Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο, σατυρικό μυθιστόρημά μου Ε.Φ.

Καθώς το σκάφος απογειωνόταν, έφερε στο νου της τη χθεσινοβραδινή τηλεοπτική πανδαισία. Έκανε ζάπινγκ μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί, κι αυτή ήταν και η αιτία που δεν κατάφερε να χορτάσει τον ύπνο της. Παρακολούθησε εκ περιτροπής και με θρησκευτική ευλάβεια το πρόγραμμα και των επτά τοπικών καναλιών, και είχε κατασταλάξει στο ποια εκπομπή θα πρότεινε στον εκπρόσωπο της ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. για να προβάλουν περισσότερο τη διαφήμιση της εταιρίας του. ‘’Οι Γευσιγνώστες της Στρογγυλής Τράπεζας’’, του καναλιού ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, ήταν η καταλληλότερη εκπομπή για να διαφημίσουν τα προϊόντα της αλυσίδας έτοιμων φαγητών του υποψήφιου πελάτη της.


Το πρόγραμμα εκείνο, εκτός της συγγένειάς του με το διαφημιζόμενο προϊόν, είχε και πολύ μεγάλη θεαματικότητα. Οι μετρήσεις το έφερναν στην πρώτη θέση με ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό. Σύμφωνα με τη γνώμη των τηλεκριτικών, η καταπληκτική επιτυχία της εκπομπής εκείνης, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη συμμετοχή σ’ αυτήν της Λάνα Νταρντάνα και η Τζωρτζέτα δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με αυτήν την άποψη. Για μια ακόμα φορά το προηγούμενο βράδυ, η εκπρόσωπος των καλλιεργητών μαϊντανού είχε κλέψει την παράσταση. Μπορεί κατά την τρίωρη διάρκεια της εκπομπής να είχε ξεστομίσει δώδεκα λέξεις όλες κι όλες, (εντάξει, θα δούμε, ίσως, καλά τα λέτε, τρώτε μαϊντανό γιατί κάνει καλό), τα βλέμματα όλων όμως ήταν στραμμένα επάνω της.

Μα τι πλούσιο μπούστο, τέλος πάντων, διαθέτει αυτή η κοπέλα, συλλογίστηκε η Τζωρτζέτα. Και με τι ωραίο τρόπο το παρουσιάζει στο γυαλί. Δικαιολογημένα όλοι οι τηλεθεατές, και ιδιαίτερα οι αρσενικοί, στήνονται με τις ώρες μπροστά στους δέκτες τους για να την απολαύσουν. Χτες το βράδυ έδωσε ρέστα. Φορώντας εκείνο το εκθαμβωτικό, κόκκινο φόρεμα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ, έκανε τον κόσμο να παραμιλάει.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ΑΖΩΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ από το μυθιστόρημα Ε.Φ. του Σ. Αρώνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ.




«Τα παιδιά μας δεν είναι δικά μας, μα όλου του κόσμου», ήταν μια φράση του πρύτανη του πανεπιστημίου, που ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην τελετή αποφοίτησης των τελειοφοίτων της σχολής χημικών. Η Ρόντα κοίταξε την κόρη της που στεκόταν καμαρωτή, φορώντας εκείνη τη χαρακτηριστική μπλε τήβεννο, στη δεύτερη σειρά των αποφοίτων, και σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε ο ομιλητής. Σε λίγο καιρό, το ήθελαν δεν το ήθελαν, τους άρεσε δεν τους άρεσε, τα παιδιά τους θα άνοιγαν τα φτερά τους και θα ξεκινούσαν τη δική τους ζωή, κι αυτή ήταν μια φυσική εξέλιξη που με τίποτα δεν μπορούσε να αποτραπεί. Θα έφευγαν από το πατρικό τους, θα έκαναν οικογένεια και θα άνοιγαν το δικό τους σπιτικό. Τι ποιο φυσιολογικό από αυτό; Και όμως κάποιοι γονείς δυσκολεύονταν να το αποδεχτούν και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν κι εκείνη. Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι θα τα έχουν για πάντα κοντά τους, πόσο λάθος όμως ήταν αυτό και κυρίως πόσο εγωιστικό.

Ο γιος της, ο Ζάκο, είχε τελειώσει τη σχολή των Μ.Μ.Ε. και εργαζόταν σαν δόκιμος στο κανάλι που δούλευε και η ίδια. Αυτόν τουλάχιστον τον είχε προς το παρόν κοντά της επαγγελματικά, το αύριο όμως κανένας δεν είχε την ικανότητα να το προβλέψει. Το τι θα γινόταν μελλοντικά με εκείνον, αλλά και με την κόρη της, δεν το γνώριζε. Τη Νόρα τη θεωρούσε ακόμα μικρή, ήταν το κοριτσάκι της, τα παιδιά όμως μεγαλώνουν γρήγορα. Πότε πήγαινε στο δημοτικό, πότε τελείωσε το λύκειο και τώρα το πανεπιστήμιο, ούτε που το είχε καταλάβει. Το μικρό, χαριτωμένο κοριτσάκι με τις ξανθές μπούκλες, τα τσακίρικα μάτια, το γελαστό μουτράκι και τα πολύχρωμα σοσόνια, είχε μεταμορφωθεί σε μια καλλίγραμμη, συμπαθέστατη γυναίκα, που σε λίγο καιρό, ίσως ακόμα και αύριο, θα έφευγε για αλλού.

Ακούγοντας τώρα τον πρύτανη να μιλάει έτσι, συνειδητοποίησε πόσο σωστά είχε εκφραστεί. Αυτή ήταν η φυσιολογική σειρά των πραγμάτων στη ζωή και όποιος έκανε το λάθος και δεν το αποδεχόταν, έβλαπτε τον εαυτό του. Κατάλαβε ότι εκείνο που είχε σημασία ήταν, όχι να βλέπει τα παιδιά της να τριγυρνούν συνέχεια γύρω από τα πόδια της, αλλά να μαθαίνει ότι είναι καλά στην υγεία τους, κι αν είναι δυνατόν, να νιώθει πως ζουν ευτυχισμένα. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν της ήταν όμως εύκολο να το χωνέψει πως θα έφευγαν για πάντα από κοντά της.

Μετά το τέλος του μικρού λογύδριου του πρύτανη, η Νόρα παρέλαβε το πτυχίο της κι έτρεξε να βρει τους γονείς της. Εκείνοι την αγκάλιασαν, τη φίλησαν και της ευχήθηκαν καλή σταδιοδρομία, αν και γνώριζαν από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη ήταν η επαγγελματική αποκατάσταση των νέων στις μέρες τους.

Χημικός, συλλογίστηκε η Ρόντα. Ειδικότητα που διάλεξε και αυτό το παιδί. Με πιθανότητα μία στις δέκα να βρει αμέσως δουλειά, μόνο στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε να απασχοληθεί, αλλά κι εκεί εφόσον υπήρχαν γνωριμίες. Όσο για καθηγήτρια σε σχολείο, αν καταφέρει να διοριστεί μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, θα πρέπει να είναι κι ευχαριστημένη.

«Εγώ θα πρότεινα», άκουσε το Φράξο να λέει, «να μην επιστρέψουμε αμέσως στο σπίτι, αλλά να πάμε κάπου να το γιορτάσουμε».

Η Ρόντα πάντοτε διακατεχόταν από μια μικρή δόση απαισιοδοξίας. Ακούγοντας τώρα τον άντρα της να μιλάει για εορτασμό, το θεώρησε άσκοπο. Ασφαλώς το παιδί τους είχε πάρει ένα δίπλωμα και είχε ήδη χρηστεί με τον τίτλο του επιστήμονα, ένα πτυχίο όμως από μόνο του δεν σήμαινε και πολλά πράγματα. Της φάνηκε λοιπόν πολύ ανεδαφικό αυτό που άκουσε. Άκου να πάνε να γιορτάσουν; Να γιορτάσουν, τι δηλαδή; Τη μακρά περίοδο ανεργίας που περίμενε τη θυγατέρα τους; Την απογοήτευσή της από τη συνεχή στο μέλλον και χωρίς αποτέλεσμα εναγώνια προσπάθειά της για εξεύρεση εργασίας; Εντάξει, σαν οικογένεια δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, αυτό όμως ελάχιστα απασχολούσε ένα νέο άνθρωπο με το δυναμικό χαρακτήρα της Νόρας. Εκείνη ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να απαγκιστρωθεί από την τσέπη των γονιών της.

Από την άλλη μεριά όμως, σκέφτηκε, δεν είναι σωστό να της μεταδώσω την απαισιοδοξία μου και να της χαλάσω τη διάθεση από την πρώτη κιόλας μέρα που πήρε το πτυχίο. Τις δυσκολίες θα τις συναντήσει μόνη της στην πορεία, δεν υπάρχει λόγος να τη στενοχωρήσω εγώ προκαταβολικά.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

                                                 Τ Ζ Ο Γ Ο Σ




Ακούγοντας τον τελευταίο καιρό μια διαφήμιση στο ραδιόφωνο για κάποιο καζίνο που… μοιράζει χρήματα, αναρωτήθηκα πόσο αφελείς και ευκολόπιστοι είναι μερικοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι θα πιάσουν την καλή μέσα σε κάποιο ναό της τύχης. Δελεασμένοι από τα παχιά και μεγάλα λόγια μιας επιχείρησης που υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, τρέχουν σαν αφηνιασμένοι πίσω από το όνειρο του εύκολου κέρδους, ενώ κατά βάθος γνωρίζουν ότι ο μόνος που κερδίζει σε αυτούς τους χώρους είναι ο επιχειρηματίας.

Συνήθως, την πρώτη φορά όλοι βγαίνουν κερδισμένοι, κι έτσι πατάνε την πεπονόφλουδα και γίνονται έρμαια στις αδηφάγες ορέξεις των επαγγελματιών του είδους. Τρώνε το δόλωμα σαν τα χαζά ψάρια των θαλασσών και μεταβάλλονται σε πιόνια. Το πάθος του τζόγου οδηγεί το θύμα σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, σε ένα δρόμο εξάρτησης και εξαθλίωσης. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως, κάποιος θαμώνας καζίνων ή χαρτοπαικτικών λεσχών ή ιπποδρόμου, να απεγκλωβιστεί έγκαιρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να πάψει να ποντάρει και να χάνει τα χρήματά του τόσο εύκολα, απ’ ό, τι όμως τυχαίνει να γνωρίζω, αυτή η περίπτωση είναι πολύ σπάνια, ίσως και ανύπαρκτη. Δυστυχώς, όποιος τσιμπηθεί από τη μύγα του τζόγου, είναι δύσκολο να γιατρευτεί. Η έξη αυτή λειτουργεί σαν ισχυρό ναρκωτικό και αποκλείει την πιθανότητα απεξάρτησης.

Φαντάζομαι ότι όλοι σας θα έχετε κάποιο παράδειγμα γνωστού σας προσώπου που τρέχει στους χώρους τυχερών παιχνιδιών. Γνωρίζετε μήπως αν κάποιος από αυτούς έχει λύσει το οικονομικό του πρόβλημα; Μάλλον το αντίθετο θα έχει συμβεί. Θα έχει χάσει τα πάντα και ίσως ακόμα θα έχει χρεωθεί για να μπορέσει να συνεχίσει να ασχολείται με το πάθος του. Ένα πάθος που έχει σαν συνέπεια το χάσιμο της αξιοπρέπειας του ατόμου, τη διάλυση οικογενειών, την απώλεια περιουσιών, την υπερχρέωση και την κατάληξη στην απόλυτη ανέχεια.

Τυχαίνει να γνωρίζω πολλούς από το φιλικό και οικογενειακό μου περιβάλλον που έχουν πέσει σε αυτήν την παγίδα, κι αυτό μου έχει δώσει τη δυνατότητα να βγάλω οριστικά συμπεράσματα για τα άτομα που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ‘’τζογαδόρους’’. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν και αναπνέουν μόνο για να παίζουν, για να ποντάρουν. Αδιαφορούν για τους άλλους, συχνά ακόμα και για την ίδια την οικογένειά τους. Απόμακροι και πωρωμένοι μέχρι το μεδούλι, δεν σκέφτονται τίποτ’ άλλο, παρά μόνο το πότε θα έρθει η ώρα να βρεθούν μέσα στον χώρο που στεγάζει τα απατηλά όνειρά τους, για να ρεφάρουν. Και η κατάληξη είναι μία. Να χάσουν τα πάντα και να πεθάνουν στην ψάθα. Το δυστύχημα είναι ότι, στην πτώση τους αυτή, παρασύρουν και τα οικεία τους πρόσωπα, στέλνοντας στη δυστυχία και τους άλλους. Από τα γνωστά μου πρόσωπα που ανέφερα πριν, δεν γνωρίζω ούτε ένα που να έχει βγει κερδισμένο από την ενασχόλησή του με το τζόγο. Αν τώρα εσείς γνωρίζετε κάποιον που να έχει πλουτίσει παίζοντας τυχερά παιχνίδια, η περίπτωσή του θα αποτελεί μιαν εξόχως τρανταχτή εξαίρεση, η οποία απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα!

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΙ ΕΓΩ

    Διάγω αισίως την έβδομη δεκαετία της ζωής μου και, η σχέση μου με τη χώρα στην οποία γεννήθηκα, παραμένει μάλλον αδιευκρίνιστη. Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι πρόκειται για μια σχέση λατρείας και μίσους. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της ζωής, εκτός από μερικά ολιγοήμερα ταξίδια σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχω ζήσει αλλού. Εδώ πήγα σχολείο, εδώ στρατεύτηκα, εδώ είδα δικτατορίες, πτώσεις βασιλέων και μεταπολιτεύσεις,  εδώ υπέστην πλύση εγκεφάλου από τα παραμύθια του θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου, εδώ παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια, κι εδώ τελικά συνταξιοδοτήθηκα. Το παράξενο είναι ότι, από τη μια νιώθω ευγνώμων που γεννήθηκα στην Ελλάδα, από την άλλη όμως αισθάνομαι άσχημα με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να είχα γεννηθεί κάπου αλλού, εννοείται βέβαια σε μια πολιτισμένη χώρα και όχι κάπου τριτοκοσμικά. Αν ισχυριζόμουν ότι δεν αγαπώ τη χώρα μου, θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Άλλωστε, αυτό μπορώ να το αποδείξω, αφού ακόμα και βιβλίο έχω γράψει για τον αρχαίο πολιτισμό μας με τίτλο ''Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ'', το οποίο πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και να κυκλοφορήσει  (Έχει ήδη εκδοθεί από τις εκδόσεις Μ. Βερέττας).
  Θιγμένος λοιπόν στο έπακρο από τους ανθρώπους που θέλουν να λέγονται Έλληνες (πολιτικούς, συνδικαλιστές, ρασοφόρους, καιροσκόπους, απατεώνες, κ.λ.π.), είναι φυσικό να νιώθω άσχημα για την τύχη μου που με προόρισε για κάτοικο αυτής της χώρας. Είμαι βέβαιος ότι αν είχα γεννηθεί σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, θα ζούσα καλύτερα, όχι τόσο από οικονομικής, όσο από πολιτισμικής και πολιτιστικής άποψης, και θα έδρεπα τους καρπούς των πνευματικών κόπων και προσπαθειών μου. Θλίβομαι όταν βλέπω ότι, η χώρα που γέννησε τον πολιτισμό, έχει ξεπέσει τόσο πολύ ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά. Τα όσα συμβαίνουν σήμερα, αποτελούν την αδιάσειστη απόδειξη ότι η ελληνική κοινωνία έχει διαβρωθεί, με την αμέριστη συμπαράσταση βέβαια των πολιτικών και του σιναφιού τους, οι οποίοι είναι και οι πρωτεργάτες όλης αυτής της παρακμής. Το θετικό είναι ότι γίνεται προσπάθεια από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων για επαναφορά μας στον πολιτισμό και τον ορθολογισμό, δεν ξέρω όμως αν εγώ και οι συνομήλικοί μου θα προλάβουμε να ζήσουμε την υλοποίησή του. Επικροτώ αυτήν την προσπάθεια και συγχαίρω αυτούς τους συμπολίτες μας που δεν φείδονται χρόνου, φαιάς ουσίας, κόπου και εξόδων για την ολοκλήρωση αυτού του ιερού σκοπού. Εύχομαι να βρουν τη δύναμη και να συνεχίσουν να πολεμούν το σκοταδισμό, την ανυποληψία και την αναξιοκρατία. Η δική μου συμμετοχή σε αυτό το κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι μικρή, ασήμαντη θα έλεγα, αυτό όμως δεν έχει σημασία. Έχω εμπιστοσύνη στη νέα γενιά και πιστεύω ότι θα κατορθώσει να επιφέρει την πολυπόθητη αλλαγή. Διαθέτει και τη δύναμη και τη βούληση για να αλλάξει αυτά που δεν μπορέσαμε εμείς. Αρκεί να το πιστέψει και να μην παρασύρεται από τις σειρήνες της παραπληροφόρησης.