Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΡΟΥΣΦΕΤΟΛΟΓΙΑ

                       Ο  ΡΩΜΙΟΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΡΟΥΣΦΕΤΙ

  Εαν νομίζετε ότι, σαν λαός, πάψαμε να εξαρτιόμαστε από το ρουσφέτι των πολιτικών, απατάσθε οικτρά. Η νοοτροπία αυτή μας έχει γίνει δεύτερη φύση και θα περάσει πολύ καιρός ακόμα μέχρι την ώρα που θα απαλλαγούμε οριστικά από αυτήν. Φοβάμαι ότι ίσως δεν συμβεί ποτέ αυτό. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο είναι μας, στο εγώ μας, στις συνήθειές μας, ώστε πρέπει να αλλάξουν δραματικά οι πολιτικοί συσχετισμοί, για να καταφέρουμε τελικά να τη διώξουμε από μέσα μας. Το περιστατικό που θα σας περιγράψω είναι πραγματικό και αντανακλά όλη την ουσία του θέματος.
  Τον τελευταίο χρόνο, όλοι βρίζουμε τους πολιτικούς, και κυρίως τους βουλευτές, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την κατάσταση της χώρας, και ζητάμε κάθαρση και διαφάνεια. Συζητώντας την περίοδο των εορτών με έναν συγγενή μου στην επαρχία για το ζήτημα αυτό, και για την ανάγκη ξεκαθαρίσματος της Βουλής από τα λαμόγια και τους δοσίλογους, τον βρήκα απόλυτα σύμφωνο μαζί μου. Όταν κάποια στιγμή τον ρώτησα: "Τι γίνεται με το γιο σου; Πώς τα περνάει στην Αθήνα;" τον άκουσα να μου απαντάει: ''Πώς να τα περνάει; Δουλεύει πολύ και κάνει μάλιστα δυο δουλειές για να τα βγάλει πέρα", επιβεβαιώνοντας έτσι το συμπέρασμα που πριν από λίγο είχαμε βγάλει, για την ανάγκη κάθαρσης του πολιτικού συστήματος. "Και τώρα πού βρίσκεται;" τον ρωτάω στη συνέχεια.
  "Έχει πάει να βρει το βουλευτή της περιφέρειας, για το ζήτημα της μετάταξής του. Τον συμβούλεψε ένας συνδικαλιστής από τη δουλειά του να το κάνει, επειδή, όπως του είπε, υπάρχουν κενές θέσεις εδώ, οπότε μπορεί θαυμάσια να φύγει απο την Αθήνα. Του εκμυστηρεύτηκε μάλιστα ότι του έχει μιλήσει ο ίδιος για την περίπτωσή του, κι ότι το θέμα θεωρείται τελειωμένο".
  Τον άκουσα και δεν πίστευα στα αυτιά μου. Διαπίστωσα την ανακολουθία λόγων και έργων του Ρωμιού, νιώθοντας μεγάλη απογοήτευση. Το αμαρτωλό τρίγωνο, βουλευτής-συνδικαλιστής-ψηφοφόρος, στεκόταν ακλόνητο στη θέση του, επιβεβαιώνοντας τους φόβους μου ότι το σύστημα μέσα στο οποίο μας έχουν εγκλωβίσει, ίσως δεν αλλάξει ποτέ. Η γάγγραινα του ρουσφετιού και της συναλλαγής, μας έχει ποτίσει μέχρι το μεδούλι, κι αν δεν κάνουμε μόνοι μας προσπάθεια να κόψουμε το αρρωστημένο μέλος, θα πεθάνουμε μαζί του. Η μειωμένη ααντίληψή μας, μας εμποδίζει να καταλάβουμε ότι, αν το πλοίο βουλιάξει, τότε θα πνιγούμε όλοι μαζί του.
  Δεν έδωσα συνέχεια στη συζήτηση. Κατάλαβα ότι δεν θα είχε κανένα νόημα. Από τη στιγμή που ο καθένας νιάζεται μονάχα για το μικροσυμφέρον του, για τον εαυτούλη του, η πολυπόθητη αλλαγή της νοοτροπίας, αποτελεί όνειρο απατηλό.
  Εντάξει ανόητε ψηφοφόρε. Τρέχα στο βουλευτή να σου λύσει το πρόβλημά σου. Δώσε του κι άλλη δύναμη, ώστε να συνεχίσει να σε καταδυναστεύει και να σε έχει του χεριού του.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΘΕΪΑΣ

                          ΣΕ ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ ΕΝΑ ΘΕΟ;




Στέλιος Αρώνης, 64 ετών, συγγραφέας, συν/χος ασφ/στής, από την Αθήνα.





Από τη στιγμή που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο στον οποίον ακουσίως είχα έρθει-όπως όλοι μας άλλωστε-το περιβάλλον που ζούσα μύριζε μονίμως λιβάνι και η ατμόσφαιρα του φτωχικού σπιτικού μας στα Πατήσια ήταν πάντοτε κατανυκτική, ενίοτε δε και καταθλιπτική. Τα μοναδικά βιβλία που κοσμούσαν τη μικρή μας βιβλιοθήκη ήταν οι βίοι κάποιων πεθαμένων ανθρώπων που τους ονόμαζαν αγίους. Η προσευχή πριν από το φαγητό και τον ύπνο ήταν υποχρεωτική, όπως βέβαια και η νηστεία τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, όπως και κατά τις περιόδους που επιτασσόταν από τας γραφάς. Τα βράδια, το συνεχές μουρμούρισμα του παππού μας, που απήγγειλε ψαλμούς από τα ‘’ιερά’’ του βιβλία, αποτελούσε τη συνηθέστερη βραδινή μας διασκέδαση. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, ήταν αυστηρά απαγορευμένη. Ο Κυριακάτικος εκκλησιασμός θεωρείτο κατάσταση αυτονόητη και άνωθεν επιβεβλημένη. Πολλές φορές εκεί με έντυναν παπαδάκι και συμμετείχα ενεργά στην διεκπεραίωση του τελετουργικού, και η αλήθεια ήταν ότι αυτό μου άρεσε λιγάκι, επειδή έμοιαζε με παιχνίδι και έσπαζε κάπως τη μονοτονία της παθητικής παρακολούθησης της λειτουργίας.

Μεγαλώνοντας, η επαναλαμβανόμενη επίσκεψή μου στην εκκλησία κάθε Κυριακή και το ανιαρό και μονότονο νιαούρισμα των ψαλτών και των ρασοφόρων, άρχισαν να με κουράζουν και να μην μου προκαλούν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πήγαινα υποχρεωτικά, λόγω συνήθειας, εξαναγκασμού και οικογενειακής παράδοσης. Στεκόμουν σε μια άκρη της εκκλησίας και περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το ‘’δι’ ευχών των αγίων πατέρων‘’, οπότε και εξερχόμουνα από αυτήν, ξεφυσώντας με ανακούφιση που το μαρτύριό μου είχε τελειώσει, γιατί πραγματικά, για μαρτύριο επρόκειτο. Μέχρι τα δεκατρία μου χρόνια, πήγαινα μαζί με τον αδελφό μου και τη μητέρα μου και πάντοτε από τα μαύρα χαράματα. Από τότε όμως και μετά, μην αντέχοντας άλλο αυτήν την βασανιστική εμπειρία, πήγαινα μόνος μου, αλλά πολύ αργότερα, για να μειώσω βέβαια σημαντικά το χρόνο της παρουσίας μου στη λειτουργία.

Όταν πήγαινα στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού, με έστειλαν στο κατηχητικό, όπου όμως δεν ‘’φοίτησα’’ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Νιώθοντας ανία μέχρι θανάτου και αποφασισμένος να βάλω τέλος σε αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση, έκανα την επανάστασή μου και δεν ξαναπήγα, προφασιζόμενος αδιαθεσία, έλλειψη χρόνου και πολλά διαβάσματα.

Ένα άλλο θρησκευτικό έθιμο που με στενοχωρούσε, με έκανε να ασφυκτιώ και με εκνεύριζε αφάνταστα, ήταν αυτό της εξομολόγησης. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να κατανοήσω το νόημα της αναγκαστικής απολογίας μου για προσωπικά μου θέματα, σε κάποιον τύπο που κρυβόταν πίσω από ένα παραβάν. Το απέφευγα συστηματικά, ιδίως όταν ύστερα από την επίσκεψη στο γυμνάσιό μας ενός παπά, τον οποίον είχε επιστρατεύσει ο γυμνασιάρχης μας, (ένας θρησκόληπτος μαθηματικός που τον είχαμε ‘’βαφτίσει’’ ‘’Θεό’’), για να μας εξομολογήσει, και του οποίου το μοναδικό ερώτημα σε όλα τα παιδιά ήταν, ‘’μήπως παίζεις το πουλάκι σου;’’

‘’Τι σε νοιάζει, ρε ανώμαλε άνθρωπε, τι κάνουν παιδάκια δεκατεσσάρων ετών με το πουλάκι τους; Τι νόημα έχει η ερώτησή σου; Τι σε κόφτει εσένα αν παίζουν με το πουλάκι τους; Το θεωρείς αμαρτία, ή μήπως η ερώτησή σου αποσκοπεί αλλού; Ξέρεις κάτι; Αυτό που η θρησκεία σου μας το παρουσιάζει σαν αμαρτία, είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο’’.

Από τότε, δεν ξαναπάτησα βέβαια το πόδι μου σε εξομολογητή. Σιχάθηκα εντελώς τους ρασοφόρους και τις βλακείες τους, θα περνούσε όμως αρκετός καιρός ακόμα μέχρι τη στιγμή που θα τους διέγραφα οριστικά από τα κατάστιχά μου.

Οι νουθεσίες της μητέρας μου και του παππού μου (πατέρας δεν υπήρχε λόγω εγκατάλειψης της οικογένειας) απέβλεπαν στην δημιουργία δύο πιστών και θεοσεβούμενων ανθρώπων (είχα και έναν μεγαλύτερο αδελφό), που μοναδικός σκοπός στη ζωή τους έπρεπε να είναι το συνεχές σταυροκόπημα, η νηστεία και οι ψαλμωδίες. Το ευτύχημα ήταν ότι ο παππούς μου ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία και η μητέρα μου εργαζόταν πολύ, οπότε εγώ, εκτός από τα μαθήματα του σχολείου, είχα το χρόνο, και κυρίως την ευχέρεια, να ασχοληθώ και με άλλες ασχολίες, οι οποίες με γέμιζαν και με ευχαριστούσαν.

Έτσι, τις ώρες της απουσίας των, το παλιό μας ραδιόφωνο έπαιζε μονίμως μουσική, που ήταν εξοβελισμένη και αφορισμένη από τον παππού μας, ενώ τα βιβλία και τα περιοδικά που δανειζόμουνα κρυφά από φίλους και συμμαθητές μου, αντικαθιστούσαν τους βίους των αγίων. Το τι ‘’μικρός ήρως’’, ‘’Ταρζάν και Γκαούρ’’, ‘’μάσκα’’, ‘’μυστήριο’’ ‘’μίκυ μάους’’, ‘’διάπλαση των παίδων’’, ‘’κλασσικά εικονογραφημένα’’, κι ένα σωρό ακόμα έντυπα της εποχής εκείνης παρήλασαν μπροστά από τα μάτια μου, δεν περιγράφεται. Παραδέχομαι ότι η ανάγνωση εκείνων των απολαυστικών κόμικς και κειμένων, με οδήγησε στα ίχνη ενός άλλου κόσμου, εντελώς διαφορετικού από εκείνον που προσπάθησε να μου επιβάλει και να με κάνει να πιστέψω σαν τον μοναδικά πραγματικό, το οικογενειακό μου περιβάλλον. Όταν μάλιστα, μετά τα έντεκά μου, άρχισα να πηγαίνω κρυφά και στον κινηματογράφο, η αντίληψή μου για τον κόσμο άρχισε να αλλάζει σημαντικά. Ο παππούς μου τον κινηματογράφο τον ονόμαζε σατανογράφο, ήταν όμως τόσο μεγάλη η προσκόλλησή του στην εκκλησία και τόσο χτυπητή η αδυναμία του να αντιληφθεί τι ακριβώς γινόταν γύρω του, (φρόντιζα βέβαια κι εγώ να παίρνω πάντοτε τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης), που δεν έμαθε ποτέ ότι εγώ ήμουν ένας από τους συχνότερους επισκέπτες των σκοτεινών αιθουσών, διαφορετικά, αλίμονό μου.

Παρόλα αυτά, η πεποίθησή μου ότι υπήρχε κάποια ανώτερη δύναμη, που μας παρακολουθούσε και καθόριζε τις τύχες μας, ήταν κάπως δύσκολο να αμφισβητηθεί. Η πλύση εγκεφάλου, το θρησκόληπτο περιβάλλον και οι φοβίες που είχαν εμφυτεύσει στον εύπλαστο παιδικό εγκέφαλό μου, με είχαν καταστήσει άτομο εξαρτώμενο κατά κάποιο τρόπο από όλες αυτές τις ανοησίες. Δυστυχώς, την εποχή εκείνη, η προσκόλλησή μου στο άρμα της θεοκρατίας ήταν πολύ ισχυρή. Ο επηρεασμός μου από μια άκρως θρησκόληπτη, οπισθοδρομική και μοιρολατρική οικογένεια, δεν ήταν εύκολο να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη.

Η αντίστροφη μέτρηση, η αμφισβήτηση, άρχισε μια σημαδιακή Κυριακή στα δεκαεπτά μου. Είχα πάει, όπως έκανα σχεδόν κάθε Κυριακή, στην εκκλησία της γειτονιάς μου και παρακολούθησα εντελώς ανόρεχτα και μηχανικά τη λειτουργία. Στο τέλος και λίγο πριν το ‘’δι’ ευχών’’, ένας δεσπότης, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του, ανέβηκε στον άμβωνα και άρχισε να βγάζει έναν πύρινο λόγο για τους αμαρτωλούς πλουσίους και για τη ματαιότητα του πλουτισμού. ‘’Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης’’, φώναξε, τελειώνοντας ο δεσπότης, ενώ εγώ δεν έβλεπα την ώρα να βγω έξω για να συναντήσω τα φιλαράκια μου.

Βγαίνοντας έξω, αντίκρισα στο δρόμο ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι της εκκλησίας και πλησίασα κοντά του για να το θαυμάσω. Ήταν μια καταπράσινη MERCEDES 280 SE, με τον οδηγό της να περιμένει στη θέση του τον ευτυχή κάτοχο αυτού του πανάκριβου αυτοκινήτου, σε μια εποχή που η απόκτηση ιδιωτικού μεταφορικού μέσου ήταν άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους από όλους εμάς τους υπόλοιπους. Το χαστούκι που δέχτηκα, όταν διαπίστωσα ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν ο ίδιος ο δεσπότης, ήταν πολύ ισχυρό. Είδα τον ρασοφόρο να βγαίνει από την πλαϊνή πόρτα του ναού και τον οδηγό να τσακίζεται να τρέξει να του ανοίξει την πίσω πόρτα. Προς στιγμήν τα έχασα. Βλέποντας έναν ‘’πολέμιο’’ του πλούτου να ζει μέσα στη χλιδή, άργησα να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς συνέβαινε.

‘’Πώς είναι δυνατόν’’, αναρωτήθηκα, ‘’ο άνθρωπος που, πριν από λίγα μόλις λεπτά, μας προέτρεπε να μην πλουτίζουμε, να ακυρώνει με τη συμπεριφορά του τα λεγόμενά του, και μάλιστα με τόσο καταφανή και ξεδιάντροπο τρόπο;’’

Το γεγονός εκείνο, εκτός από την τελεσίδικη απόφασή μου να μην ξαναπατήσω το πόδι μου στην εκκλησία, έμελλε να αποτελέσει και την απαρχή της αμφισβήτησής μου για ό, τι είχε σχέση με τη θρησκεία. Η ανακολουθία λόγων και έργων του δεσπότη, μου έδωσε το έναυσμα να αρχίσω να ερευνώ. Η ρήση του ευαγγελίου ‘’πίστευε και μη ερεύνα’’ μου φάνηκε τόσο γελοία, τόσο ανόητη, που αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δεν είχα αρχίσει την έρευνα λίγο νωρίτερα. Από τη μέρα εκείνη, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Διαβάζοντας ιστορία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, αλλά και όλους τους μεγάλους συγγραφείς της λογοτεχνίας, ο μύθος του Θεού και οι παιδιαρώδεις ισχυρισμοί των εκπροσώπων της εκκλησίας για την ύπαρξή του, κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Ομολογώ ότι περισσότερο απ’ όλους με επηρέασαν οι Γάλλοι διαφωτιστές, οι οποίοι με βοήθησαν να κατασταλάξω στις αθεϊστικές μου απόψεις. Η αντίληψη ότι στη ζωή χρειαζόμουν πολλά άλλα πράγματα, εκτός από κάποιον ανύπαρκτο Θεό, μου έγινε πεποίθηση. Κατάλαβα ότι ο αλληλοσεβασμός, η ηθική συγκρότηση του ατόμου και η φυσιολογική ζωή και συμπεριφορά του ανθρώπου, μπορούν να υπάρξουν θαυμάσια και χωρίς τις νουθεσίες, τις ανόητες δοξασίες και τις φοβέρες των φαιδρών εκπροσώπων των θρησκειών.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ

                                   ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ



Κατά την προσωπική μου γνώμη, η προκατάληψη είναι μια ιδιαίτερα σοβαρή διαταραχή του ανθρώπινου νου. Εκτός του γεγονότος ότι δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να δει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση, τον ωθεί και στη λήψη εσφαλμένων αποφάσεων και ενεργειών, καθώς και στην εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων. Το δυστύχημα είναι ότι βρίσκεται μέσα σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Φοβάμαι ότι ίσως υπάρχει μέσα σε όλους μας, βέβαια σε άλλους σε μικρότερο και σε άλλους σε μεγαλύτερο βαθμό. Ο επηρεασμός μας από αυτήν είναι μεγαλύτερος ακόμα και από τον επηρεασμό που δεχόμαστε από αυτά που βλέπουν τα ίδια μας τα μάτια, από αυτά που ερεθίζουν τις αισθήσεις μας, ή από έρευνες και θεωρήματα που είναι επιστημονικά αποδεδειγμένα. Χωρίς υπερβολή, αλλοιώνει και αυτήν την ίδια την πραγματικότητα. Αμβλύνει ή οξύνει (αυτό εξαρτάται από την θετική ή αρνητική άποψη που έχουμε για το υπό θεώρησιν αντικείμενο) τη γνώμη μας για κάποιο πρόσωπο, για κάποιο δημιούργημα, για κάποια ενέργεια, ή για κάποιο γεγονός, υποχρεώνοντάς μας να μην κρίνουμε σωστά, να εκφραζόμαστε με απρέπεια και να προβαίνουμε σε πράξεις που αντίκεινται στη λογική.

Είναι κοινά αποδεκτό ότι η προκατάληψη συναντάται κυρίως σε ανθρώπους χαμηλής μόρφωσης. Δυστυχώς όμως διακατέχει και αρκετά μορφωμένα άτομα, τα οποία συνήθως είναι μπολιασμένα με ακραίες ιδέες και αντιλήψεις. Και δεν είναι τυχαίο που, τα άτομα αυτών των δύο κατηγοριών, είναι περισσότερο φανατισμένα από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Από αυτό και μόνο, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι η προκατάληψη συγγενεύει άμεσα με το φανατισμό. Ας μην κρυβόμαστε λοιπόν πίσω από το δάχτυλό μας και ας μην εθελοτυφλούμε. Ασφαλώς και πρέπει όλοι μας να έχουμε άποψη και ασφαλώς και πρέπει να διεκδικούμε σθεναρά το δικαίωμά μας να την εκφράζουμε ελεύθερα, αλλά μέχρις εκεί. Το ίδιο ακριβώς δικαίωμα έχουν και οι άλλοι. Οι λεκτικές κορώνες, οι ύβρεις, η λάσπη, η απαξίωση, ο καταναγκασμός, η εκδίωξη, η βία και ο φανατισμός, σπιλώνουν ανεξίτηλα τον τίτλο που έχουμε δώσει μόνοι μας στο γένος μας και που θέλει να μας εμφανίζει σαν ‘’ανώτερα και πολιτισμένα όντα’’.

Αυτά που προανέφερα είναι βέβαια τα αποτελέσματα, γιατί η αιτία που τα προκαλεί όλα αυτά είναι άλλη. Επιμένω λοιπόν ότι, κατά την ταπεινή μου πάντοτε γνώμη, ο βασικότερος υπεύθυνος για την εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων, για την έλλειψη ευθυκρισίας καθώς και για την εκδήλωση ακραίων ενεργειών, είναι η προκατάληψη. Καιρός είναι να βγάλουμε τις παρωπίδες που μας έχουν φορέσει και να προσπαθήσουμε επιτέλους να κρίνουμε τα πράγματα με όσο μεγαλύτερη νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα γίνεται. Λίγο δύσκολο, δεν αντιλέγω, αλλά μια μικρή προσπάθεια δεν βλάπτει. Ας πούμε ΟΧΙ στην προκατάληψη!

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Α Ν Ε Κ Δ Ο Τ Ο

                                             Α Ν Ε Κ Δ Ο Τ Ο




Είναι η ώρα του μαθήματος των θρησκευτικών στο σχολείο και ένα παιδάκι της τρίτης δημοτικού, ο Άρης, σηκώνει το χέρι του και λέει στον δάσκαλό του:

ΑΡΗΣ: Κύριε, μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε το E-MAIL του Υψίστου, για να του στείλω ένα μήνυμα;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μα τι λες τώρα, παιδάκι μου; Ο Θεός δεν έχει υπολογιστή!

ΑΡΗΣ: Δεν έχει; Καλά, και πώς επικοινωνεί με τους ανθρώπους;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ε…, χμ…, μα με την προσευχή. Το βράδυ που θα πας για ύπνο, κάνε την προσευχή σου και ζήτα του ό, τι θέλεις.

ΑΡΗΣ: Μα, καλέ κύριε, το έχω κάνει πολλές φορές αυτό που μου λέτε, αλλά ο Θεός δεν μου απαντάει. Ξέρετε, δεν έχω εμπιστοσύνη σε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας. Ο Κύριος έχει μάλλον πρόβλημα ακοής.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Έλα τώρα, Άρη. Τι είναι αυτά που λες; Ο Θεός βλέπει και ακούει τα πάντα.

ΑΡΗΣ: Ε, τότε γιατί δεν με άκουσε τότε που του είπα ότι θέλω το καινούριο μου αδελφάκι να είναι αγόρι και τελικά η μητέρα μου γέννησε κορίτσι, ή τότε που του ζήτησα να μην διώξουν τον πατέρα μου από τη δουλειά του, αλλά την επόμενη κιόλας μέρα τον απέλυσαν;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Γιατί αυτό ήταν το θέλημά Του!

ΑΡΗΣ: Μα, αν γίνεται πάντα το δικό του, τότε εμείς γιατί να μπαίνουμε στον κόπο να του στέλνουμε μηνύματα; Ξέρετε κάτι, τελικά, ακόμα και να είχε E-MAIL, εγώ δεν θα επικοινωνούσα μαζί του. Θα ήταν χαμένος χρόνος. Εγώ λέω, καλύτερα να τον αφήσουμε στην ησυχία του. Απ’ ό, τι κατάλαβα, μάλλον εκνευρίζεται να ασχολείται μαζί μας, γι’ αυτό και αποφεύγει να μας κάνει τα χατίρια.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Άρη, θα σε μαλώσω. Πώς εκφράζεσαι έτσι για τον Κύριο και Θεό μας; Είναι μεγάλη αμαρτία! Αύριο κιόλας να πας να εξομολογηθείς!

ΑΡΗΣ: Καλά, καλά, δεν θα το ξανακάνω. (Μένει για λίγο σκεφτικός). Εξάλλου βρήκα τι πρέπει να του λέω στην προσευχή μου. Θα του ζητάω πάντοτε το αντίθετο από αυτό που στην πραγματικότητα επιθυμώ, οπότε θα γίνεται το δικό του, δηλαδή αυτό που τελικά θέλω εγώ!

Στέλιος Αρώνης

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Η ΠΕΡΙΦΡΑΞΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

                                                   Η ΠΕΡΙΦΡΑΞΗ




Ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση η δημιουργία φράχτη κάποιων χιλιομέτρων στην περιοχή του Έβρου, για την παρεμπόδιση παράνομης εισόδου μεταναστών στην πολύπαθη χώρα μας. Το είδαμε στις τηλεοράσεις και το ακούσαμε από το στόμα του ίδιου του υπουργού και αναρωτηθήκαμε αν είδαμε και αν ακούσαμε καλά. Εντάξει, δεν γνωρίζουμε τις πραγματικές προθέσεις αυτών που αποφάσισαν να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια, αν και τις υποψιαζόμαστε, αλλά πείτε μου κάτι: μας περνούν για εντελώς ηλίθιους, ή μήπως οι ίδιοι είναι τόσο ηλίθιοι που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους;

Θα κάνω μια απλή υπόθεση, για να αντιληφθείτε για τι ακριβώς μιλάω: Έχω ένα μεγάλο κτήμα το οποίο συνορεύει από τη μία πλευρά με ένα ποτάμι, από την άλλη με την ξηρά και από τις υπόλοιπες δύο με τη θάλασσα. Θέλω τώρα να αποτρέψω την είσοδο ανεπιθύμητων επισκεπτών σε αυτόν τον ιδιωτικό χώρο και κατασκευάζω ένα συρματόπλεγμα στην πλευρά που βρίσκεται δίπλα στο ποτάμι, αφήνοντας ελεύθερες τις υπόλοιπες τρεις πλευρές. Βλέποντας λοιπόν κάποιος το έργο μου, τι συμπέρασμα θα βγάλει; Απλώς θα κουνήσει το κεφάλι του και θα σχολιάσει: ‘’Αυτός μάλλον χρειάζεται γιατρό. Μα καλά, πιστεύει ότι έτσι εξασφάλισε το άβατο του χώρου του;’’

Το ίδιο ακριβώς σκέφτηκαν και είπαν όλοι όσοι το άκουσαν. Δε νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας που να πιστεύει ότι, με αυτό το κατασκεύασμα, θα αλλάξει κάτι και πως θα λυθεί το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης. Επειδή όμως εγώ είμαι πολέμιος της προκατάληψης, θα κρατήσω μια μικρή επιφύλαξη. Θα περιμένω τα αποτελέσματα αυτής της ενέργειας και ύστερα θα τοποθετηθώ οριστικά. Όλες οι πράξεις κρίνονται εκ του αποτελέσματος, οπότε τότε θα κρίνουμε κι εμείς αυτήν την τόσο ‘’έξυπνη’’ κίνηση της εξουσίας.



Στέλιος Αρώνης