Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου Ε.Φ.




...Ο Έντι δεν ήταν χαζός. Από την πρώτη μέρα που είχε πατήσει το πόδι του στον Κέρβερο, είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε στον άθλιο εκείνο πλανήτη. Συνειδητοποιώντας ότι, η άφιξή του εκεί και η συνεχιζόμενη παραμονή του σ’ εκείνο το απαίσιο μέρος, ισοδυναμούσε με την υπογραφή της θανατικής του καταδίκης, φρόντισε να πάρει τα μέτρα του, ώστε να παρατείνει όσο ήταν δυνατόν την διάρκεια της ζωής του. Τη διαστημική στολή του την έβγαζε μόνο για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές του ανάγκες, μόλις όμως τελείωνε, την ξαναφορούσε χωρίς καθυστέρηση. Όσο για το κράνος του, αυτό δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο για να πάρει ένα γρήγορο γεύμα ή για να λούσει τα μαλλιά του. Το φορούσε ακόμα και στον ύπνο του. Παρατηρώντας το θλιβερό και μακάβριο θέαμα της συνεχούς απώλειας των συντρόφων του, ένιωθε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να το σταματήσει. Καταλάβαινε βέβαια ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το κατορθώσει, βλέποντας όμως τους άλλους να αρρωσταίνουν και να σβήνουν ένας-ένας με τη σειρά, ήταν αποφασισμένος να καταρρίψει όλα τα ρεκόρ μακροβιότητας και ανοσίας σ’ εκείνον τον απαίσιο τόπο, φροντίζοντας με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον έστω τον εαυτό του. Το γνώριζε καλά πως για να το καταφέρει χρειαζόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια, εκείνος όμως δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Ενδόμυχα, άλλωστε, πίστευε ότι υπήρχε και η δυνατότητα απόδρασης, καθώς ήταν ένθερμος οπαδός του δόγματος ‘’η ελπίδα πεθαίνει τελευταία’’. Από τη φύση του ήταν αισιόδοξος άνθρωπος, οπότε έλπιζε ότι κάποια στιγμή ίσως αυτό γινόταν πραγματικότητα.

Δε μπορεί, βρε αδελφέ, σκεφτόταν κατά καιρούς, προσπαθώντας να ανεβάσει μόνος του το ηθικό του όταν αντιλαμβανόταν ότι αυτό άρχιζε να πέφτει. Κάποτε θα εμφανιστεί κάποιο σκάφος στον ορίζοντα, και τότε βλέπουμε αν θα μπορέσουν να με κρατήσουν άλλο εδώ πάνω.

Είχε καταστρώσει και το σχέδιό του. Όταν το διαστημόπλοιο θα άρχιζε να ξεφορτώνει τις προμήθειες που έφερνε, θα ανακατευόταν με τους εργάτες και τα ρομπότ και, μόλις έβρισκε την κατάλληλη ευκαιρία, θα χωνόταν μέσα στο κήτος του σκάφους και θα κρυβόταν μέσα στις αποθήκες του. Μέχρι να αντιληφθούν οι άλλοι την απουσία του, εκείνος θα βρισκόταν ήδη μακριά. Ελπίζοντας φυσικά ότι, στην περίπτωση ανακάλυψής του, το σκάφος δεν θα επέστρεφε στον Κέρβερο για να τον παραδώσει στους υπεύθυνους, πίστευε πως θα τα κατάφερνε. Το θεωρούσε απλό, αλλά αποτελεσματικό σχέδιο και ήταν εντελώς αποφασισμένος, με την πρώτη ευκαιρία, να το θέσει σε εφαρμογή.

Τον τελευταίο καιρό το σκεφτόταν συνέχεια. Έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, και ζώντας σε μια διαρκή μονοτονία, νόμιζε ότι είχε αναλώσει στον Κέρβερο ολόκληρη τη ζωή του. Κουρασμένος ψυχικά από έναν ανελέητο καταιγισμό προβλημάτων, συναισθημάτων και σκέψεων, ώρες-ώρες απογοητευόταν, συγκρίνοντας όμως τον εαυτό του με τους άλλους, ξανάβρισκε τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Εκείνος, ναι μεν μπορεί να είχε κουραστεί από το συνεχές βάρος του κράνους, είχε όμως παραμείνει ακμαίος και υγιής, ενώ οι υπόλοιποι δεν τα κατάφερναν το ίδιο καλά. Καθώς αδυνατούσαν να κοιμηθούν φορώντας στολή και κράνος, έμεναν απροστάτευτοι από την ακτινοβολία και προσβάλλονταν εύκολα από τη ραδιενέργεια, με αποτέλεσμα να λιώνουν σαν τα κεριά. Απορούσαν μάλιστα με την υπομονή του να κοιμάται με πλήρη εξάρτηση, ο Έντι όμως τους αγνοούσε. Γνώριζε πως, αν δεν το έκανε, θα καταντούσε σαν εκείνους. Το ότι ήταν βασανιστικό να κοιμάται έτσι, ένας πραγματικός εφιάλτης, το είχε ζήσει καλά στο πετσί του, αυτός όμως θα συνέχιζε να το κάνει, ακόμα κι αν χρειάζονταν να περάσουν εκατό χρόνια μέχρι να ολοκληρώσει το σκοπό του. Δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την τιτάνια προσπάθειά του, δεν έτρεφε όμως και αυταπάτες. Ήξερε ότι αυτό το τελευταίο, αν αργούσε πολύ ακόμα η εμφάνιση του διαστημόπλοιου, μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει, μόνον όμως στην περίπτωση που θα τον πρόδιδαν οι δυνάμεις του, ή θα έχανε τα λογικά του.

Εκείνη την ημέρα δεν είχε προλάβει να σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά. Με χαλασμένα τα μισά ρομπότ του εργοταξίου, δεν είχε πάρει ανάσα. Έτρεχε και δεν προλάβαινε. Καθώς απουσίαζε παντελώς η πολυτέλεια της καθυστέρησης των εργασιών του ορυχείου, όφειλε να τα επισκευάσει γρήγορα. Όχι ότι θα είχε επιπτώσεις αν αργούσε να το κάνει, εκείνον όμως τον ενδιέφερε πρωτίστως η φήμη του. Θεωρείτο ο καλύτερος ηλεκτρονικός των αποικιών και την πρωτιά αυτή δεν είχε σκοπό να τη χαρίσει σε άλλον. Ακόμα κι αν ήξερε ότι θα πέθαινε την άλλη μέρα, ποτέ δεν θα άφηνε εκκρεμότητα, και τη δουλειά του θα την έκανε όσο καλύτερα μπορούσε.

Κόντευε να μεσημεριάσει όταν έβαλε σε λειτουργία και το τελευταίο ρομπότ. Έβγαλε για μια στιγμή το κράνος του για να σκουπίσει τον ιδρώτα του και άκουσε έναν δυνατό θόρυβο. Αρχικά νόμισε ότι είχε χαλάσει κάποιο από τα μεγάλα μηχανήματα εκσκαφής και μούγκριζε έτσι εκκωφαντικά, όταν όμως γύρισε το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση, το είδε. Πλησίαζε γρήγορα προς το μέρος τους, ήταν κατακίτρινο και φυσικά τεράστιο. Ένιωσε να συνταράζεται. Δεν τολμούσε να το πιστέψει. Η πρώτη σκέψη που έκανε αντικρίζοντάς το ήταν πως, η πολυπόθητη στιγμή που στωικά την περίμενε τόσο καιρό, είχε πια φτάσει.

Το φορτηγό διαστημόπλοιο, με τους φλεγόμενους επιβραδυντές του σε πλήρη ισχύ, ακούμπησε παλινδρομώντας στο έδαφος της μεγάλης αλάνας που χρησίμευε για διαστημοδρόμιο, έβγαλε έναν τελευταίο οξύ ήχο, σαν μουγκρητό πληγωμένου θηρίου, και ακινητοποιήθηκε, τυλιγμένο μέσα σε τόνους κουρνιαχτού. Η ξαφνική του εμφάνιση υποχρέωσε όλο το προσωπικό του εργοταξίου να παρατήσει στη μέση τις εργασίες του και να σταθεί ακίνητο και να το κοιτάζει με δέος.

Ο Έντι, αμέσως μετά το πρώτο ξάφνιασμα, φόρεσε ξανά την κάσκα του, μάζεψε τα εργαλεία του, κι έτρεξε να τα αφήσει στην αποθήκη. Νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, επέστρεψε γρήγορα κοντά στο διαστημοδρόμιο. Σκοπός του ήταν να παρακολουθήσει τις κινήσεις των μελών του πληρώματος, ελπίζοντας να καταφέρει κάποια στιγμή να χωθεί μέσα. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και με τίποτα δεν θα άφηνε την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να πάει χαμένη. Θα το επιχειρούσε, όποιο κι αν ήταν το τίμημα αυτού του τολμήματος.

Μόλις η σκόνη κατακάθισε και ξαναφάνηκε το περίγραμμα του διαστημικού θηρίου, ο Έντι είδε τη μπουκαπόρτα του να ανοίγει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη ράμπα για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων. Από μέσα άρχισαν να βγαίνουν κλαρκ και φορτοεκφορτωτές, οδηγούμενοι από μικρά ρομπότ, και εναπέθεταν τα ογκώδη κιβώτια που μετέφεραν κατευθείαν μέσα στις αποθήκες του οικισμού. Η ανθρώπινη παρουσία είχε περιοριστεί μονάχα στην είσοδο του σκάφους, αυτό όμως κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρο σημάδι ήταν. Δυο μεγαλόσωμοι κοσμοναύτες στέκονταν όρθιοι στις άκρες της ράμπας και παρακολουθούσαν τις κινήσεις όσων μπαινόβγαιναν στο σκάφος.

Σκούρα τα πράγματα, συλλογίστηκε ο Έντι. Μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ άλλον τρόπο να εισχωρήσω. Πώς στην ευχή θα περνούσα από μπροστά τους χωρίς να με αντιληφθούν; Τι δικαιολογία θα μπορούσα να βρω, αν με ρωτούσαν που πάω;

Δεν γνώριζε πόσο χρόνο θα διαρκούσε η παραμονή του σκάφους στον Κέρβερο, θεώρησε όμως ότι, αν ήθελε να πετύχει το σκοπό του, μάλλον θα έπρεπε να βιαστεί, κι αυτό του προκάλεσε πρόσθετο άγχος. Στάθηκε λίγη ώρα ακόμα εκεί και, όταν αντιλήφθηκε πως η εκφόρτωση τελείωνε, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Στην αποθήκη υπήρχαν τα κιβώτια με τα υλικά που προορίζονταν για εξαγωγή και ο Έντι θα έκανε την κίνησή του, πριν αρχίσει η φόρτωσή τους στο διαστημόπλοιο. Η Ιλιάδα του Ομήρου ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα και η θύμηση της εισόδου των Ελλήνων στην Τροία με τον δούρειο ίππο, ήταν το περιστατικό που του καθόρισε πως έπρεπε να ενεργήσει.

Έτρεξε στην αποθήκη χωρίς άλλη χρονοτριβή, αγνοώντας την υπόδειξη ενός συναδέλφου του να προσέχει τα μηχανήματα φορτοεκφόρτωσης, και κρύφτηκε πίσω από τις στοίβες των κιβωτίων. Απέφυγε εκείνα με το ουράνιο και διάλεξε ένα μεγάλο κιβώτιο που η επιγραφή του έγραφε ‘’ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ’’. Ξεκάρφωσε με ένα λοστό το καπάκι του και, αφού πρώτα έβγαλε τη στολή και το κράνος του, τα πέταξε σε ένα ντενεκέ για σκουπίδια. Έπειτα, καταβάλλοντας μια μικρή προσπάθεια, στριμώχθηκε μέσα στο λιγοστό ελεύθερο χώρο του. Στο τέλος, ξανάβαλε το καπάκι πρόχειρα από πάνω, συγκρατώντας το από μέσα με τα χέρια του, και περίμενε με αγωνία τη φόρτωσή του στο διαστημόπλοιο. Λίγα λεπτά αργότερα, που σ’ εκείνον φάνηκαν σαν αιώνες, άκουσε τα μηχανήματα να σηκώνουν ένα-ένα τα κιβώτια. Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά του δικού του. Αρχικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα και αμέσως μετά άρχισε να κινείται αιωρούμενος. Οι μηχανές των φορτοεκφορτωτών έκαναν μεγάλο θόρυβο καθώς μετέφεραν τα ογκώδη κιβώτια, εκείνος όμως άκουγε μόνον τους χτύπους της καρδιάς του, που την ένιωθε πως ήταν έτοιμη να σπάσει από το δυνατό ταρακούνημά της.

Όταν έπαψε να κινείται και άκουσε το μηχάνημα να απομακρύνεται, τότε κατάλαβε ότι πλέον βρισκόταν μέσα στο σκάφος. Δεν γνώριζε αν ήταν ασφαλής, δεν τολμούσε όμως και να κουνηθεί. Αν δεν βεβαιωνόταν ότι είχαν αναχωρήσει οριστικά και είχαν απομακρυνθεί αρκετά από εκείνον τον μισητό πλανήτη, δεν είχε σκοπό να μετακινηθεί από την άβολη θέση του.

Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. Όσο η ώρα περνούσε, τα μέλη του άρχισαν να πιάνονται και να νιώθει συμπτώματα ασφυξίας. Σιγά-σιγά, οι θόρυβοι και τα πηγαινέλα των μηχανημάτων άρχισαν να μειώνονται αισθητά, κι αυτό του έδωσε το θάρρος να ανασηκώσει λίγο το καπάκι για να μπορέσει να πάρει μιαν ανάσα. Το έκανε με χίλιες προφυλάξεις και, από το στενό άνοιγμα που δημιουργήθηκε, είδε ότι βρισκόταν μέσα σε ένα τεράστιο αμπάρι γεμάτο με δεκάδες μικρά και μεγάλα κιβώτια και πως οι φορτοεκφορτωτές εγκατέλειπαν ένας-ένας το χώρο. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες, ελπίζοντας ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες δόσεις του όχι και τόσο καθαρού αέρα που αναγκαζόταν να βάλει μέσα στα πνευμόνια του.

Άκουσε σιδερένιες πόρτες να κλείνουν και είδε τους μικρούς λαμπτήρες που κρέμονταν από την οροφή να ανάβουν και να φωτίζουν διακριτικά το χώρο. Επικράτησε μια μικρή ησυχία που δεν διήρκησε όμως πολύ. Εντελώς ξαφνικά, αντήχησε ο βόμβος των πανίσχυρων μηχανών του σκάφους που έπαιρναν μπροστά και ολόκληρο το μεταλλικό θηρίο άρχισε να δονείται, κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Ο Έντι λούφαξε ξανά μέσα στο ξύλινο κουτί του, αποφασισμένος να κάνει υπομονή. Η μεγάλη, η πολυπόθητη στιγμή, είχε πια φτάσει και θα ήταν ανοησία του να τους δώσει το δικαίωμα να τον ανακαλύψουν.

Όση ώρα διήρκησε η εκτόξευση, δεν κούνησε ούτε το δάχτυλό του, όταν όμως κατάλαβε ότι είχαν αφήσει μακριά τον πλανήτη, άνοιξε πάλι το κάλυμμα για να αναπνεύσει. Ότι η ποιότητα του αέρα ήταν καλύτερη, το αντιλήφθηκε από την πρώτη ρουφηξιά. Φαινόταν καθαρά πως τα σύγχρονα κλιματιστικά και οι ιονιστές του σκάφους έκαναν πολύ καλή δουλειά. Νιώθοντας ένα κύμα θριάμβου να γεμίζει την ψυχή του, ξανάκλεισε το καπάκι και κούρνιασε στη θέση του. Σιγά-σιγά κάποιες ατομικές του ανάγκες είχαν αρχίσει να κάνουν έντονα αισθητή την παρουσία τους, εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να συγκρατηθεί, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που θα γίνονταν αφόρητα πιεστικές...

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ

    Νομίζετε ότι πολύ θέλει ο άνθρωπος για να ''λαλήσει'' ιδίως όταν είναι πολίτης αυτής της χώρας που λέγεται Ελλάδα; Εγώ προσωπικά έχω φτάσει στα όριά μου και φοβάμαι ότι, αν συνεχιστεί αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, θα τα ξεπεράσω, με ολέθρια βέβαια αποτελέσματα για μένα και την οικογένειά μου. Κουράστηκα να ακούω κάθε μέρα για νέα μέτρα, κουράστηκα να ακούω εξαγγελίες για προσπάθειες εξόδου από την κρίση, κουράστηκα να βλέπω τις σκατόφατσές τους στην τηλεόραση. Κρίση, κρίση, κρίση, αποφάσεις και ευχολόγια. Μια χούφτα λαμόγια, αποφασίζουν δήθεν για το καλό μας, αλλά το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να μας στείλουν μια ώρα αρχύτερα στο τρελοκομείο ή στον τάφο. Δε σφάξανε. Λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο. Καλυμένοι πίσω από τον μανδύα της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, μας παίρνουν μέτρα για σάβανο, αλλά είναι τόσο αφελείς και ανόητοι που δεν κατάλαβαν ότι ο λάκκος που ανοίγουν, προορίζεται για τους ίδιους. Η υπομονή μας εξαντλήθηκε, το ταμείο μας είναι μείον, έχουμε όμως αξιοπρέπεια, έχουμε φιλότιμο, κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το καζάνι βράζει και δεν θα αργήσει να σκάσει. Αν το καταλάβουν έγκαιρα και σταματήσουν να παίζουν ταμπούρλο στις πλάτες μας, θα μας αδειάσουν τη γωνιά αναίμακτα, αν όμως συνεχίσουν να τραβούν το σκοινί, θα τους φάει το μαύρο χώμα, κι αυτό δεν είναι απειλή ή προειδοποίηση, αλλά μια απλή πρόβλεψη, που μπορεί εύκολα να την κάνει ο καθένας.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ

ΦΩΝΑΧΤΑ:   Αγαπητοί μου συμπολίτες, σας χαιρετώ!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Ζωντόβολα ψηφοφόροι, άντε να χαθείτε!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Σας υπόσχομαι ότι θα κάνω τα πάντα για να καλυτερεύσω τη ζωή σας.
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Θα κάνω τα πάντα για να καλυτερεύσω τη ζωή μου!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Αν με ψηφίσετε, θα δώσω μάχες για τα συμφέροντά σας!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Αν με ψηφίσετε, θα δώσω μάχες για τα συμφέροντά μου!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Σας υπόσχομαι ότι θα καταργήσω τα ρουσφέτια!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Σιγά μην καταργήσω τα ρουσφέτια!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα πολεμήσω τη γραφειοκρατία:
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Χέστηκα για τη γραφειοκρατία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:  Θα βελτιώσω το φορολογικό σύστημα σε ποιο δίκαιο!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Ναι κάντε όρεξη. Θα φάτε καλά, μόλις πάρω την εξουσία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα κάνω διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με αυτό το πλευρό να κοιμάστε!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα διωχθούν όσοι έχουν κατασπαταλήσει το δημόσιο χρήμα!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Σιγά τα ωά! Αφού, ρε ζωντόβολα, υπάρχουν και δικοί μου ανάμεσά τους!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα αυξήσω τους μισθούς και τις συντάξεις!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Των δικαστικών και των βουλευτών βέβαια, όχι τις δικές σας!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα πατάξω τη φοροδιαφυγή!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με έχετε για μαλάκα; Σιγά μην πληρώσουν και οι δικοί μου εφορία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα γίνουν επενδύσεις!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με τι λεφτά, ρε ηλίθιοι;
ΦΩΝΑΧΤΑ:  Θα αλλάξω τη χώρα, έτσι που δεν θα τη γνωρίζετε!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Χα,χα,χα. Θα της αλλάξω τα φώτα!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα εκσυγχρονίσω τις υποδομές!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Των επιχειρήσεών μου, βεβαίως, βεβαίως!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα αυξήσω τις θέσεις εργασίας!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Φυσικά, αφού θα πάτε οι περισσότεροι στο εξωτερικό!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα δοθούν περισσότερα χρήματα για την υγεία και την παιδεία!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Καλά τώρα, λέμε και καμμιά μαλακία για να περάσει η ώρα!

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

   Ειλικρινά, επειδή δεν αντέχω άλλη μείωση μισθού, άλλη αύξηση χαρατσιών, κι επειδή θλίβομαι με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας, αποφάσισα να προφητεύσω το μέλλον, για να ξεφύγω νοερά από όλα αυτά, αφού και όλοι όσοι το έκαναν πριν από μένα, έξω έπεσαν, έτσι κι αλλιώς.
    Το έτος 2100, λοιπόν, μια χρονιά κατά την οποία, κι ευτυχώς δηλαδή, δεν θα βρίσκεται στη ζωή κανένας από μας, πρωθυπουργός και αρχιεπίσκοπος θα είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Θα είναι κάποιος ονομαζόμενος ΙΕΡΟΔΟΥΛΟΣ, (καμμία σχέση με τα κορίτσια της οδού Αθηνάς). Οι εκκλησίες, λόγω της δραματικής μείωσης των πιστών, θα συγχωνευτούν με τους ναούς του ποδοσφαίρου, οι δε ιερείς θα εκτελούν και χρέη διαιτητών. Κατά τη διάρκεια των αγώνων-λειτουργιών, θα επιτρέπονται κατά παρέκκλισιν  οι ψαλμοί, αλλά και τα κατεβάσματα καντηλιών, αγίων και χριστοπαναγίων και από τα μεγάφωνα θα ακούγεται το τραγούδι IN STAIRWAY TO HEAVEN WITH FOOTBALL, SNACS AND ROCK N' ROLL. Στο σχόλασμα, θα μοιράζονται στους φιλάθλους-πιστούς εικονίτσες των αγίων που θα θεωρούνται προστάτες των αγαπημένων τους ομάδων. Οι κερδισμένοι θα κάνουν το σταυρό τους και θα δοξάζουν το θεό και οι χαμένοι θα βρίζουν τον διαιτητή, δηλαδή τον παπά. Η χρήση βίας θα τιμωρείται παραδειγματικά... με νηστεία και προσευχή. Στους αγώνες της εθνικής, θα τελείται δοξολογία και στους αγώνες των μεγάλων ομάδων θα τελείται ευχέλαιο. Στους αγώνες των μικρών ομάδων, θα αρκεί ένα ''πάτερ ημών'' από τον παπά-διαιτητή.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ  Ε.Φ.

                                                    Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ




Του άρεσε να περνάει μέσα από τα χαλάσματα. Δρόμος, έστω χωμάτινος, υπήρχε, εκείνος όμως προτιμούσε τη διαδρομή μέσα από τα ερείπια. Η μητέρα του τον μάλωνε που έφθειρε τα παπούτσια του, οι φίλοι του τον αποκαλούσαν κολλημένο, αλλά εκείνος συνέχιζε να ακολουθεί το ίδιο, ανορθόδοξο δρομολόγιο, κάθε φορά που πήγαινε στην εκκλησία. Και πήγαινε κάθε Κυριακή ανελλιπώς. Δεν έκανε αυτή τη διαδρομή από ιδιοτροπία. Οι λόγοι που του το επέβαλαν ήταν απόλυτα λογικοί. Ο πρώτος και βασικότερος, ήταν καθαρά πρακτικός. Περνώντας μέσα από την κατεστραμμένη, παλιά πόλη, συντόμευε τη διαδρομή κατά ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Ο δεύτερος ήταν συναισθηματικός. Του δινόταν κάθε φορά η ευκαιρία να δει από κοντά ό, τι είχε απομείνει από το σπίτι του επιστήθιου φίλου του, του Φώντα, και να τροφοδοτήσει τη σκέψη του με αναμνήσεις.

Όταν έγινε ο βομβαρδισμός, η οικογένεια του Φώντα δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από την πόλη, με αποτέλεσμα να ξεκληριστεί. Δυστυχώς, δεν ήταν οι μόνοι. Μαζί μ’ αυτούς σκοτώθηκαν άλλες δεκαοκτώ χιλιάδες άνθρωποι, η πλειοψηφία δηλαδή των κατοίκων της μικρής τους πόλης. Η οικογένεια του Ντένιου και δυο-τρεις χιλιάδες ακόμα συμπολίτες τους, είχαν επιζήσει, χάρη στην πίστη τους στο Θεό. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο ιερέας του ναού, κάθε Κυριακή που πήγαιναν να εκκλησιαστούν, ο Ντένιος όμως, αν κι ο ίδιος πίστευε στο Θεό, δυσκολευόταν να το πιστέψει. Δεν καταλάβαινε γιατί ο εφημέριος επέμενε να τους το διατυμπανίζει. Η οικογένεια του Φώντα ήταν ευσεβής, θρησκευόμενη και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά της καθήκοντα, αλλά παρόλα αυτά δεν είχε καταφέρει να αποφύγει το θάνατο. Η πίστη της στον ουράνιο πατέρα δεν την είχε βοηθήσει να επιζήσει.

Περνώντας τώρα μπροστά από εκείνον τον σωρό ερειπίων που κάποτε ήταν το σπίτι του φίλου του, ένιωσε να δακρύζει. Συγκινήθηκε στη θύμηση των τόσων ωραίων στιγμών που είχαν περάσει μαζί. Είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα, δεν μάλωναν ποτέ και έπαιζαν μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η μόνη διαφορά τους ήταν πως ο Φώντας δεν τα κατάφερνε τόσο καλά στα μαθήματα, όσο εκείνος. Αυτό όμως δεν είχε σημασία, ούτε είχε αποτελέσει ποτέ αιτία για αντιπαράθεση.

Σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε το δρόμο του για την εκκλησία. Σήμερα ήταν η Κυριακή του άφρονος πλουσίου και στην ενορία τους θα παραβρισκόταν και ένας δεσπότης. Οι γονείς του είχαν πάει από πιο νωρίς, εκείνος όμως, όπως πάντα, συνήθιζε να αργεί λίγο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει πριν από ένα χρόνο, αλλά οι πληγές που είχε ανοίξει θα περνούσαν πολλά χρόνια έως ότου επουλώνονταν. Ο παπάς τους έλεγε ότι, αυτό που είχε συμβεί, ήταν θέλημα Θεού, για να ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά. Το τέλος του πολέμου είχε βρει ένα σχεδόν κατεστραμμένο πλανήτη, αλλά είχαν επιζήσει μόνον όσοι αγαπούσαν τον Θεό και σέβονταν τη θρησκεία. Οι υπόλοιποι, οι λάτρεις του σατανά, είχαν βρεθεί εκεί που τους άξιζε. Τώρα, γιατί μαζί με αυτούς είχε πάει και η οικογένεια του Φώντα, αυτό ποτέ του ο Ντένιος δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.

Είχε ήδη κλείσει τα δεκαεπτά του χρόνια και ολόκληρη η ζωή βρισκόταν μπροστά του, γι’ αυτό όφειλε να βλέπει τα πράγματα με αισιοδοξία. Ήταν πια αρκετά μεγάλος για να κρίνει λογικά και να παίρνει σωστές αποφάσεις. Μπορεί να ζούσαν στερημένα και οι συνθήκες διαβίωσής τους να μην ήταν οι ιδανικότερες, αλλά είχαν επιζήσει από ένα φοβερό πόλεμο και είχε αποδειχτεί ότι όλοι οι επιζώντες ήταν τα αγαπημένα τέκνα του Θεού. Άλλωστε, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν διέτρεχαν σχεδόν κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, αφού οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει με συμβατικές βόμβες και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πυρηνικά. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος που τολμούσε να περνάει άφοβα ανάμεσα από τα βομβαρδισμένα κτήρια.

Έφτασε έξω από την εκκλησία και πλησίασε στην είσοδο. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό και είδε ότι ήταν σχεδόν γεμάτη. Μπήκε κι εκείνος, άναψε το κεράκι του, προσκύνησε με ευλάβεια την μεγαλόπρεπη εικόνα του Χριστού και τραβήχτηκε σε μια άκρη. Παρακολούθησε όλη τη λειτουργία με κατάνυξη και στο τέλος έριξε όλο το βάρος της προσοχής του στον επίσκοπο που εμφανίστηκε με εντυπωσιακό τρόπο μπροστά τους. Ο ανώτατος ιερωμένος, ανέβηκε στον άμβωνα του ναού, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και ο Ντένιος αναρωτήθηκε σε τι αποσκοπούσε η εξεζητημένη εμφάνιση ενός απλού εκπροσώπου του Θεού.

«Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε το κήρυγμά του ο δεσπότης, «σήμερα είναι μια πολύ μεγάλη μέρα. Η παραβολή του άφρονος πλουσίου πρέπει να μας διδάξει πολλά. Ας μην ξεχνάμε τις δύσκολες καταστάσεις που περάσαμε και τις δυσκολίες που έχουμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε. Ο Θεός μας συμβουλεύει να είμαστε ευσεβείς, ταπεινοί, ολιγαρκείς, ελεήμονες και να μην επιθυμούμε τα μεγαλεία και τα πλούτη. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, μας λέει χαρακτηριστικά, δια στόματος του Χριστού. Ας είμαστε…», ο Ντένιος έπαψε να δίνει προσοχή στα λεγόμενα του δεσπότη. Έπιασε με την άκρη του ματιού του την Εύη, που στεκόταν στην απέναντι πλευρά της εκκλησίας και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή.

Δεν το περίμενε ότι θα τη συναντούσε. Δεν ήξερε ότι εκκλησιαζόταν εκεί. Είχε την εντύπωση ότι πήγαινε στην άλλη εκκλησία, απέναντι στο λόφο. Τώρα που την είδε να εμφανίζεται εκθαμβωτική απέναντί του, ξέχασε όλα τα άλλα και επικέντρωσε την προσοχή του επάνω της. Την πολιορκούσε εδώ και καιρό. Του άρεσε υπερβολικά και πίστευε ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Αντικρίζοντάς την εκεί, σκεφτόταν να βρει τρόπο με τον οποίον θα έπρεπε να ενεργήσει όταν θα τελείωνε η εκκλησία και θα έβγαιναν έξω, για να καταφέρει να την πλησιάσει. Πιθανότατα είχε έρθει με τους γονείς της, κάποια ευκαιρία όμως θα του δινόταν για να μιλήσει λίγο μαζί της.

Δεν έπαψε λεπτό να την κοιτάζει και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Η κοπέλα, κοκκίνισε ελαφρά, χαμογέλασε αδιόρατα και χαμήλωσε το κεφάλι της. Ο Ντένιος αναθάρρησε. Θεώρησε θετική την αντίδρασή της. Θα την ξεμονάχιαζε και θα της τα έριχνε στα ίσα. Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα γινόταν το κορίτσι του.

Μόλις ο δεσπότης τελείωσε το κήρυγμα και ο παπάς άρχισε να ψέλνει, «δι’ ευχών των αγίων πατέρων…», έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Βγήκε πρώτος από την εκκλησία και στάθηκε απέναντι από την έξοδο, περιμένοντας την εμφάνιση της Εύης. Καθώς παρακολουθούσε τον κόσμο, πρόσεξε το σκάφος που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι του ναού και πλησίασε κοντά του. Ήταν ένα καταπράσινο, γυαλιστερό αερόπλοιο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Το χάζευε με θαυμασμό, έχοντας όμως και το νου του να μη χάσει από τα μάτια του την Εύη. Κι ενώ αναρωτιόταν ποιος ήταν ο τυχερός που, σ’ εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, κατείχε ένα τόσο πολυτελές μεταφορικό μέσον, είδε το δεσπότη να βγαίνει από την πλαϊνή έξοδο του ναού και να κατευθύνεται προς το σκάφος. Ο πιλότος του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχος στη θέση του, μόλις είδε τον ιερωμένο, πετάχτηκε γρήγορα έξω κι έτρεξε να του ανοίξει την πόρτα.

Ο Ντένιος έμεινε ακίνητος, να κοιτάζει αποσβολωμένος τη σκηνή. Δεν χρειάστηκε να δει περισσότερα για να νιώσει να γκρεμίζονται όλα μέσα του. Μεμιάς, γέμισε η ψυχή του με αμφιβολίες. Χτένισε με το βλέμμα του τους ανθρώπους που έβγαιναν μέσα από την εκκλησία και ένιωσε το στόμα του να ξεραίνεται. Όλοι τους ήταν απλοί, φτωχοί και εξαθλιωμένοι άνθρωποι και αμφέβαλλε αν βρισκόταν κάποιος ανάμεσά τους, έστω ένας, που να ζούσε έτσι όπως ζούσε ο δεσπότης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αμφισβήτησε τα πάντα γύρω του. Ο κόσμος σίγουρα δεν ήταν όπως ήθελαν να τους τον παρουσιάζουν. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, τους είχε πει ο δεσπότης, ο ίδιος όμως ζούσε μέσα στη χλιδή.

Την ώρα που είδε την Εύη να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο, ήταν πλημμυρισμένος από ερωτηματικά. Εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε ποιο ήταν το σωστό και τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, για ένα πράγμα όμως ήταν εντελώς σίγουρος. Για ένα πράγμα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία, κι αυτό δεν ήταν άλλο από την απόφασή του, πως δεν επρόκειτο ποτέ πια στην υπόλοιπη ζωή του να ξαναπατήσει το πόδι του στην εκκλησία.



@ @ @ @ @ @ @ @



Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ(;) ΖΩΗ

    Μία από τις αντιφάσεις των θρησκειών, η μεγαλύτερη απ' όλες, είναι η δοξασία περί ύπαρξης μεταθανάτιας ζωής. Τελικά, λεβέντες με τα μαύρα ράσα, πεθαίνουμε ή δεν πεθαίνουμε; Γιατί, αν μεν παύουμε να ζούμε (αυτό δεν σημαίνει η λέξη ''θάνατος'';), τότε πώς γίνεται να συνεχίζεται η ζωή μας αλλού; Ο ισχυρισμός σας είναι ότι εκείνο που συνεχίζει να ζει είναι η ψυχή, αν όμως ανοίξετε κάποια εγκυκλοπαίδεια, θα μάθετε ότι οι έννοιες ''σώμα'' και ''ψυχή'' είναι αλληλένδετες. Χωρίς σώμα δεν υπάρχει ψυχή. Η ψυχή, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύνολο των ψυχικών φαινομένων που διαθέτει ο άνθρωπος, δηλαδή ''σκέψη'', διανόηση'', ''συναίσθημα'', ''βούληση'', κ.λ.π. Όταν επέλθει ο θάνατος, αυτά όλα αποδημούν μαζί με τον ''απελθόντα''. Οι εικασίες σας ότι η ψυχή μεταβαίνει σε άλλους κόσμους, κι εκεί επιβραβεύεται ή τιμωρείται, ανάλογα με τον τρόπο ζωής του κατόχου της, δεν ευσταθούν, για έναν ακόμα απλό λόγο. Αν η ψυχή είναι άϋλη, τότε πώς γίνεται να πηγαίνει στην κόλαση και να υφίσταται τα μαρτύρια που ισχυρίζεστε; Νιώθουν πόνο ο αέρας, το κενό, τα σύννεφα, τα οράματα; Πόνο νιώθουν μόνον οι ζωντανοί οργανισμοί, ή μήπως κάνω λάθος; Οι μεταφυσικές ιστοριούλες σας, είναι αναπόδεικτες, αφελείς και στοχεύουν στον εκφοβισμό του ποιμνίου. Αν πάλι υπάρχει μετά θάνατον ζωή, δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιείτε τη λέξη ''θάνατος'', γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενά σας, τελικά θάνατος δεν υπάρχει, όλοι όμως κλαίμε γι' αυτόν που μας άφησε, και που δεν πρόκειται να τον ξαναδούμε.
    Τώρα, θα μου πείτε ότι αυτά όλα είναι απόψεις των υλιστών και πως οι πνευματοκράτες διαφωνούν, το ζήτημα όμως είναι ότι οι υλιστές προσκομίζουν που και που και καμμιά αποδειξούλα, κάτι που εσείς, οι εκπρόσωποι των θρησκειών, αποφεύγετε να κάνετε. Οι υλιστές προβάλουν επιχειρήματα, εσείς προβάλετε υποθέσεις και ανυπόστατες θεωρίες. Είναι τόσες πολλές οι ανακρίβειες, οι υπερβολές και οι αντιφάσεις σας, που υποχρεώνουν, ακόμα κι ένα μικρό παιδί να αμφιβάλλει. Ειδικά στο ζήτημα της ''μετά θάνατον ζωής'', έχετε μπερδέψει τόσο πολύ τα πράγματα, ώστε πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής και ευκολόπιστος για να αποδεχτεί μια τόσο εξωφρενική θεωρία. Ποντάρετε στο φόβο του ανθρώπου για το άγνωστο και, κυρίως, για τον θάνατο, και εκμεταλλεύεστε αυτό του το συναίσθημα, να είσαστε όμως βέβαιοι ότι, μετά τον θάνατό του, θα πάψει να διακατέχεται από τέτοιου είδους συναισθήματα!