Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Άλλο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα.

...Τώρα όμως είχε αναθαρρήσει. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας για την κατοχύρωση των κληρονομικών δικαιωμάτων της, πετούσε σε πελάγη ευτυχίας. Αμέσως μετά θα άρχιζε την προσωπική της ‘’αναβάθμιση’’. Θα επισκεπτόταν τα ινστιτούτα αισθητικής και τα κομμωτήρια και θα μεταμορφωνόταν σε μανούλι. Για τον αδελφό της βέβαια δεν είχε στενοχωρηθεί ιδιαίτερα. Εκτός του γεγονότος ότι, όσο εκείνος ζούσε, οι σχέσεις τους δεν ήταν αγαθές, η ίδια ήταν και μοιρολάτρης και θεοφοβούμενη.


«Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού», είπε στην Αλίνα, όταν εκείνη της έκανε παρατήρηση για την εμφανή απουσία θλίψης και πένθους για τον χαμό του Βούγενα. «ΕΚΕΙΝΟΣ αποφασίζει για τη ζωή και για το θάνατο. Άλλωστε, μάλλον τον τιμώρησε για την απαράδεκτη συμπεριφορά του απέναντί μου», της είχε δικαιολογηθεί για την ψυχρή και ασυγκίνητη στάση της, δείχνοντας ταυτόχρονα με το δάχτυλό της προς τον ουρανό, και η αλήθεια ήταν ότι το πίστευε. «Στο κάτω-κάτω, εκείνος δεν ήταν που δεν μου μιλούσε και με είχε διαγράψει από αδελφή του; Εγώ δεν του είχα κάνει τίποτα. Γιατί λοιπόν να στενοχωρηθώ;».

Σ’ αυτό το θέμα ισχυριζόταν με αναίδεια ότι δεν είχε εντελώς άδικο που σκεφτόταν και αισθανόταν έτσι, ποτέ της όμως δεν αναρωτήθηκε ποια ήταν η βαθύτερη αιτία αυτής του της συμπεριφοράς απέναντί της. Γνώριζε βέβαια ότι είχε ψυχρανθεί με τον άντρα της, το φταίξιμο όμως το έριχνε όλο επάνω στον αδελφό της. Θεωρούσε πως, όποιο κι αν ήταν το πρόβλημα που είχε με τον Μπάζα, με εκείνην είχε υποχρέωση να μιλάει, κλείνοντας προκλητικά τα μάτια μπροστά στα τραγικά λάθη και τις παράλογες απαιτήσεις του συζύγου της, παρόλο που όλα αυτά ήταν κυρίως υπαίτια γι’ αυτήν την ψυχοφθόρα κατάσταση.

Αυτά όλα ανήκαν τώρα στο παρελθόν. Από τη στιγμή που απέκτησαν μια μεγάλη περιουσία, δεν είχαν να ανησυχούν για τίποτα. Η Μαρία πίστευε ότι, αυτή η εντυπωσιακή αλλαγή της ζωής τους προς το καλύτερο, ήταν θέλημα Θεού. Άλλωστε, γιατί να μην το πιστεύει; Εκείνη πήγαινε τακτικά στην εκκλησία, νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και προσευχόταν ευλαβικά κάθε βράδυ προτού πέσει για ύπνο, κάτω από το εικονοστάσι και το αναμμένο καντήλι, οπότε το θεώρησε σαν ανταμοιβή για την συνεπή και ανελλιπή εκτέλεση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τώρα, για ποιο λόγο, η γυναίκα του αδελφού της, η οποία ακολουθούσε κι εκείνη την ίδια ακριβώς θρησκευτική τυπολατρεία, είχε πεθάνει άδικα με εκείνον τον ξαφνικό και φριχτό τρόπο, ούτε που την απασχόλησε ιδιαίτερα.

«Δεν μπορούμε να ξέρουμε τις σκέψεις του κυρίου και Θεού μας», έλεγε σε όποιον της υπέβαλλε εκείνο το απλοϊκό ερώτημα. «Η μεγαλοσύνη του γνωρίζει καλύτερα από μας, κι εγώ δεν είμαι σε θέση να κρίνω τις αποφάσεις του. Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου».

Και κάνοντας επιδεικτικά ένα μεγάλο σταυρό, απέφευγε να προβεί σε άλλες εξηγήσεις, αδιαφορώντας αν οι άλλοι έδιναν την ίδια ή διαφορετική ερμηνεία σε λογικές, μεταφυσικές απορίες.

Την επόμενη μέρα θα άρχιζε την ‘’επισκευή’’ του εαυτού της, φιλοδοξώντας, όταν ερχόταν ο γιος της από την Ιταλία, να δυσκολευτεί να τη γνωρίσει. Σε λίγες μέρες ο μονάκριβος γιος της θα ερχόταν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας οριστικά την πολύχρονη, ατυχή προσπάθειά του για απόκτηση κάποιου πτυχίου...

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα.

    Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης του πτώματος, με τα μάτια στεγνά από δάκρυα, κι εν μέσω του επώδυνου και θλιβερού καθήκοντος που της επέβαλε η τυπική αυτή διαδικασία, η Μαρία επεξεργαζόταν νοερά τα δυο συνταρακτικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, που είχαν αλλάξει δραματικά τη ζωή της, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, τελικά, όλη η ζωή του ανθρώπου, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αλληλουχία συμπτώσεων και προσωπικών επιλογών κι ενεργειών. Αυτή ήταν μια φιλοσοφία διατυπωμένη από τα πολύ παλιά χρόνια, εκείνη όμως την αγνοούσε. Η δική της πεποίθηση ήταν ότι όλα επάνω στη γη καθορίζονταν από μια ανώτερη δύναμη και δεν παραδεχόταν καμιά άλλη εξήγηση. Απέρριπτε πεισματικά τις επιστημονικά αποδεδειγμένες θεωρίες και παρέμενε προσκολλημένη στις αστήρικτες δοξασίες  των ρασοφόρων. Κι έμελλε να συμβεί ένα τόσο τραγικό γεγονός, για να ανατραπούν εν ριπή οφθαλμού όλα όσα πίστευε. Η διάψευση των δογματικών απόψεων της θρησκείας, ήταν ακαριαία και ολοκληρωτική. Αισθάνθηκε προδομένη από τα πιστεύω της, κι ενώ ο πόνος που της είχε προκληθεί από τον ξαφνικό χαμό του παιδιού της ήταν αφόρητος, στο βάθος της ψυχής της ένιωθε και μια εύλογη ανακούφιση. Το θάνατο του μονάκριβου γιου της δύσκολα θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει, αλλά το θάνατο του δογματισμού και της θρησκοληψίας, τον ξεπέρασε σχεδόν αμέσως και με ιδιαίτερα μεγάλη ευκολία.      

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΌΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Για τη διατήρηση της ζωής και για την συνέχισή της, δύο είναι οι βασικές προυποθέσεις: Η τροφή και το σεξ, κι αυτό βέβαια είναι γνωστό σε όλους. Χωρίς λήψη τροφής, τα έμβυα όντα πεθαίνουν, και χωρίς ερωτική συνεύρεση, δεν γονιμοποιούνται τα ωάρια, οπότε σταματούν και οι γεννήσεις. Οι ιστορίες περί κρίνων κ.λ.π., απευθύνονται σε ευκολόπιστους και γίνονται πιστευτές από άτομα μειωμένης νοημοσύνης. Να όμως που οι δυο αυτές βασικές, απόλυτα φυσιολογικές, ευχάριστες και απαραίτητες σε μας λειτουργίες, έχουν ''ποινικοποιηθεί'' από τους άντρες με τα μαύρα. Τα διεστραμμένα μυαλά τους, μας προτρέπουν να απέχουμε, ή να επιδιδόμαστε με φειδώ και κάτω από προυποθέσεις σε αυτές τις δυο δραστηριότητες, για να μην πάμε στην κόλαση. Αυτές είναι εμπνεύσεις κάποιων σαλεμένων θεόπληκτων, που διατυπώθηκαν εδώ και δυο σχεδόν χιλιετίες, να όμως που εξακολουθούν να γίνονται αποδεκτές από μια μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας, δυστυχώς ακόμα και σήμερα. Αναζητώντας κάποια λογική εξήγηση για τις αιτίες που οδήγησαν αυτούς τους ''πατέρες'' της θρησκείας στην θέσπιση αυτών των τερατωδών και παράλογων θεωριών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν αποτέλεσμα της δικής τους ανορεξίας και ανοργασμικότητας. Πώς είναι δυνατόν, ο Θεός τους, ένα ανώτερο πλάσμα που δημιούργησε το θαύμα της ζωής, να καταφέρεται εναντίον φυσιολογικών πράξεων, των οποίων ο ίδιος υπήρξε εμπνευστής και δημιουργός;  Αυτή κι αν είναι η πιο μεγάλη αντίφαση της χριστιανικής θρησκείας. Όταν λοιπόν ακούω ανθρώπους να λένε, ''δεν τρώω γιατί νηστεύω'', ή ''απέχω από το σεξ σήμερα, γιατί είναι η τάδε γιορτή'', αισθάνομαι πολύ άσχημα. Νιώθω ότι ζω σε κάποια άλλη, μακρινή εποχή, σε μιαν άλλη, οπισθοδρομική κοινωνία. Η μόνη μου ελπίδα, ότι όλες αυτές οι ανοησίες θα πάψουν κάποια στιγμή να υπάρχουν, πηγάζει από το μαζικό και δυναμικό κίνημα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μέσα από το διαδίκτυο, κάτι που αγνοούσα πριν γίνω κι εγώ μέλος της κοινότητας του ίντερνετ. Η εκκλησία, βέβαια, αντιδρά και  ανθίσταται σθεναρά, για να μην χάσει τα κεκτημένα της, ελπίζω όμως τα παιδιά μας να καταφέρουν να απαλλαγούν οριστικά από το πέπλο του σκοταδισμού.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Διήγημα του Στέλιου Αρώνη                                          
                                                      Ο  ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ



    Η συνεδρίαση τελείωσε αργά το απόγευμα. Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και όλοι οι Σύμβουλοι είχαν μείνει ικανοποιημένοι. Τα μέτρα ήταν λίγο σκληρά για το λαό, ήταν όμως απολύτως απαραίτητα. Έτσι τουλάχιστον τους είχε προϊδεάσει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο οποίος τους είχε ζητήσει να αφήσουν στην άκρη τους συναισθηματισμούς και να ενεργήσουν ρεαλιστικά. Ψηφίζοντας το ριζοσπαστικό, νομοθετικό διάταγμα που ο ίδιος είχε προτείνει, θα κατάφερναν να σώσουν την Κομητεία τους από την πτώχευση και θα ατένιζαν το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Θα στριμώχνονταν λίγο στην αρχή (όχι οι ίδιοι βέβαια, αλλά οι πολίτες), στο τέλος όμως θα έδρεπαν τους καρπούς των κόπων και των θυσιών τους και θα κατάφερναν να επανακάμψουν δυναμικά.

    Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του Προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, και ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του Ανώτατου Άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο των ζωναριών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που είχε ψηφίσει κι εκείνος το νέο, αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.

    Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του Προέδρου, αλλά και των περισσοτέρων από τους Συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για το σπίτι του. Πλησιάζοντας κοντά στο σούπερ μάρκετ που βρισκόταν στη γειτονιά του, έκοψε ταχύτητα, με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποια ψώνια. Έβγαλε φλας δεξιά, προσπέρασε ένα μεσήλικο ζευγάρι που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες αποφάσεις κι αν έπαιρναν οι Άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.

    Μπήκε μέσα στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το όχημά του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει πριν από λίγο να κατευθύνεται στο σούπερ μάρκετ, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.

    Δεν μπήκε μέσα στο κατάστημα. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη, ήταν η πρώτη φορά μετά από τα δυο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, ήταν όμως πολύ αργά για να επανορθώσει.