Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Το πρώτο κεφάλαιο από το ομώνυμο πολιτικό μου θρίλερ.


ΕΝΑ.




Η περίπτωση του υπουργού περιβάλλοντος Χαράλαμπου Λιαμπέλη ήταν χαρακτηριστική, αν και όχι μοναδική. Κακά τα ψέματα, ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για πολιτικός, είχε το χάρισμα να ηγείται, κι ας διαδιδόταν ότι οι άνθρωποι του οικογενειακού του περιβάλλοντος τον θεωρούσαν ανίκανο να διαχειριστεί ακόμα και τα του οίκου του. Ό, τι και να έλεγαν, όσο και να τον συκοφαντούσαν, ο πολυτάλαντος εκείνος άνθρωπος, τις δημόσιες υποθέσεις τις έπαιζε στα δάχτυλα. Διέθετε την εντυπωσιακή ικανότητα να πείθει το συνομιλητή του και μάλιστα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Είτε είχε δίκιο, είτε είχε άδικο, στο τέλος δικαιωνόταν πανηγυρικά. Από την άλλη, όλες οι συναλλαγές για τα έργα αρμοδιότητας του υπουργείου του, περνούσαν από τα χέρια του και η κατάληξη ήταν να γίνεται το δικό του, πάντοτε όμως με το αζημίωτο. Βλέπετε, ο άνθρωπος μοχθούσε για το ‘’συμφέρον’’ της πατρίδας, κι έπρεπε να πάρει κι αυτός το κατιτίς του. Γύρω από αυτόν σέρνονταν διάφορα τρωκτικά, τα οποία τον εξυπηρετούσαν στις ‘’νομιμοφανείς’’ δουλειές του, αποκομίζοντας κι εκείνα το μερίδιό τους και φροντίζοντας να κρατούν το στόμα τους κλειστό για τα όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Το δημόσιο χρήμα έρρεε άφθονο και σπαταλιόταν χωρίς φειδώ και η νοσηρή αυτή κατάσταση κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου μια μέρα ένας θαρραλέος υπάλληλος της υπηρεσίας του, τα έβγαλε όλα στη φόρα. Δημιουργήθηκε μια άνευ προηγουμένου αναταραχή, ο υπουργός και οι κόλακες που τον περιτριγύριζαν ορκίζονταν ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και η υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Μετά από ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, βγήκε επιτέλους η απόφαση του δικαστηρίου. Η δικαιοσύνη, φροντίζοντας να επαληθεύσει τη ρήση που την θέλει να είναι τυφλή, δεν βρήκε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του, αθωώνοντας τελικά τον επίορκο δημόσιο λειτουργό.

Το γεγονός εκείνο, αν και δεν ήταν το μοναδικό που μαρτυρούσε ότι μια αβάσταχτη δυσωδία αναδυόταν μέσα από τα σπλάχνα της πολιτικής ζωής του τόπου, θα περνούσε ίσως χωρίς άλλη συνέχεια και θα ξεχνιόταν γρήγορα, αν δεν συνέβαιναν δυο πολύ ηχηρά περιστατικά. Το πρώτο, ήταν η τύχη του υπαλλήλου που είχε τολμήσει να καταγγείλει τον υπουργό, και που δεν ήταν άλλη από την απόλυσή του από τον δημόσιο τομέα και η καταδίκη του σε φυλάκιση, συνεπεία των μηνύσεων που του έγιναν από τους ‘’θιγμένους’’ του υπουργείου. Η αδικία εκείνη σε βάρος του άτυχου υπαλλήλου, εξαγρίωσε την κοινή γνώμη και υποχρέωσε μια παράνομη οργάνωση με την επωνυμία ΟΜΑΔΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, να απειλήσει ότι θα προβεί σε ακραίες ενέργειες. Αυτό ήταν το δεύτερο περιστατικό, το οποίο ήταν και το μοναδικό που ανησύχησε λίγο τον υπουργό. Η ΟΜ.Α.Δ., όπως την αποκαλούσαν τα Μ.Μ.Ε., έστειλε μια προκήρυξη στις εφημερίδες, απειλώντας ανοιχτά τον Λιαμπέλη και προειδοποιώντας τον ότι θα πλήρωνε με τη ζωή του για τα όσα αισχρά του καταμαρτυρούσαν ότι είχε κάνει.

Η ΟΜΑΔ ήταν μια χαμηλών τόνων οργάνωση, που η δράση της περιοριζόταν σε προκηρύξεις και η μοναδική δυναμική ενέργειά της ήταν η τοποθέτηση πριν από ένα χρόνο ενός εκρηκτικού μηχανισμού στα γραφεία κάποιου μεγαλοεργολάβου που είχε κατηγορηθεί για παράνομες συναλλαγές και απάτες. Η δραστηριότητά της εξαντλούνταν κυρίως στη δημοσίευση αντιεξουσιαστικών κειμένων, κι αυτός ήταν και ο λόγος που κανένας δεν πίστεψε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή της.

Ο υπουργός, μόλις το πληροφορήθηκε, περιορίστηκε στο πάρσιμο κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, σχολίασε αρνητικά την προκήρυξη, διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τον πόλεμο που γινόταν άδικα σε βάρος του και κλείστηκε πάλι στον εαυτό του, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να εξαπατά. Συζητώντας το μάλιστα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, καθώς και με την οικογένειά του, έμεινε ήσυχος ότι τίποτα δεν επρόκειτο να του συμβεί. Όλοι ανεξαιρέτως τον διαβεβαίωναν ότι δεν είχε λόγο να φοβάται για τη ζωή του. Κανένας, του έλεγαν και ξανάλεγαν, δεν έχει τα κότσια να σε αγγίξει.

«Κανένας δεν πρόκειται να σε πειράξει», τον καθησύχασε και ο υπουργός τηλεπικοινωνιών και προσωπικός του φίλος Τηλέμαχος Σκαρλώτας. «Αυτοί οι τύποι, που έτσι κι αλλιώς δεν θ’ αργήσουν να συλληφθούν, είναι θρασύδειλοι. Βγάζουν προκηρύξεις και θέλουν να μας κάνουν μαθήματα ηθικής, ενώ στην ουσία είναι κάποιοι αναρχικοί νεαροί, που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και στρέφονται ανοιχτά κατά της δημοκρατίας».

Κάθονταν οι δυο τους στο σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος του Λιαμπέλη και έπιναν το ποτό τους, συζητώντας για διάφορα θέματα. Η γυναίκα του με την κόρη του έλειπαν για ψώνια στο Λονδίνο και η απουσία τους, του έδινε πάντα την ευκαιρία να καλεί στο σπίτι άτομα που εκείνες δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κι ένα από αυτά ήταν και ο Σκαρλώτας.

«Δεν αμφιβάλλω ότι είναι έτσι όπως τα λες», συμφώνησε μαζί του ο Λιαμπέλης, «αλλά καλό θα είναι να έχω πάρει και τα μέτρα μου, δε νομίζεις;. Δεν έχω σκοπό, τώρα που κατάφερα να αποκτήσω στη ζωή μου όλα αυτά που είχα ονειρευτεί, να τα χαραμίσω έτσι άδικα».

«Ασφαλώς, και μάλιστα κάνεις πολύ καλά. Πες μου όμως με την ευκαιρία κάτι. Τι γίνεται τελικά με την υπόθεση του Βραχοπεδίου; Ο αντιπρόεδρος με διαβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, κι ότι σύντομα θα προχωρήσουμε στην ανταλλαγή, θα ήθελα όμως να το ακούσω και από σένα».

«Σε δυο-τρεις μέρες η υπόθεση θα έχει τελειώσει οριστικά. Ο γέροντας συμφώνησε να μας δώσει δέκα εκατομμύρια, κι εμείς σε αντάλλαγμα θα του παραχωρήσουμε όλη την έκταση του Βραχοπεδίου. Ξέρεις τι θα την κάνουν ε; Θα την αξιοποιήσουν τουριστικά και θα γίνει αγνώριστη. Οι μοναχοί βέβαια θα βγάλουν πολλά περισσότερα από αυτά που θα μας δώσουν, αλλά χαλάλι τους. Σημασία έχει ότι εμείς θα βάλουμε στην τσέπη τόσα λεφτά, όσα δεν θα βγάζαμε από τη δουλειά μας ούτε σε δέκα χρόνια».

«Έτσι μπράβο! Τέτοια θέλω να ακούω!» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Σκαρλώτας. «Άσε τα κακόμοιρα ανθρωπάκια να προβαίνουν σε ανόητες ηθικές νουθεσίες και λεονταρισμούς κι εσύ κοίτα να αξιοποιήσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά τα ‘’θεόσταλτα’’ χρήματα».

Ο Λιαμπέλης γέλασε με το χαρακτηρισμό. Σκέφτηκε ότι ήταν πετυχημένος και απόλυτα δικαιολογημένος. Αφού θα έπαιρναν χρήματα από μοναστήρι, ήταν σίγουρο ότι τους τα έστελνε ο ίδιος ο Θεός. Ήταν οι εκλεκτοί του και αμείβονταν γι’ αυτήν τους την ιδιότητα.

«Αυτό ακριβώς έχω σκοπό να κάνω», είπε με αποφασιστικότητα και σηκώθηκε από τη θέση του για να ξαναγεμίσει το ποτήρι του. «Θέλεις ακόμα ένα;» ρώτησε τον Σκαρλώτα.

«Όχι, Χαράλαμπε, σ’ ευχαριστώ», αρνήθηκε με ευγένεια την προσφορά και σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος. «Πρέπει να φύγω. Καληνύχτα λοιπόν και τα λέμε αύριο στο υπουργικό συμβούλιο».

Μόλις ο Σκαρλώτας αποχώρησε, ο Λιαμπέλης πήρε το ποτό του, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. Από κάτω απλωνόταν η πόλη που τον είχε αναδείξει στο υψηλό αξίωμά του και η φωτισμένη θέα της τον έκανε να νιώσει πολύ ευχάριστα. Ικανοποιημένος από όλα όσα είχε πετύχει μέσα στα τρία και κάτι μόλις χρόνια της υπουργικής του θητείας, κάθισε σε μια πολυθρόνα, για να απολαύσει τη στιγμή. Αναλογίστηκε ότι σε λίγες μέρες θα έμπαιναν στην τσέπη του δυο ολόκληρα εκατομμύρια-το μερίδιό του από την πώληση του Βραχοπεδίου στους μοναχούς-και κατάλαβε ότι είχε πια φτάσει η ώρα να τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά και τους δικούς του συγγενείς. Το σόι της γυναίκας του το είχε ήδη αποκαταστήσει, δεν είχε όμως ακούσει από το στόμα τους ούτε ένα ευχαριστώ. Είχε χτίσει μια ολόκληρη πολυκατοικία στην πεθερά του, είχε αγοράσει ένα πλήρως εξοπλισμένο βιομηχανικό κτήριο στον κουνιάδο του, είχε πάρει ένα ολόκληρο εμπορικό κέντρο στη γυναίκα του και είχε δωρίσει μια εξοχική βίλα στην φαντασμένη την κόρη του. Παρόλα αυτά, εκείνοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Προφανώς ήθελαν περισσότερα.

«Α, τους αχάριστους», μονολόγησε. «Ε, όχι κι έτσι. Αυτή τη φορά έχουν σειρά οι δικοί μου. Καιρός είναι να πάρουν και αυτοί ό, τι δικαιούνται. Τα δικά μου αδέλφια, δηλαδή, δεν έχουν ψυχή; Η ανιψιά μου, που σέρνεται όλη μέρα στα συμβολαιογραφεία και τα δικαστήρια, δεν έχει κι αυτή το δικαίωμα να ξεκουραστεί λίγο και ν’ απολαύσει τους καρπούς των κόπων της, τόσα χρόνια στα θρανία; Νισάφι πια με τους αχόρταγους που έχω μπλέξει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα χρήματα είναι δικά μου και αυτή τη φορά θα τα διαχειριστώ όπως θέλω εγώ. Αν τους αρέσει, αν δεν τους αρέσει, ας πάνε από εκεί που ήρθαν. Μου χρωστάνε, δεν τους χρωστάω».

Ξάπλωσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και ατένισε απέναντι το λόφο του Λυκαβηττού από τη μια μεριά και τη φωτισμένη Ακρόπολη από την άλλη. Σκέφτηκε ότι η αγορά εκείνου του ρετιρέ στην καρδιά της Αθήνας, ήταν η πιο έξυπνη κίνηση που είχε κάνει. Το σπίτι εκείνο ήταν το μόνο ακίνητο που είχε αγοράσει στο όνομά του, τώρα όμως που θα έπαιρνε κι εκείνα τα λεφτά, είχε σκοπό να αγοράσει και μια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, αφού η υπουργική του θητεία, και πιθανώς και η πολιτική του καριέρα, φαίνονταν να έχουν ημερομηνία λήξης. Έπρεπε να φροντίσει λίγο για τα γεράματά του. Είχε μάθει να ζει στη χλιδή και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στο μικροαστικό παρελθόν του. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι τα ποσοστά προτίμησής του από τους ψηφοφόρους, είχαν πιάσει πάτο, οπότε το μόνο που του έμενε ήταν να βουτήξει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε. Η θέση του, του παρείχε το προνόμιο να διαχειρίζεται τεράστια κονδύλια και δεν φαινόταν διατεθειμένος να μην χώσει τα χέρια του μέσα σε αυτά, όσο βαθύτερα του επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Έμεινε πολλή ώρα σ’ εκείνη τη βολική θέση. Το ποτό, η υπέροχη θέα και η ησυχία, τον είχαν χαλαρώσει και κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος επάνω στην πολυθρόνα του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να σηκωθεί και να πάει μέσα, για να πέσει στο αναπαυτικό του κρεβάτι, βαριόταν όμως να σηκωθεί.

Όταν τελικά, γύρω στα μεσάνυχτα, το αποφάσισε, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσει την κίνησή του. Κάποιοι από τους γείτονες άκουσαν έναν πυροβολισμό, κανένας όμως δεν φαντάστηκε ότι, η σφαίρα από το άγνωστο όπλο που εκπυρσοκρότησε απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα, είχε σαν στόχο της το κεφάλι του υπουργού περιβάλλοντος της χώρας.









Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου!

    Έκαναν όπως τους παρακάλεσε ο καμαρότος και έμειναν δεμένοι και αμίλητοι στις θέσεις τους. Την προκαθορισμένη ώρα της αναχώρησης, κυριεύτηκαν από άγχος. Σφίχτηκαν στα μπράτσα των καθισμάτων, έκλεισαν τα μάτια τους και κράτησαν την αναπνοή τους. Αν και είχαν ταξιδέψει δεκάδες φορές με αεροπλάνα και αερόπλοια, εντούτοις η επικείμενη εκτόξευσή τους στο διάστημα, ήταν μια άγνωστη εμπειρία που δικαιολογημένα τους τρόμαζε λιγάκι. Όταν τελείωσε η αντίστροφη μέτρηση που ακουγόταν από τα μεγάφωνα του σκάφους, ένιωσαν μια μικρή δόνηση, αυτό όμως ήταν όλο. Από εκεί και ύστερα, τους δόθηκε η εντύπωση ότι ταξιδεύουν με ένα άνετο αερόπλοιο και όχι με ένα διαστημικό μεγαθήριο. Σε λίγη ώρα είχαν εξέλθει από την ατμόσφαιρα και είχαν αναπτύξει ταχύτητα υπερδιαστήματος, όπως πληροφορήθηκαν από τον κυβερνήτη που τον άκουσαν να τους απευθύνει το λόγο από τα μεγάφωνα.


    Αυτό ήταν, σκέφτηκε ο Ντάνο. Από δω και πέρα, η ζωή μας θα συνεχιστεί αλλού. Μας περιμένει το άγνωστο. Ένας νέος πλανήτης καιροφυλακτεί για να φιλοξενήσει την ύπαρξή μας στα εδάφη του, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι όλη αυτή η ιστορία θα μας βγει σε καλό.

    Εικόνες, αμέτρητες εικόνες, άλλες θολές και ακαθόριστες και άλλες συγκεκριμένες, αλλά και αναμνήσεις, δεκάδες αναμνήσεις, εναλλάσσονταν μέσα στο μυαλό της. Η Ερμίνα άργησε να επανέλθει στην πραγματικότητα. Επηρεασμένη αφάνταστα από την ανεπανάληπτη εμπειρία ενός τόσο πρωτόγνωρου ταξιδιού, καθυστέρησε να προσαρμοστεί. Όταν το κατάφερε, άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε το Ντάνο που της κρατούσε το χέρι και του χαμογέλασε γλυκά. Ευτυχώς που τον είχε δίπλα της. Η παρουσία του ήταν εγγύηση για τη θωράκιση της ψυχικής της υγείας. Αντικρίζοντάς τον να κάθεται σιμά της, ένιωσε να ξαναβρίσκει τη χαμένη της αισιοδοξία.

    Υπακούοντας στις εντολές του κυβερνήτη, έλυσαν τις ζώνες τους, τακτοποίησαν κάπως τα πράγματά τους και μετέβησαν στην τραπεζαρία για να δειπνήσουν. Δεν δυσκολεύτηκαν να τη βρουν, καθώς σε όλα τα σημεία του διαστημόπλοιου υπήρχαν αναρτημένες πινακίδες με οδηγίες και κατευθύνσεις για όλα τα τμήματά του. Κάθισαν σε ένα τραπέζι με άλλους τέσσερις συνταξιδιώτες τους, τρεις άντρες και μια γυναίκα, και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν σερβιριστεί.

    Τρώγοντας, γνωρίστηκαν με τους συνδαιτυμόνες τους. Η γυναίκα, σύζυγος του ενός, είχε σπουδάσει βιοκαλλιέργεια και θα πήγαινε να βοηθήσει στην ανάπτυξη βιολογικών μεθόδων καλλιέργειας. Ο άντρας της, μηχανικός και χειριστής γεωργικών μηχανημάτων, θα εργαζόταν μαζί της στους αγρούς. Οι άλλοι δύο ήταν τεχνικοί οικοδομών και ο Ντάνο υπέθεσε ότι θα ανήκαν στην ομάδα ανοικοδόμησης, όπως κι εκείνος. Φυσικά όλοι τους ήταν άτεκνοι και χωρίς άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις.

    Τη στιγμή που οι πρώτοι συνεπιβάτες άρχισαν να αναχωρούν από την τραπεζαρία, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από τα μεγάφωνα: «Αγαπητοί επιβάτες του Ίκαρου, λέγομαι Φαίη και είμαι η υπεύθυνη απασχόλησης του σκάφους. Επειδή λοιπόν η διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα είναι απελπιστικά μεγάλη, σας πληροφορώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα με τα οποία μπορείτε να ασχολείσθε, ώστε να μην βαρεθείτε λεπτό. Μάθετε ότι, στο άνω κατάστρωμα, υπάρχει βιβλιοθήκη, εντευκτήριο με επιτραπέζια παιχνίδια, καφετέρια, αμφιθέατρο, κινηματογράφος, πλανητάριο, αίθουσα ηλεκτρονικών παιχνιδιών και μπιλιάρδου και μουσικό μπαρ».

    Ακολούθησε ένα μαζικό επιφώνημα ενθουσιασμού και τα, μέχρι πρότινος, κατσουφιασμένα πρόσωπα πολλών επιβατών, μετατράπηκαν σε χαρούμενα, γελαστά μουτράκια. Η ανακούφισή τους, ακούγοντας αυτήν την είδηση, ήταν εντυπωσιακά εμφανής. Μαθαίνοντας ότι υπήρχε μεγάλη ποικιλία απασχόλησης, που κάλυπτε προφανώς όλα τα γούστα, κατάλαβαν ότι το βαρετό ταξίδι που είχαν φανταστεί στην αρχή, μετατρεπόταν σε μια άκρως ενδιαφέρουσα διαστημική κρουαζιέρα!

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το τελευταίο μου αστυνομικό μυθιστόρημα.


ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ.




Την αλήθεια για το συμβάν στη Δροσιά, ο Ανδροκλής την έμαθε από τη Μένια. Είχε πληροφορηθεί βέβαια ότι δυο κακοποιοί είχαν σκοτωθεί τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς τους να διαρρήξουν το σπίτι του Μιγκέτη, και είχε στείλει έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας για να καλύψει το γεγονός, αλλά δεν γνώριζε ποια ήταν τα θύματα του μακελειού. Το έμαθε λίγη ώρα αργότερα από τη γυναίκα του.

«Ξέρεις ποιοι ήταν οι διαρρήκτες της Δροσιάς, που μας άφησαν χρόνους;» την άκουσε να τον πληροφορεί από το τηλέφωνο. «Οι ίδιοι που μακέλεψαν την οικογένεια του Βούγενα και τις δυο κοπέλες στη Ν. Χαλκηδόνα. Οι συνάδελφοι του εγκληματολογικού το υποπτεύθηκαν από την αρχή, αλλά ήθελαν πρώτα να βεβαιωθούν, πριν προχωρήσουν σε ανακοινώσεις. Τους το επιβεβαίωσε η βαλλιστική και ήδη ο αρχηγός της αστυνομίας ετοιμάζεται να κάνει τις σχετικές δηλώσεις».

Άλλο πάλι και τούτο, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο. Πώς βρέθηκαν αυτοί εκεί; Τι πήγαν να κάνουν; Δεν γνώριζαν ότι ένα σπίτι σαν εκείνο, θα ήταν φυλασσόμενο; Τι διάολο σημαίνει πάλι αυτό; Κι εντάξει, αν το δει κάποιος ρεαλιστικά, αυτή ήταν μια δίκαιη τιμωρία που άξιζε να υποστούν αυτά τα καθάρματα, έλα όμως που μαζί με αυτούς χάθηκαν και οι μοναδικοί μάρτυρες που θα μπορούσαν να καταθέσουν σε βάρος του Γαργανόπουλου.

Η σκέψη αυτή, του γέννησε μια άλλη. Λες να ήταν δάκτυλος του επιχειρηματία; Αναλογίστηκε. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς μια τόσο αφελή ενέργεια; Βασιζόμενοι πού, επιχείρησαν να διαρρήξουν ένα σπίτι-φρούριο; Η λογική λέει ότι μάλλον πήγαν συστημένοι στο στόμα του λύκου, με σκοπό να βγουν από τη μέση. Ο άνθρωπος είναι τετραπέρατος, πανούργος και αδίστακτος. Εξάλλου, βασιζόμενος σ’ αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα του, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει την αμύθητη περιουσία που έχει στη κατοχή του; Κατάφερε τελικά να εξαφανίσει κάθε στοιχείο και κάθε μάρτυρα που θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει. Θα μας δυσκολέψει πολύ μέχρι να καταφέρουμε να τον βάλουμε στο χέρι.

Θυμήθηκε τη χθεσινή πληροφορία που του είχε δώσει ο Μελικίδης, ότι δηλαδή ο επιχειρηματίας είχε κάποτε δικαστική διαμάχη με την εφημερίδα, σε καμιά περίπτωση όμως το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιβαρυντικό στοιχείο. Άλλωστε, είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η αντιπαλότητα εκείνη δεν ήταν κάτι προσωπικό μεταξύ του Γαργανόπουλου και του Βούγενα, αλλά μεταξύ του επιχειρηματία και της εφημερίδας.

Συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν πάλι στο σκοτάδι, αρνιόταν όμως να δεχτεί την ήττα τους. Ο Γαργανόπουλος ήταν ένοχος, γι’ αυτό δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, και ασφαλώς κάτι θα υπήρχε που θα φώτιζε τελικά αυτήν την υπόθεση. Δεν γινόταν, ο ηθικός αυτουργός όλων αυτών των φονικών, ο βασικός υπεύθυνος όλης αυτής της αιματηρής ιστορίας, να ξέφευγε από την τσιμπίδα του νόμου και να έμενε ατιμώρητος. Κάτι παρόμοιο, θα ήταν ντροπή για μια ευνομούμενη κοινωνία, θα ήταν ο χειρότερος εξευτελισμός του όντος, που ήθελε να λέγεται πολιτισμένος άνθρωπος.

Σταμάτησε να σκέφτεται την υπόθεση Γαργανόπουλου και αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Ο όγκος των κειμένων που έπρεπε να επεξεργαστεί ήταν μεγάλος και δεν διέθετε την πολυτέλεια του χασομεριού. Εκτός αυτού, σε μια ώρα έπρεπε να παραβρεθεί στη σύσκεψη που είχε με τον αρχισυντάκτη και τον γενικό διευθυντή και, μια μικρή προετοιμασία για τη συζήτηση που θα επακολουθούσε, ήταν επιβεβλημένη.