης, τον δικαιολογούσε. Άλλωστε, ο Ανδροκλής, παρόλο το λιγοστό ελεύθερο χρόνο που είχε στη διάθεσή του, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να ανταπεξέρχεται στα καθήκοντά του σαν σύζυγος και μέλλων πατέρας και αυτό, θα ήταν μεγάλη αχαριστία από την πλευρά της, αν δεν το παραδεχόταν.
    Οι εικόνες και οι πληροφορίες που περνούσαν καθημερινά από μπροστά του ήταν εκατοντάδες και αφορούσαν σε όλα τα θέματα. Ειδήσεις από όλον τον κόσμο κατέφθαναν σωρηδόν, γεγονότα που του κέντριζαν το ενδιαφέρον, ή άλλα που τον άφηναν παγερά αδιάφορο, παρήλαυναν ολημερίς μπροστά από τα μάτια του, ή χάιδευαν τα αυτιά του. Εκείνος, συνεπής στο ρόλο του, έπρεπε να τα αξιολογήσει και να κρίνει πια άξιζε να δημοσιευτούν και πια όχι. Εντούτοις, ποτέ του δεν αισθάνθηκε έτσι όπως είχε νιώσει κάποια φορά μερικές μέρες πριν. Από τις χιλιάδες ειδήσεις που είχαν υποπέσει στην αντίληψή του, μία μόνον τον υποχρέωσε να ενθουσιαστεί και να πετάξει στον έβδομο ουρανό. Ένα ήταν το νέο που τον είχε κάνει να νιώσει πραγματική ευτυχία. Το είχε ακούσει από το ίδιο το γλυκό στοματάκι της αγαπημένης του και, στο άκουσμά του και μόνο,  είχε πετάξει από τη χαρά του. Η αναγγελία της Μένιας ότι είχε μείνει έγκυος, τον είχε συνεπάρει. Μόλις πριν από ένα μήνα  είχαν επισημοποιήσει το δεσμό τους στο Δημαρχείο της περιοχής και να που, ελάχιστες εβδομάδες μετά, μάθαιναν ότι επρόκειτο να γίνουν γονείς, κι αυτό ήταν ό, τι πιο συναρπαστικό τους είχε συμβεί στη ζωή τους.
    Μετά το γάμο τους έμειναν στο σπίτι της Μένιας στου Παπάγου και, πέρα από το καθημερινό πηγαινέλα στις δουλειές τους, τίποτα σπουδαιότερο δεν συνέβαινε. Είχαν περιορίσει τις βραδινές τους εξόδους και είχαν κλειστεί μέσα στη μονοκατοικία, όχι τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο για αποτοξίνωση από το εξαντλητικό εργασιακό στρες. Τους αρκούσε να είναι μαζί και να περνούν χαλαρά τα βράδια τους, μακριά από πολυκοσμία και φασαρία. Η αλήθεια ήταν ότι η οικογενειακή ζωή τους άρεσε, κι από τη στιγμή μάλιστα που είχαν μάθει ότι επρόκειτο να αποκτήσουν και παιδί, έγιναν περισσότερο σπιτόγατοι. Εξάλλου, δεν ήταν πεινασμένοι για νυχτερινή ζωή. Δεν ήταν κάτι που το είχαν στερηθεί. Όσο ήταν ελεύθεροι, έβγαιναν συχνά για φαγητό, ποτό, ή διασκέδαση, οπότε δεν το θεωρούσαν απαραίτητο να συνεχίσουν στον ίδιο τρόπο ζωής. Καλά περνούσαν και  μέσα στη ζεστή και φιλόξενη φωλίτσα τους. Άσε που, μετά την προαγωγή της Μένιας σε αρχιφύλακα, είχαν αυξηθεί και οι δικές της υπηρεσιακές υποχρεώσεις. Επομένως, τι μπορούσε να είναι καλύτερο από την οικογενειακή θαλπωρή; Δείπνο δίπλα στο τζάκι, κρασί, αναμμένα κεριά και όμορφη μουσική, αποτελούσαν το σκηνικό της έγγαμης ζωής τους τα βράδια, σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ορισμένες φορές δέχονταν και την επίσκεψη κάποιων φίλων τους και περνούσαν μαζί τους κάθε φορά μια υπέροχη βραδιά.
    Κόντευε οκτώ η ώρα όταν τελείωσε επιτέλους το ξεσκαρτάρισμα των γραπτών. Έβαλε λίγη τάξη επάνω στο γραφείο του, ενημέρωσε από την ενδοσυνεννόηση τη γραμματέα του ότι φεύγει και σηκώθηκε όρθιος να φορέσει το σακάκι του. Φεύγοντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του διευθυντή σύνταξης για να τον καληνυχτίσει, αλλά δεν είδε κανέναν μέσα. Σήκωσε τους ώμους, βγήκε στο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Την ώρα εκείνη, τα περισσότερα γραφεία ήταν άδεια. Περνώντας μπροστά από το γραφείο του γενικού διευθυντή της εφημερίδας, άκουσε φωνές. Κοντοστάθηκε λίγο, όχι από περιέργεια, αλλά από ενδιαφέρον. Ανησύχησε που άκουσε το μεγάλο τους αφεντικό να φωνάζει.
    «Δεν αντέχω άλλο», τον άκουσε να ωρύεται. «Μπορείς να το καταλάβεις; Η υπομονή μου έχει εξαντληθεί. Άφησέ με στην ησυχία μου και μη με ξαναενοχλήσεις, εντάξει; Σταμάτα να με απειλείς, γιατί αν συνεχίσεις αυτό το τροπάρι, θα με αναγκάσεις να προβώ σε άλλες ενέργειες. Θα με βγάλεις εκτός εαυτού και θα με υποχρεώσεις να πάρω σκληρά μέτρα. Θα με αναγκάσεις να προβώ σε αποκαλύψεις, κι αυτό δεν νομίζω να σε συμφέρει. Βάλε το καλά μέσα στο μυαλό σου, γιατί αλλιώς θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Εσύ, το μόνο που πρέπει να σκεφτείς, είναι να βρεις τρόπο να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου, εντάξει; Και για να τελειώσουμε οριστικά με αυτό το ζήτημα, εγώ συμβιβάζομαι ακόμα και με τα μισά».
    Τι στο καλό συμβαίνει; Αναρωτήθηκε ο Ανδροκλής. Άραγε σε ποιον απευθύνεται; Τι είδους πρόβλημα έχει; Γιατί είναι τόσο νευριασμένος;
    Απ’ ό, τι γνώριζε, ο γενικός τους δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να διαμαρτυρηθεί για τις επιλογές της διεύθυνσης. Ήταν ένας ήρεμος και γεμάτος κατανόηση άνθρωπος και ενέπνεε το σεβασμό σε όλους τους συνεργάτες του. Να όμως που τώρα έδειχνε ένα διαφορετικό και καθόλου συγκαταβατικό πρόσωπο. Ο τρόπος που εκφραζόταν φανέρωνε ότι κάποιος τον είχε  βγάλει από τα ρούχα του, κι αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Προφανώς, θα επρόκειτο για προσωπική του υπόθεση, που δεν είχε σχέση με τη δουλειά τους. Σκέφτηκε να του χτυπήσει την πόρτα και να μπει μέσα, για να μάθει τι συμβαίνει, δεν τη βρήκε όμως και πολύ σωστή σαν ιδέα. Ο άνθρωπος ήταν έξω φρενών και δεν υπήρχε λόγος να τον φέρει σε δυσκολότερη θέση. Η παρουσία του εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή, ίσως δημιουργούσε πρόβλημα στον προϊστάμενό του. Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα το μάθαινε την επόμενη μέρα, στη γιορτή της εφημερίδας.
    Εγκατέλειψε το κτήριο και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Μπαίνοντας μέσα, συνειδητοποίησε ότι τη γιορτή την είχε ξεχάσει εντελώς. Απορροφημένος από τη δουλειά, είχε αφήσει στην άκρη όλες τις άλλες σκέψεις και μαζί με αυτές και την ετοιμασία για την αυριανή φιέστα. Ήταν μια εκδήλωση που επαναλαμβανόταν ανελλιπώς κάθε χρόνο την ίδια μέρα, προς τιμήν όλων όσων εργάζονταν στην εφημερίδα. Αποτελούσε, όπως τους έλεγε στον μικρό του λόγο, που ο γενικός έβγαζε κάθε φορά, την ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης της εταιρίας προς τους εργαζόμενους, για τη συμβολή τους στην ανάδειξη του εντύπου τους, του ΑΝΕΦΕΛΟΥ ΤΥΠΟΥ,  σαν το εγκυρότερο, το σοβαρότερο και πληρέστερο της χώρας.
    Συνήθως γινόταν μεσημέρι και στην αίθουσα συνελεύσεων της εταιρίας, φέτος όμως αποφασίστηκε να γίνει βράδυ και σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο. Ο λόγος ήταν ότι η γιορτή συνέπιπτε με την επέτειο συμπλήρωσης είκοσι χρόνων από την ίδρυση της εφημερίδας. Η απόφαση αυτή είχε ενθουσιάσει τον Ανδροκλή, επειδή θα του δινόταν η δυνατότητα να βγάλει και λίγο από το σπίτι την αγαπημένη του γυναίκα. Τη θεώρησε σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για ευχάριστη και ανέξοδη διασκέδαση, αφού η εκδήλωση αυτή αποτελούσε πάντοτε έναν θαυμάσιο συνδυασμό, φαγητού, ποτού,  μουσικής και χορού.
    Εκείνος δεν είχε να κάνει και πολλά πράγματα. Μια καλαίσθητη ανακοίνωση μόνο έπρεπε να ετοιμάσει, για να μπει στην πρώτη σελίδα του φύλλου της επόμενης μέρας. Τα υπόλοιπα, που είχαν σχέση με την οργάνωση, ήταν ευθύνη του τμήματος δημοσίων σχέσεων και του λογιστηρίου. Απλώς, θα έφευγε λίγο πιο νωρίς από το γραφείο, για να προλάβει να ετοιμαστεί και να βρεθεί στο χώρο της εκδήλωσης την κατάλληλη ώρα. Απόψε, μόλις έφτανε στο σπίτι, θα το ανακοίνωνε και στη Μένια, για να την προετοιμάσει ψυχολογικά. Θα έβγαιναν ύστερα από πολύ καιρό για βραδινή διασκέδαση και, μια τέτοια ευχάριστη προοπτική, χρειαζόταν τη σχετική  προετοιμασία.