Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Το πρώτο κεφάλαιο από το ομώνυμο πολιτικό μου θρίλερ.


ΕΝΑ.




Η περίπτωση του υπουργού περιβάλλοντος Χαράλαμπου Λιαμπέλη ήταν χαρακτηριστική, αν και όχι μοναδική. Κακά τα ψέματα, ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για πολιτικός, είχε το χάρισμα να ηγείται, κι ας διαδιδόταν ότι οι άνθρωποι του οικογενειακού του περιβάλλοντος τον θεωρούσαν ανίκανο να διαχειριστεί ακόμα και τα του οίκου του. Ό, τι και να έλεγαν, όσο και να τον συκοφαντούσαν, ο πολυτάλαντος εκείνος άνθρωπος, τις δημόσιες υποθέσεις τις έπαιζε στα δάχτυλα. Διέθετε την εντυπωσιακή ικανότητα να πείθει το συνομιλητή του και μάλιστα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Είτε είχε δίκιο, είτε είχε άδικο, στο τέλος δικαιωνόταν πανηγυρικά. Από την άλλη, όλες οι συναλλαγές για τα έργα αρμοδιότητας του υπουργείου του, περνούσαν από τα χέρια του και η κατάληξη ήταν να γίνεται το δικό του, πάντοτε όμως με το αζημίωτο. Βλέπετε, ο άνθρωπος μοχθούσε για το ‘’συμφέρον’’ της πατρίδας, κι έπρεπε να πάρει κι αυτός το κατιτίς του. Γύρω από αυτόν σέρνονταν διάφορα τρωκτικά, τα οποία τον εξυπηρετούσαν στις ‘’νομιμοφανείς’’ δουλειές του, αποκομίζοντας κι εκείνα το μερίδιό τους και φροντίζοντας να κρατούν το στόμα τους κλειστό για τα όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Το δημόσιο χρήμα έρρεε άφθονο και σπαταλιόταν χωρίς φειδώ και η νοσηρή αυτή κατάσταση κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου μια μέρα ένας θαρραλέος υπάλληλος της υπηρεσίας του, τα έβγαλε όλα στη φόρα. Δημιουργήθηκε μια άνευ προηγουμένου αναταραχή, ο υπουργός και οι κόλακες που τον περιτριγύριζαν ορκίζονταν ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και η υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Μετά από ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, βγήκε επιτέλους η απόφαση του δικαστηρίου. Η δικαιοσύνη, φροντίζοντας να επαληθεύσει τη ρήση που την θέλει να είναι τυφλή, δεν βρήκε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του, αθωώνοντας τελικά τον επίορκο δημόσιο λειτουργό.

Το γεγονός εκείνο, αν και δεν ήταν το μοναδικό που μαρτυρούσε ότι μια αβάσταχτη δυσωδία αναδυόταν μέσα από τα σπλάχνα της πολιτικής ζωής του τόπου, θα περνούσε ίσως χωρίς άλλη συνέχεια και θα ξεχνιόταν γρήγορα, αν δεν συνέβαιναν δυο πολύ ηχηρά περιστατικά. Το πρώτο, ήταν η τύχη του υπαλλήλου που είχε τολμήσει να καταγγείλει τον υπουργό, και που δεν ήταν άλλη από την απόλυσή του από τον δημόσιο τομέα και η καταδίκη του σε φυλάκιση, συνεπεία των μηνύσεων που του έγιναν από τους ‘’θιγμένους’’ του υπουργείου. Η αδικία εκείνη σε βάρος του άτυχου υπαλλήλου, εξαγρίωσε την κοινή γνώμη και υποχρέωσε μια παράνομη οργάνωση με την επωνυμία ΟΜΑΔΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, να απειλήσει ότι θα προβεί σε ακραίες ενέργειες. Αυτό ήταν το δεύτερο περιστατικό, το οποίο ήταν και το μοναδικό που ανησύχησε λίγο τον υπουργό. Η ΟΜ.Α.Δ., όπως την αποκαλούσαν τα Μ.Μ.Ε., έστειλε μια προκήρυξη στις εφημερίδες, απειλώντας ανοιχτά τον Λιαμπέλη και προειδοποιώντας τον ότι θα πλήρωνε με τη ζωή του για τα όσα αισχρά του καταμαρτυρούσαν ότι είχε κάνει.

Η ΟΜΑΔ ήταν μια χαμηλών τόνων οργάνωση, που η δράση της περιοριζόταν σε προκηρύξεις και η μοναδική δυναμική ενέργειά της ήταν η τοποθέτηση πριν από ένα χρόνο ενός εκρηκτικού μηχανισμού στα γραφεία κάποιου μεγαλοεργολάβου που είχε κατηγορηθεί για παράνομες συναλλαγές και απάτες. Η δραστηριότητά της εξαντλούνταν κυρίως στη δημοσίευση αντιεξουσιαστικών κειμένων, κι αυτός ήταν και ο λόγος που κανένας δεν πίστεψε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή της.

Ο υπουργός, μόλις το πληροφορήθηκε, περιορίστηκε στο πάρσιμο κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, σχολίασε αρνητικά την προκήρυξη, διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τον πόλεμο που γινόταν άδικα σε βάρος του και κλείστηκε πάλι στον εαυτό του, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να εξαπατά. Συζητώντας το μάλιστα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, καθώς και με την οικογένειά του, έμεινε ήσυχος ότι τίποτα δεν επρόκειτο να του συμβεί. Όλοι ανεξαιρέτως τον διαβεβαίωναν ότι δεν είχε λόγο να φοβάται για τη ζωή του. Κανένας, του έλεγαν και ξανάλεγαν, δεν έχει τα κότσια να σε αγγίξει.

«Κανένας δεν πρόκειται να σε πειράξει», τον καθησύχασε και ο υπουργός τηλεπικοινωνιών και προσωπικός του φίλος Τηλέμαχος Σκαρλώτας. «Αυτοί οι τύποι, που έτσι κι αλλιώς δεν θ’ αργήσουν να συλληφθούν, είναι θρασύδειλοι. Βγάζουν προκηρύξεις και θέλουν να μας κάνουν μαθήματα ηθικής, ενώ στην ουσία είναι κάποιοι αναρχικοί νεαροί, που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και στρέφονται ανοιχτά κατά της δημοκρατίας».

Κάθονταν οι δυο τους στο σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος του Λιαμπέλη και έπιναν το ποτό τους, συζητώντας για διάφορα θέματα. Η γυναίκα του με την κόρη του έλειπαν για ψώνια στο Λονδίνο και η απουσία τους, του έδινε πάντα την ευκαιρία να καλεί στο σπίτι άτομα που εκείνες δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κι ένα από αυτά ήταν και ο Σκαρλώτας.

«Δεν αμφιβάλλω ότι είναι έτσι όπως τα λες», συμφώνησε μαζί του ο Λιαμπέλης, «αλλά καλό θα είναι να έχω πάρει και τα μέτρα μου, δε νομίζεις;. Δεν έχω σκοπό, τώρα που κατάφερα να αποκτήσω στη ζωή μου όλα αυτά που είχα ονειρευτεί, να τα χαραμίσω έτσι άδικα».

«Ασφαλώς, και μάλιστα κάνεις πολύ καλά. Πες μου όμως με την ευκαιρία κάτι. Τι γίνεται τελικά με την υπόθεση του Βραχοπεδίου; Ο αντιπρόεδρος με διαβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, κι ότι σύντομα θα προχωρήσουμε στην ανταλλαγή, θα ήθελα όμως να το ακούσω και από σένα».

«Σε δυο-τρεις μέρες η υπόθεση θα έχει τελειώσει οριστικά. Ο γέροντας συμφώνησε να μας δώσει δέκα εκατομμύρια, κι εμείς σε αντάλλαγμα θα του παραχωρήσουμε όλη την έκταση του Βραχοπεδίου. Ξέρεις τι θα την κάνουν ε; Θα την αξιοποιήσουν τουριστικά και θα γίνει αγνώριστη. Οι μοναχοί βέβαια θα βγάλουν πολλά περισσότερα από αυτά που θα μας δώσουν, αλλά χαλάλι τους. Σημασία έχει ότι εμείς θα βάλουμε στην τσέπη τόσα λεφτά, όσα δεν θα βγάζαμε από τη δουλειά μας ούτε σε δέκα χρόνια».

«Έτσι μπράβο! Τέτοια θέλω να ακούω!» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Σκαρλώτας. «Άσε τα κακόμοιρα ανθρωπάκια να προβαίνουν σε ανόητες ηθικές νουθεσίες και λεονταρισμούς κι εσύ κοίτα να αξιοποιήσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά τα ‘’θεόσταλτα’’ χρήματα».

Ο Λιαμπέλης γέλασε με το χαρακτηρισμό. Σκέφτηκε ότι ήταν πετυχημένος και απόλυτα δικαιολογημένος. Αφού θα έπαιρναν χρήματα από μοναστήρι, ήταν σίγουρο ότι τους τα έστελνε ο ίδιος ο Θεός. Ήταν οι εκλεκτοί του και αμείβονταν γι’ αυτήν τους την ιδιότητα.

«Αυτό ακριβώς έχω σκοπό να κάνω», είπε με αποφασιστικότητα και σηκώθηκε από τη θέση του για να ξαναγεμίσει το ποτήρι του. «Θέλεις ακόμα ένα;» ρώτησε τον Σκαρλώτα.

«Όχι, Χαράλαμπε, σ’ ευχαριστώ», αρνήθηκε με ευγένεια την προσφορά και σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος. «Πρέπει να φύγω. Καληνύχτα λοιπόν και τα λέμε αύριο στο υπουργικό συμβούλιο».

Μόλις ο Σκαρλώτας αποχώρησε, ο Λιαμπέλης πήρε το ποτό του, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. Από κάτω απλωνόταν η πόλη που τον είχε αναδείξει στο υψηλό αξίωμά του και η φωτισμένη θέα της τον έκανε να νιώσει πολύ ευχάριστα. Ικανοποιημένος από όλα όσα είχε πετύχει μέσα στα τρία και κάτι μόλις χρόνια της υπουργικής του θητείας, κάθισε σε μια πολυθρόνα, για να απολαύσει τη στιγμή. Αναλογίστηκε ότι σε λίγες μέρες θα έμπαιναν στην τσέπη του δυο ολόκληρα εκατομμύρια-το μερίδιό του από την πώληση του Βραχοπεδίου στους μοναχούς-και κατάλαβε ότι είχε πια φτάσει η ώρα να τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά και τους δικούς του συγγενείς. Το σόι της γυναίκας του το είχε ήδη αποκαταστήσει, δεν είχε όμως ακούσει από το στόμα τους ούτε ένα ευχαριστώ. Είχε χτίσει μια ολόκληρη πολυκατοικία στην πεθερά του, είχε αγοράσει ένα πλήρως εξοπλισμένο βιομηχανικό κτήριο στον κουνιάδο του, είχε πάρει ένα ολόκληρο εμπορικό κέντρο στη γυναίκα του και είχε δωρίσει μια εξοχική βίλα στην φαντασμένη την κόρη του. Παρόλα αυτά, εκείνοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Προφανώς ήθελαν περισσότερα.

«Α, τους αχάριστους», μονολόγησε. «Ε, όχι κι έτσι. Αυτή τη φορά έχουν σειρά οι δικοί μου. Καιρός είναι να πάρουν και αυτοί ό, τι δικαιούνται. Τα δικά μου αδέλφια, δηλαδή, δεν έχουν ψυχή; Η ανιψιά μου, που σέρνεται όλη μέρα στα συμβολαιογραφεία και τα δικαστήρια, δεν έχει κι αυτή το δικαίωμα να ξεκουραστεί λίγο και ν’ απολαύσει τους καρπούς των κόπων της, τόσα χρόνια στα θρανία; Νισάφι πια με τους αχόρταγους που έχω μπλέξει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα χρήματα είναι δικά μου και αυτή τη φορά θα τα διαχειριστώ όπως θέλω εγώ. Αν τους αρέσει, αν δεν τους αρέσει, ας πάνε από εκεί που ήρθαν. Μου χρωστάνε, δεν τους χρωστάω».

Ξάπλωσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και ατένισε απέναντι το λόφο του Λυκαβηττού από τη μια μεριά και τη φωτισμένη Ακρόπολη από την άλλη. Σκέφτηκε ότι η αγορά εκείνου του ρετιρέ στην καρδιά της Αθήνας, ήταν η πιο έξυπνη κίνηση που είχε κάνει. Το σπίτι εκείνο ήταν το μόνο ακίνητο που είχε αγοράσει στο όνομά του, τώρα όμως που θα έπαιρνε κι εκείνα τα λεφτά, είχε σκοπό να αγοράσει και μια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, αφού η υπουργική του θητεία, και πιθανώς και η πολιτική του καριέρα, φαίνονταν να έχουν ημερομηνία λήξης. Έπρεπε να φροντίσει λίγο για τα γεράματά του. Είχε μάθει να ζει στη χλιδή και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στο μικροαστικό παρελθόν του. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι τα ποσοστά προτίμησής του από τους ψηφοφόρους, είχαν πιάσει πάτο, οπότε το μόνο που του έμενε ήταν να βουτήξει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε. Η θέση του, του παρείχε το προνόμιο να διαχειρίζεται τεράστια κονδύλια και δεν φαινόταν διατεθειμένος να μην χώσει τα χέρια του μέσα σε αυτά, όσο βαθύτερα του επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Έμεινε πολλή ώρα σ’ εκείνη τη βολική θέση. Το ποτό, η υπέροχη θέα και η ησυχία, τον είχαν χαλαρώσει και κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος επάνω στην πολυθρόνα του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να σηκωθεί και να πάει μέσα, για να πέσει στο αναπαυτικό του κρεβάτι, βαριόταν όμως να σηκωθεί.

Όταν τελικά, γύρω στα μεσάνυχτα, το αποφάσισε, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσει την κίνησή του. Κάποιοι από τους γείτονες άκουσαν έναν πυροβολισμό, κανένας όμως δεν φαντάστηκε ότι, η σφαίρα από το άγνωστο όπλο που εκπυρσοκρότησε απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα, είχε σαν στόχο της το κεφάλι του υπουργού περιβάλλοντος της χώρας.









Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου!

    Έκαναν όπως τους παρακάλεσε ο καμαρότος και έμειναν δεμένοι και αμίλητοι στις θέσεις τους. Την προκαθορισμένη ώρα της αναχώρησης, κυριεύτηκαν από άγχος. Σφίχτηκαν στα μπράτσα των καθισμάτων, έκλεισαν τα μάτια τους και κράτησαν την αναπνοή τους. Αν και είχαν ταξιδέψει δεκάδες φορές με αεροπλάνα και αερόπλοια, εντούτοις η επικείμενη εκτόξευσή τους στο διάστημα, ήταν μια άγνωστη εμπειρία που δικαιολογημένα τους τρόμαζε λιγάκι. Όταν τελείωσε η αντίστροφη μέτρηση που ακουγόταν από τα μεγάφωνα του σκάφους, ένιωσαν μια μικρή δόνηση, αυτό όμως ήταν όλο. Από εκεί και ύστερα, τους δόθηκε η εντύπωση ότι ταξιδεύουν με ένα άνετο αερόπλοιο και όχι με ένα διαστημικό μεγαθήριο. Σε λίγη ώρα είχαν εξέλθει από την ατμόσφαιρα και είχαν αναπτύξει ταχύτητα υπερδιαστήματος, όπως πληροφορήθηκαν από τον κυβερνήτη που τον άκουσαν να τους απευθύνει το λόγο από τα μεγάφωνα.


    Αυτό ήταν, σκέφτηκε ο Ντάνο. Από δω και πέρα, η ζωή μας θα συνεχιστεί αλλού. Μας περιμένει το άγνωστο. Ένας νέος πλανήτης καιροφυλακτεί για να φιλοξενήσει την ύπαρξή μας στα εδάφη του, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι όλη αυτή η ιστορία θα μας βγει σε καλό.

    Εικόνες, αμέτρητες εικόνες, άλλες θολές και ακαθόριστες και άλλες συγκεκριμένες, αλλά και αναμνήσεις, δεκάδες αναμνήσεις, εναλλάσσονταν μέσα στο μυαλό της. Η Ερμίνα άργησε να επανέλθει στην πραγματικότητα. Επηρεασμένη αφάνταστα από την ανεπανάληπτη εμπειρία ενός τόσο πρωτόγνωρου ταξιδιού, καθυστέρησε να προσαρμοστεί. Όταν το κατάφερε, άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε το Ντάνο που της κρατούσε το χέρι και του χαμογέλασε γλυκά. Ευτυχώς που τον είχε δίπλα της. Η παρουσία του ήταν εγγύηση για τη θωράκιση της ψυχικής της υγείας. Αντικρίζοντάς τον να κάθεται σιμά της, ένιωσε να ξαναβρίσκει τη χαμένη της αισιοδοξία.

    Υπακούοντας στις εντολές του κυβερνήτη, έλυσαν τις ζώνες τους, τακτοποίησαν κάπως τα πράγματά τους και μετέβησαν στην τραπεζαρία για να δειπνήσουν. Δεν δυσκολεύτηκαν να τη βρουν, καθώς σε όλα τα σημεία του διαστημόπλοιου υπήρχαν αναρτημένες πινακίδες με οδηγίες και κατευθύνσεις για όλα τα τμήματά του. Κάθισαν σε ένα τραπέζι με άλλους τέσσερις συνταξιδιώτες τους, τρεις άντρες και μια γυναίκα, και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν σερβιριστεί.

    Τρώγοντας, γνωρίστηκαν με τους συνδαιτυμόνες τους. Η γυναίκα, σύζυγος του ενός, είχε σπουδάσει βιοκαλλιέργεια και θα πήγαινε να βοηθήσει στην ανάπτυξη βιολογικών μεθόδων καλλιέργειας. Ο άντρας της, μηχανικός και χειριστής γεωργικών μηχανημάτων, θα εργαζόταν μαζί της στους αγρούς. Οι άλλοι δύο ήταν τεχνικοί οικοδομών και ο Ντάνο υπέθεσε ότι θα ανήκαν στην ομάδα ανοικοδόμησης, όπως κι εκείνος. Φυσικά όλοι τους ήταν άτεκνοι και χωρίς άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις.

    Τη στιγμή που οι πρώτοι συνεπιβάτες άρχισαν να αναχωρούν από την τραπεζαρία, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από τα μεγάφωνα: «Αγαπητοί επιβάτες του Ίκαρου, λέγομαι Φαίη και είμαι η υπεύθυνη απασχόλησης του σκάφους. Επειδή λοιπόν η διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα είναι απελπιστικά μεγάλη, σας πληροφορώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα με τα οποία μπορείτε να ασχολείσθε, ώστε να μην βαρεθείτε λεπτό. Μάθετε ότι, στο άνω κατάστρωμα, υπάρχει βιβλιοθήκη, εντευκτήριο με επιτραπέζια παιχνίδια, καφετέρια, αμφιθέατρο, κινηματογράφος, πλανητάριο, αίθουσα ηλεκτρονικών παιχνιδιών και μπιλιάρδου και μουσικό μπαρ».

    Ακολούθησε ένα μαζικό επιφώνημα ενθουσιασμού και τα, μέχρι πρότινος, κατσουφιασμένα πρόσωπα πολλών επιβατών, μετατράπηκαν σε χαρούμενα, γελαστά μουτράκια. Η ανακούφισή τους, ακούγοντας αυτήν την είδηση, ήταν εντυπωσιακά εμφανής. Μαθαίνοντας ότι υπήρχε μεγάλη ποικιλία απασχόλησης, που κάλυπτε προφανώς όλα τα γούστα, κατάλαβαν ότι το βαρετό ταξίδι που είχαν φανταστεί στην αρχή, μετατρεπόταν σε μια άκρως ενδιαφέρουσα διαστημική κρουαζιέρα!

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το τελευταίο μου αστυνομικό μυθιστόρημα.


ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ.




Την αλήθεια για το συμβάν στη Δροσιά, ο Ανδροκλής την έμαθε από τη Μένια. Είχε πληροφορηθεί βέβαια ότι δυο κακοποιοί είχαν σκοτωθεί τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς τους να διαρρήξουν το σπίτι του Μιγκέτη, και είχε στείλει έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας για να καλύψει το γεγονός, αλλά δεν γνώριζε ποια ήταν τα θύματα του μακελειού. Το έμαθε λίγη ώρα αργότερα από τη γυναίκα του.

«Ξέρεις ποιοι ήταν οι διαρρήκτες της Δροσιάς, που μας άφησαν χρόνους;» την άκουσε να τον πληροφορεί από το τηλέφωνο. «Οι ίδιοι που μακέλεψαν την οικογένεια του Βούγενα και τις δυο κοπέλες στη Ν. Χαλκηδόνα. Οι συνάδελφοι του εγκληματολογικού το υποπτεύθηκαν από την αρχή, αλλά ήθελαν πρώτα να βεβαιωθούν, πριν προχωρήσουν σε ανακοινώσεις. Τους το επιβεβαίωσε η βαλλιστική και ήδη ο αρχηγός της αστυνομίας ετοιμάζεται να κάνει τις σχετικές δηλώσεις».

Άλλο πάλι και τούτο, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο. Πώς βρέθηκαν αυτοί εκεί; Τι πήγαν να κάνουν; Δεν γνώριζαν ότι ένα σπίτι σαν εκείνο, θα ήταν φυλασσόμενο; Τι διάολο σημαίνει πάλι αυτό; Κι εντάξει, αν το δει κάποιος ρεαλιστικά, αυτή ήταν μια δίκαιη τιμωρία που άξιζε να υποστούν αυτά τα καθάρματα, έλα όμως που μαζί με αυτούς χάθηκαν και οι μοναδικοί μάρτυρες που θα μπορούσαν να καταθέσουν σε βάρος του Γαργανόπουλου.

Η σκέψη αυτή, του γέννησε μια άλλη. Λες να ήταν δάκτυλος του επιχειρηματία; Αναλογίστηκε. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς μια τόσο αφελή ενέργεια; Βασιζόμενοι πού, επιχείρησαν να διαρρήξουν ένα σπίτι-φρούριο; Η λογική λέει ότι μάλλον πήγαν συστημένοι στο στόμα του λύκου, με σκοπό να βγουν από τη μέση. Ο άνθρωπος είναι τετραπέρατος, πανούργος και αδίστακτος. Εξάλλου, βασιζόμενος σ’ αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα του, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει την αμύθητη περιουσία που έχει στη κατοχή του; Κατάφερε τελικά να εξαφανίσει κάθε στοιχείο και κάθε μάρτυρα που θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει. Θα μας δυσκολέψει πολύ μέχρι να καταφέρουμε να τον βάλουμε στο χέρι.

Θυμήθηκε τη χθεσινή πληροφορία που του είχε δώσει ο Μελικίδης, ότι δηλαδή ο επιχειρηματίας είχε κάποτε δικαστική διαμάχη με την εφημερίδα, σε καμιά περίπτωση όμως το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιβαρυντικό στοιχείο. Άλλωστε, είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η αντιπαλότητα εκείνη δεν ήταν κάτι προσωπικό μεταξύ του Γαργανόπουλου και του Βούγενα, αλλά μεταξύ του επιχειρηματία και της εφημερίδας.

Συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν πάλι στο σκοτάδι, αρνιόταν όμως να δεχτεί την ήττα τους. Ο Γαργανόπουλος ήταν ένοχος, γι’ αυτό δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, και ασφαλώς κάτι θα υπήρχε που θα φώτιζε τελικά αυτήν την υπόθεση. Δεν γινόταν, ο ηθικός αυτουργός όλων αυτών των φονικών, ο βασικός υπεύθυνος όλης αυτής της αιματηρής ιστορίας, να ξέφευγε από την τσιμπίδα του νόμου και να έμενε ατιμώρητος. Κάτι παρόμοιο, θα ήταν ντροπή για μια ευνομούμενη κοινωνία, θα ήταν ο χειρότερος εξευτελισμός του όντος, που ήθελε να λέγεται πολιτισμένος άνθρωπος.

Σταμάτησε να σκέφτεται την υπόθεση Γαργανόπουλου και αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Ο όγκος των κειμένων που έπρεπε να επεξεργαστεί ήταν μεγάλος και δεν διέθετε την πολυτέλεια του χασομεριού. Εκτός αυτού, σε μια ώρα έπρεπε να παραβρεθεί στη σύσκεψη που είχε με τον αρχισυντάκτη και τον γενικό διευθυντή και, μια μικρή προετοιμασία για τη συζήτηση που θα επακολουθούσε, ήταν επιβεβλημένη.



Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

                                    Η ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΗ ΑΛΛΑΓΗ






Έπειτα από όλα αυτά που ζήσαμε τα δύο τελευταία χρόνια στη χώρα μας, ύστερα από τα δεινά που περάσαμε, και που θα συνεχίσουμε να περνάμε, και για τα οποία υπεύθυνοι κατά κύριο λόγο είναι οι πολιτικοί μας, δεν υπάρχει άλλη λύση από την αλλαγή του σαθρού πολιτικού μας συστήματος. Οι περισσότεροι φωνάζουν για εκλογές, τι όμως θα αλλάξει με την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων προσώπων; Το πρόβλημα θα διαιωνίζεται και οι ταγοί μας θα συνεχίσουν να πίνουν στην υγεία των κορόϊδων. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, από την αλλαγή των θεσμών και της νοοτροπίας. Εγώ δεν είμαι ούτε συνταγματολόγος, ούτε πολιτικός αναλυτής, εντούτοις όμως μπορώ να καταθέσω κάποιες προτάσεις, οι οποίες είναι εφαρμόσιμες και, κυρίως, ικανές να μας οδηγήσουν σε κάποιο άλλο πολιτικό μονοπάτι, γιατί το προηγούμενο βγάζει σε αδιέξοδο, μας οδηγεί κατευθείαν στην καταστροφή:

1. Μείωση των εδρών στη Βουλή, από τριακόσιες σε εκατό (και πολλές είναι!)

2. Κατάργηση του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας (χρησιμεύει σε κάτι;)

3. Θέσπιση επταμελούς συμβουλίου, για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων, απαρτιζόμενου από διαπρεπείς συνταγματολόγους και καθηγητές πανεπιστημίων. Η θητεία τους θα είναι διετής και άμισθη, η δε έγκριση της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων θα δίνεται ομόφωνα. Σε περίπτωση που έστω και ένας διαφωνεί, θα επιστρέφονται για τροποποίηση ή αλλαγή ή ακόμα και απόσυρση.

4. Καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εκλογές.



Εννοείται ότι, για την υλοποίηση αυτών των αλλαγών, χρειάζεται τροποποίηση του συντάγματος, κι αυτό έγκειται σε μας να το απαιτήσουμε. Λύσεις υπάρχουν, θα πρέπει όμως να υπάρξει κοινωνική βούληση και ασφυκτική πίεση του δοκιμαζόμενου λαού σε όσους έντιμους έχουν απομείνει, για να τις προωθήσουν.



                                                                                              Στέλιος Αρώνης




Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

                                     Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ




Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, κι ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του ανώτατου άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν εκείνη τη μέρα, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο στα ζωνάρια των πολιτών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που κι εκείνος είχε ψηφίσει το νέο αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό στη ζωή του, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.

Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του προέδρου, αλλά και των περισσότερων από τους συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα που είχαν αποφασίσει, θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταη δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για τη βίλα του στα προάστια. Φτάνοντας στο κοντινότερο σούπερ-μάρκετ, έκοψε ταχύτητα με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποιες αγορές. Έβγαλε φλάς δεξιά, προσπέρασε ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας, που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες κι αν ήταν οι αποφάσεις που έπαιρναν οι άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.

Εισήλθε στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το αυτοκίνητό του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει προηγουμένως να κατευθύνεται στο κατάστημα, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.

Έμεινε άναυδος από τη σκηνή. Παρακολουθούσε το συμβάν και δυσκολευόταν να πιστέψει ότι λάβαινε χώρα μπροστά στα μάτια του. Κάτι παρόμοιο δεν είχε ξαναδεί. Είχε ακούσει για κάποια τέτοιου είδους περιστατικά, αλλά τα είχε θεωρήσει υπερβολικά. Πίστευε ότι απηχούσαν κακοήθειες των αντιπάλων τους, που αποσκοπούσαν στο να τους πλήξουν πολιτικά.

Δεν μπήκε μέσα στο σούπερ-μάρκετ. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη έζησε το μεγαλύτερο εφιάλτη του. Ήταν η πρώτη φορά, μετά τα δύο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν κατάφερε να κλείσει μάτι. Οι φιγούρες των δυο ταλαίπωρων συμπολιτών του, που έψαχναν μέσα στα σκουπίδια, στριφογύριζαν διαρκώς μπροστά του, αντανακλώντας μιαν απέραντη θλίψη και μιαν ανείπωτη δυστυχία, δυστυχώς όμως κατάλαβε ότι ήταν πια πολύ αργά για να επανορθώσει.





Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ

               Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ






4ος αιώνας μ.Χ. (εποχή επίσημης καθιέρωσης του χριστιανισμού από τον Μ. Κων/νο) Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

15ος αιώνας μ.Χ. (εποχή της Αναγέννησης) Η ΜΗΧΑΝΗ ΞΑΝΑΠΗΡΕ ΔΕΙΛΑ-ΔΕΙΛΑ ΜΠΡΟΣΤΑ.

Αποτέλεσμα: Χίλια εκατό χρόνια χαμένα. Χίλια εκατό χρόνια σκοταδισμού, οπισθοδρόμησης, τρομοκρατίας και βαρβαρότητας.

Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε σήμερα στην ανθρωπότητα, σε ποιο σημείο πολιτισμού θα βρισκόταν ο άνθρωπος της Γης, αν δεν είχε εμφανιστεί ο χριστιανισμός; Μπορείτε να διανοηθείτε σε τι επίπεδο εξέλιξης θα είχαμε φτάσει, αν οι εμπνευστές αυτού του αναχρονιστικού φαινόμενου, δεν είχαν τη φαεινή ιδέα της ίδρυσης μιας θρησκείας που απαγόρευε τα πάντα; Ο έρωτας ήταν απαγορευμένος, το φαγητό επίσης, όσο για όσους τολμούσαν να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, με την τέχνη, με την επιστήμη και να αμφισβητήσουν τας γραφάς, τιμωρούνταν με βασανισμό και θάνατο. Ο χριστιανισμός αγνόησε έναν θαυμάσιο πολιτισμό, τον ελληνορωμαϊκό, και εμπόδισε με νύχια και με δόντια κάθε προσπάθεια συνέχισής του. Το ιερατείο, στην προσπάθειά του να εδραιωθεί, προέβη σε ακατονόμαστες πράξεις, οι οποίες απείχαν πολύ από τις διδαχές των ‘’ιερών’’ βιβλίων.

Και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που εθελοτυφλούν και πιστεύουν στην εξ’ ουρανού εκπόρευση των θρησκειών (γιατί στο μεσοδιάστημα είχαμε και την εμφάνιση του Μωαμεθανισμού), οι οποίες έχουν ποινικοποιήσει όλες τις ζωτικές, όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, κι έχουν αδρανοποιήσει το πνεύμα του.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Θα απελευθερωθεί ποτέ ο άνθρωπος από τα δεσμά του φόβου του θανάτου; Θα απαγκιστρωθεί από την ιδέα της απειλής για μεταθανάτια τιμωρία; Θα διώξει από μέσα του τις δοξασίες που τον καθηλώνουν σε πνευματική αφασία και ενεργούν ενάντια στη φύση του;

Πολύ φοβάμαι ότι, παρόλο που η μηχανή της προόδου έχει πάρει ξανά μπροστά, θα αργήσει αρκετά μέχρι να φτάσει στο ανώτατο όριο των στροφών της.





Στέλιος Αρώνης









Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ

Διήγημα  Ε.Φ.  του Στέλιου Αρώνη

                                      ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ




Στεκόταν όρθιος στην αποβάθρα-πιάτσα του διαστημοδρόμιου, έχοντας ακουμπισμένη την πλάτη του στη μπουκαπόρτα του διαστημοταξί του, και παρακολουθούσε συλλογισμένος το ασταμάτητο πηγαινέλα ανθρώπων και σκαφών. Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα κόντευε δέκα και τα άλλα διαστημικά ταξί απογειώνονταν και προσγειώνονταν με μεγάλη συχνότητα, εκείνος όμως δεν είχε σταυρώσει πελάτη.

«Τι γίνεται, ρε Μίλτο; Ακόμα εδώ είσαι;» ήρθε να του το υπενθυμίσει ένας συνάδελφός του, που μόλις είχε προσγειωθεί στη διπλανή θέση της πιάτσας.

Ο Μίλτος τον στραβοκοίταξε και ετοιμάστηκε να τον ‘’στολίσει’’ κατάλληλα, προτίμησε όμως να τον χτυπήσει εκεί που τον πονούσε. «Κι εσύ που πήγες δυο δρομολόγια από το πρωί, τι κέρδισες;»

Ο άλλος χαμήλωσε το κεφάλι του και τραβήχτηκε στο πλάι. «Δεν έχεις άδικο», παραδέχτηκε, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Αν αφαιρέσεις τα καύσιμα και το φόρο βλακείας που πληρώνουμε στο κράτος, δεν μένει σχεδόν τίποτα».

«Όταν εγώ ισχυρίζομαι ότι δεν πρέπει να παίρνουμε μόνον έναν πελάτη», συνέχισε την επίθεση ο Μίλτος, «εσείς με αποκαλείτε παράξενο και σχολαστικό. Μόνον με διπλή και τριπλή κούρσα συμφέρει η πτήση στους διαστημικούς σταθμούς, μπορείτε να το καταλάβετε; Διαφορετικά, θα εργαζόμαστε εμείς, για να αυξάνουν τα κέρδη τους οι εταιρίες καυσίμων και να εισπράττουν τους παχυλούς μισθούς τους οι υπεύθυνοι του διαστημοδρόμιου.

Ένιωσε το ποτήρι της αγανάκτησης να ξεχειλίζει και το καλοσχηματισμένο του πρόσωπο κοκκίνισε από θυμό. Περισσότερο τον εκνεύρισε η στενοκεφαλιά των συναδέλφων του που δεν εννοούσαν να αλλάξουν τακτική. Η εμμονή τους να βολοδέρνουν στο διάστημα χωρίς κάποιο ουσιαστικό όφελος, τον έβγαζε από τα ρούχα του. Αφού έβλεπαν ότι, παρόλη την αύξηση των μετακινήσεων προς τους διαστημικούς σταθμούς, τα κέρδη τους μειώνονταν αντί να αυξάνονται, συνέχιζαν να παραλαμβάνουν έναν και μοναδικό επιβάτη κάθε φορά.

«Ξεχνάς, φαίνεται», η φωνή του άλλου τον έβγαλε από τις σκέψεις, «ότι ο νόμος μας απαγορεύει τη διπλή μίσθωση και την άρνηση παραλαβής επιβάτη. Γιατί λοιπόν επιμένεις να κρατάς αυτήν την άκαμπτη στάση και να είσαι άδικος με τους συναδέλφους σου;»

«Γιατί κάτι πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε, βρε ηλίθιε», φώναξε ο Μίλτος, βγαίνοντας εκτός εαυτού. «Γιατί δεν έχει νόημα να κοπιάζουμε και να κινδυνεύουμε εμείς, για να κονομάνε κάποιοι άλλοι. Κι αν θέλεις να μάθεις και κάτι άλλο, οι νόμοι έχουν γίνει για να τους παραβαίνουμε. Ας έρθει λοιπόν καμιά βιαστική κυρά-Κατίνα να μου διαμαρτυρηθεί γιατί δεν την παίρνω κούρσα, επειδή δήθεν κινδυνεύει να χάσει την υπερδιαστημική πτήση της και να δεις πως θα αλλάξει γνώμη μόλις της κολλήσω τη διμούτσουνη στη μούρη της».

Χάιδεψε το δίκαννο πιστόλι του, που αναπαυόταν στην ειδική του θήκη που κρεμόταν από τη ζώνη της μέσης του, κι αισθάνθηκε περισσότερο δυνατός. Γνώριζε ότι θα είχε επιπτώσεις αν συμπεριφερόταν έτσι όπως είχε πει στον συνάδελφό του, αλλά αυτό λίγο τον απασχολούσε. Σημασία είχε πως οι αρχές τους επέτρεπαν να οπλοφορούν ελεύθερα, κι αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση για την οποία ένιωθε ευγνωμοσύνη προς την Πολιτεία. Όχι δηλαδή πως, αν η οπλοφορία απαγορευόταν, εκείνος θα συμμορφωνόταν με την απαγόρευση, αλλά εν πάση περιπτώσει κουβαλούσε επάνω του ένα από τα τελειότερα όπλα της αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να παρανομεί. Το επάγγελμα που είχε διαλέξει ήταν επικίνδυνο και η συντροφιά ενός ή και περισσότερων όπλων ήταν επιβεβλημένη.

Εκείνη τη στιγμή, είδε να τους πλησιάζουν τρεις υποψήφιοι πελάτες. Έφτασαν κοντά στα σκάφη τους, αγνόησαν το άλλο ταξί και μπήκαν μέσα στο δικό του. Ο πρώτος άντρας της συντροφιάς, κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα χαρτοφύλακα, ο δεύτερος όμως, εκτός από το διαστημικό του κράνος, δεν μετέφερε αποσκευές. Το ίδιο συνέβαινε και με το τρίτο μέλος της παράξενης τριάδας, μιας ψηλής, κατάξανθης σαραντάρας.

Ο Μίλτος τους αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή. Τα μούτρα τους δεν του άρεσαν καθόλου. Εκείνο το ψυχρό τους βλέμμα και τα βλοσυρά και αγέλαστα πρόσωπά τους, του προκάλεσαν μιαν αποστροφή. Αν ήταν στο χέρι του, θα τους παρέπεμπε στον συνάδελφό του, δίστασε όμως να το κάνει. Εκτός του ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μια ακόμα απώλεια κούρσας, δεν ήξερε και ποια θα ήταν η αντίδρασή τους. Άσε που, αν αρνιόταν τη μεταφορά τους, μάλλον θα έπρεπε να αλλάξει επάγγελμα.

«Βάλε πλώρη για το διαστημικό σταθμό ΦΑΕΘΩΝ», τον πρόσταξε εκείνος που κρατούσε το χαρτοφύλακα και ο Μίλτος τον αντιπάθησε περισσότερο.

Φόρεσε το κράνος του και, τη στιγμή που και οι επιβάτες του έκαναν το ίδιο, έβαλε μπροστά τον κινητήρα. Σκέφτηκε ότι από τον ΦΑΕΘΩΝΑ αναχωρούσαν τα μεγαλύτερα διαστημόπλοια με προορισμό τις εσχατιές του διαστήματος και αναρωτήθηκε, πώς αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι ξεκινούσαν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι χωρίς αποσκευές; Αρχίζοντας τη διαδικασία απογείωσης, ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος. Η ιστορία αυτή δεν του άρεσε καθόλου. Διαισθάνθηκε ότι θα είχε μπλεξίματα, με κανένα τρόπο όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε το πιο επικίνδυνο ταξίδι της ζωής του. Κι αυτή του η άγνοια ήταν που του επέτρεψε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να δώσει ατάραχος την κατάλληλη πορεία στο μικρό του σκάφος, επιτυγχάνοντάς το μάλιστα στο λιγότερο δυνατό χρόνο, κάτι που ελάχιστοι πιλότοι το κατάφερναν.

Κανονικά, έχοντας τη φήμη του ικανότερου κυβερνήτη διαστημικού σκάφους, θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της προτίμησης του επιβατικού κοινού, η επιμονή του όμως να απορρίπτει τις μεμονωμένες κούρσες και ο ατίθασος χαρακτήρας του, είχαν επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι φορές, κατά τις οποίες οι πελάτες τον αναζητούσαν προσωπικά, ήταν ελάχιστες. Η ανώριμη κατά τη γνώμη τους συμπεριφορά του, είχε επιδράσει αρνητικά στη φήμη του, έχοντας ουσιαστικά εκμηδενίσει το ατού της εξαιρετικά μεγάλης αξιοπιστίας του σαν πιλότος.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο είχε εξοβελιστεί από τις πρώτες θέσεις στην επετηρίδα κυβερνητών διαστημοπλοίων. Ενώ όλοι οι εφοπλιστές γνώριζαν πόσο άριστος κυβερνήτης ήταν, προτιμούσαν να προσλαμβάνουν άλλους. Το αναμφισβήτητο ταλέντο του στην πλοήγηση διαστημικών σκαφών, παραγνωριζόταν εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του. Κανένας από τους ιδιοκτήτες μεγάλων σκαφών δεν διακινδύνευε να τον τοποθετήσει επικεφαλής σε κάποιο από αυτά, καθώς ήταν βέβαιος ότι, μια τέτοια απερίσκεπτη ενέργειά του, μόνο προβλήματα θα του δημιουργούσε.

Όταν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πτήσης προς τον ΦΑΕΘΩΝΑ, άκουσε ν’ αναφέρεται το όνομά του, κατάλαβε ότι οι τρεις εκείνοι τύποι δεν τον είχαν διαλέξει τυχαία. Προφανώς, οι επιβάτες του ήταν απ’ αυτούς τους λίγους που τον επέλεγαν προσωπικά, ο Μίλτος όμως δεν ένιωσε κολακευμένος. Αντιθέτως, η εξέλιξη αυτή τον υποχρέωσε ν’ ανησυχήσει πραγματικά. Του δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν πήγαιναν για καλό σκοπό στον διαστημικό σταθμό. Μη γνωρίζοντας τι να υποθέσει, έπιασε στον δέκτη του σκάφους ένα κανάλι με μουσική, κι έθεσε όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Αποφάσισε να πάψει να βασανίζει το μυαλό του με κινδυνολογίες και έριξε όλο του το βάρος στην όσο το δυνατόν πιο ασφαλή πτήση του διαστημικού ταξί του, το οποίο εξερχόταν ήδη από τη γήινη ατμόσφαιρα.

Πλησιάζοντας στο σταθμό, οι φόβοι του άρχισαν να επαληθεύονται. Η γυναίκα που καθόταν ακριβώς πίσω του, με μια ομολογουμένως ταχυδακτυλουργική κίνηση, του απέσπασε το όπλο από τη θήκη της μέσης του και το έχωσε στα πλευρά του. «Πρόσεξε καλά, φιλαράκο», την άκουσε να τον προειδοποιεί, «και δώσε βάση σ’ αυτά που θα σου πω. Μόλις πατήσουμε στην εξέδρα προσέγγισης, εσύ κι εγώ θα παραμείνουμε ήσυχα μέσα στο σκάφος, περιμένοντας τους άλλους. Όσο θα περιμένουμε, μη διανοηθείς να κάνεις καμιά βλακεία, γιατί θα την πληρώσεις ακριβά, εντάξει;»

Ο Μίλτος τρομοκρατήθηκε. Από την αρχή είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τέτοια εξέλιξη όμως δεν την περίμενε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν πια πολύ αργά, για να κάνει κάτι που θα μπορούσε να ματαιώσει τα εγκληματικά σχέδιά τους. Ευχήθηκε μόνο να μην γινόταν εκείνος η αιτία να χάσει κάποιος ανυποψίαστος άνθρωπος τη ζωή του, αφού το δικό του όπλο ήταν εκείνο που θα χρησιμοποιούσαν για να διεκπεραιώσουν την άνομη πράξη τους, όποια κι αν ήταν αυτή. Προσάραξε στη θέση που του υπέδειξαν και, τη στιγμή που έσβηνε τον κινητήρα του σκάφους, τον αιφνιδίασαν για μια ακόμα φορά. Προτού προλάβει να λύσει τη ζώνη συγκράτησης, μια δεύτερη δερμάτινη ζώνη ήρθε και σφίχτηκε γύρω από το κορμί του, ακινητοποιώντας τον στο κάθισμά του. Αμέσως μετά, το όπλο του άλλαξε χέρια και βρέθηκε μέσα στο χαρτοφύλακα του τύπου, που φαινόταν ότι ήταν ο αρχηγός της συμμορίας.

«Πρόσεχέ τον καλά», συμβούλεψε τη γυναίκα, καθώς έβγαινε από το ταξί ακολουθούμενος από τον άλλον. «Δεν πρόκειται να αργήσουμε».

Παρακολουθώντας τους να απομακρύνονται μ’ εκείνο το ανάλαφρο, πηδηχτό περπάτημα, λόγω της χαμηλής βαρύτητας του διαστημικού σταθμού, προσπάθησε να φανταστεί πια θα ήταν η επόμενη κίνηση των κακοποιών και με ποιο τρόπο εκείνος θα κατάφερνε να ξεμπλέξει. Η αναμονή τους δεν κράτησε πολύ. Σε πέντε λεπτά οι δυο άντρες είχαν επιστρέψει. Χώθηκαν βιαστικά μέσα στο σκάφος και ο αρχηγός έδωσε το όπλο στο συνεργό του. «Λύσε τον», είπε στη γυναίκα.

Καθώς εκείνη τον ελευθέρωνε, την άκουσε να ρωτάει. «Πόσα πήρατε;»

«Οχτακόσια χιλιάρικα», της απάντησε ο αρχηγός.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσαν για τη λεία της ληστείας. Να λοιπόν για ποιο λόγο είχαν έρθει στο σταθμό. Μάζεψαν τις ημερήσιες εισπράξεις του ταμείου και επέστρεφαν πίσω ανενόχλητοι.

«Ξεκίνα γρήγορα για τη Γη και θα σου πούμε εμείς που να προσγειωθείς», τον πρόσταξε ο αρχηγός.

Ο Μίλτος, μην τολμώντας να ανοίξει το στόμα του, έβαλε μπροστά και σήκωσε το σκάφος από την εξέδρα. Του έδωσε πορεία για το γαλάζιο πλανήτη, ευχόμενος τουλάχιστον να μην είχε πάθει κακό κάποιος από τους υπαλλήλους του σταθμού. Αναρωτήθηκε βέβαια για ποιο λόγο δεν είχε σημάνει ο συναγερμός και τότε ήταν που άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Φτάνοντας στο μέσον της διαδρομής και αντιλαμβανόμενος ότι δεν τους καταδίωκε κάποιο σκάφος της διαστημικής αστυνομίας, ένα μόνο συμπέρασμα μπόρεσε να βγάλει.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του. Όταν θα προσεδαφίζονταν, πίστευε ότι, μόνον αν κρατούσε καθαρό το μυαλό του και τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, θα κατάφερνε να βγει ζωντανός από αυτήν την άσχημη περιπέτεια, στην οποία άθελά του είχε μπλεχτεί. Αντικρίζοντας τη σφαίρα της Γης να μεγαλώνει, θυμήθηκε το συναγερμό. Από την εμπειρία του γνώριζε ότι, σε περίπτωση ανάγκης, οι σειρήνες ενεργοποιούνταν αμέσως από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας και άρχιζαν να ηχούν. Το ότι δεν σήμανε ο συναγερμός, μόνο σε μια αιτία μπορούσε να το αποδώσει. Δεν τον ενεργοποίησαν, επειδή δεν πρόλαβαν να το κάνουν. Πιθανότατα, οι αιμοδιψείς και αδίστακτοι εκείνοι ληστές, τους είχαν εξοντώσει. Κόντευαν να φτάσουν στη Γη, απ’ ό, τι έδειχναν όμως τα πράγματα, καμιά υπηρεσία δεν είχε πάρει ακόμα είδηση αυτό που είχε συμβεί. Σκέφτηκε να μειώσει ταχύτητα, δεν θεώρησε όμως ότι αυτό θα βοηθούσε την κατάσταση. Αντιθέτως προτίμησε να επισπεύσει την επάνοδό τους στη Γη, γιατί πίστευε ότι, πατώντας σε στέρεο έδαφος, ίσως κατάφερνε να ενεργήσει αποτελεσματικότερα και χωρίς τον κίνδυνο κάποιου ατυχήματος.

Την ώρα που είχαν φτάσει πάνω από τη Μεσόγειο, ο αρχηγός της συμμορίας του κόλλησε μπροστά στη μούρη του ένα χάρτη. «Εδώ θα προσεδαφιστούμε», του δήλωσε, δείχνοντάς του ένα σημείο που ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο.

Ο Μίλτος τον πήρε στα χέρια του και τον μελέτησε με προσοχή. Η ακριβής τοποθεσία που θα προσγειώνονταν, βρισκόταν είκοσι χιλιόμετρα ανατολικά της Καζαμπλάνκας, στις χαμηλότερες πλαγιές του όρους Άτλας. Κατευθύνοντας το σκάφος προς τα εκεί, σκέφτηκε ότι θα ήταν μεγάλο κρίμα να αφήσει τα κόκαλά του στο Μαρόκο, πολύ μακριά από την πατρίδα του. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήξερε πως ενεργούν οι στυγνοί κακοποιοί σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν αμφέβαλε ότι, μετά το τέλος μιας επιτυχημένης επιχείρησης, μοναδική τους μέριμνα πάντοτε ήταν να μην αφήνουν μάρτυρες.

Προσγείωσε το σκάφος στο σημείο που του είχαν υποδείξει και, πριν ακόμα σβήσει τον κινητήρα, έλυσε τη ζώνη συγκράτησης και έβγαλε το κράνος του. Οι τρεις κακοποιοί, έλυσαν κι εκείνοι τις ζώνες τους και έβγαλαν τα κράνη τους. Ο αρχηγός και η γυναίκα ετοιμάστηκαν να βγουν έξω, ο τρίτος όμως παρέμεινε στη θέση του και σημάδευε το Μίλτο με το πιστόλι.

Το σημείο στο οποίο είχαν προσγειωθεί, απείχε σαράντα περίπου μέτρα από το δημόσιο δρόμο και σε ένα άνοιγμα εκεί κοντά βρισκόταν σταθμευμένο ένα όχημα εδάφους, χωρίς οδηγό. Καθώς οι δυο ληστές κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο, ο αρχηγός σήκωσε το χέρι του και φώναξε σ’ εκείνον που είχε μείνει μέσα: «Τώρα».

Ο τύπος που τον σημάδευε πέταξε ένα, «συγνώμη, ρε φίλε, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά», κι ετοιμάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη, η έκπληξή του όμως, μόλις δέχτηκε τη σφαίρα από το όπλο του Μίλτου, ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο που του προξένησε η πληγή στο χέρι που κρατούσε το δικό του όπλο. Ξεφώνισε ένα δυνατό ‘’ωχ’’ και το δίκαννο έπεσε από τα χέρια του. Ο Μίλτος έσκυψε και το μάζεψε από το πάτωμα, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη για τον παλιό συνάδελφό του τον Τζιμ, που τον είχε κάποτε συμβουλεύσει να κρύβει πάντοτε κι ένα εφεδρικό όπλο κάτω από το κάθισμά του.

Οι άλλοι δύο στράφηκαν ξαφνιασμένοι να δουν τι συνέβη και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις διπλές, σκοτεινές κάννες που τους σημάδευαν, των δύο όπλων που κρατούσε στα χέρια του ο Μίλτος. Απειλώντας τους με τα πιστόλια, τους συγκέντρωσε όλους κοντά στο σκάφος και κάλεσε με τον ραδιοπομπό του τις αρχές. Περιμένοντας την άφιξη των αστυνομικών, κάθισε σε μια πέτρα απέναντι από τους κακοποιούς και δεν τους άφηνε λεπτό από τα μάτια του. Εκείνοι τον κοιτούσαν με φαρμακερό βλέμμα και περίμεναν να τους δοθεί η ευκαιρία να δράσουν δυναμικά. Το ύφος τους φανέρωνε το μίσος που έτρεφαν για εκείνον και την απροθυμία τους να παραδοθούν αμαχητί. Όλα επάνω τους μαρτυρούσαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το γεγονός πως είχαν αιφνιδιαστεί τόσο εύκολα και είχαν πιαστεί στη φάκα σαν ηλίθια ποντίκια.

Ο Μίλτος από την πλευρά του, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση που είχε καταφέρει να σώσει ο ίδιος τη ζωή του και να ξεμπλέξει ανώδυνα από εκείνη την απίθανη περιπέτεια. Διακρίνοντας τώρα την επιθυμία των άλλων να εκμεταλλευτούν κάποια αδράνειά του και να του επιτεθούν, κούνησε απειλητικά τα όπλα του και τους προειδοποίησε: «Το ξέρω πως σας κακοφαίνεται που βρεθήκατε σ’ αυτή τη θέση, αλλά νομίζω ότι το αξίζετε. Βγάλτε λοιπόν από το μυαλό σας οποιαδήποτε σκέψη για προσπάθεια εξουδετέρωσής μου και καθίστε ήσυχα μέχρι να έρθει η αστυνομία, διαφορετικά θα πάτε εκεί που θέλατε να στείλετε εμένα».

Οι κακοποιοί είχαν λυσσάξει. Η ιδέα ότι περίμεναν σαν κότες τη σύλληψή τους, τους έκανε να νιώθουν σαν σε θηρία στο κλουβί. Ο ένας ήταν ήδη εξουδετερωμένος και καθόταν στην άκρη διπλωμένος στα δύο, βαστώντας ένα μαντήλι επάνω στην πληγή του χεριού του. Οι άλλοι δύο έδειχναν έτοιμοι να εφορμήσουν επάνω στο Μίλτο, δίσταζαν όμως να το επιχειρήσουν. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και ο Μίλτος φάνηκε να χάνει την υπομονή του. Είχε κουραστεί, ένιωθε όλα τα μέλη του κορμιού του πιασμένα και φοβόταν μήπως του επιτεθούν και δεν κατάφερνε ν’ αντιδράσει. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ο αρχηγός κινήθηκε λίγο προς το μέρος του, κι αυτό τον ανησύχησε. Δεν σκόπευε να τους δώσει το δικαίωμα να ξεφύγουν ή να του κάνουν κακό, γι αυτό και ενήργησε αστραπιαία, θέλοντας παράλληλα να τους στείλει και το μήνυμα ότι δεν αστειευόταν. Πυροβόλησε μια φορά μπροστά στα πόδια του ληστή και τον υποχρέωσε να οπισθοχωρήσει τρομαγμένος.

Μισή ώρα αργότερα, η αναμονή τελείωσε. Τρία σκάφη της διαστημικής αστυνομίας, προσγειώθηκαν κοντά τους και μια ντουζίνα πάνοπλοι αστυνομικοί πήδησαν στο έδαφος και περιτριγύρισαν το ταξί και τους κακοποιούς. Ο Μίλτος κατέβασε τα όπλα του, τα ακούμπησε στο χώμα και τραβήχτηκε στην άκρη. Ο επικεφαλής αξιωματικός, πλησίασε κοντά του και του άπλωσε το χέρι.

«Συγχαρητήρια, αγαπητέ», του είπε σφίγγοντάς του το χέρι. «Έκανες πολύ καλή δουλειά. Ούτε αστυνομικός να ήσουνα. Χάρη σε σένα πιάσαμε αυτά τα καθάρματα που έχουν σκοτώσει τόσο κόσμο».

Από τα λεγόμενά του, ο Μίλτος κατάλαβε ότι η ληστεία στο διαστημικό σταθμό δεν ήταν αναίμακτη. «Υπήρξαν πολλά θύματα;» ρώτησε τον αστυνομικό.

«Στη σημερινή ληστεία δύο, αλλά υπάρχουν και άλλα τρία σε προηγούμενες απόπειρες. Τους αναζητούσαμε καιρό, αλλά κατάφερναν και ξεγλιστρούσαν. Εσύ όμως, πώς τα κατάφερες; Όταν επιστρέψουμε στην Ευρώπη, κάνε μου μια αναφορά. Θα μας χρειαστεί για την προανάκριση».

Καθώς οι αστυνομικοί συλλάμβαναν τους ληστές, ο αξιωματικός τον τράβηξε παράμερα. «Το χειρότερο σε αυτήν την υπόθεση», του είπε, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του, «είναι ότι το ένα από τα δύο σημερινά θύματα είχε τέσσερα παιδιά. Αντιλαμβάνεσαι επομένως την τραγωδία αυτής της οικογένειας».

Ο Μίλτος ένιωσε πολύ άσχημα. Κοίταξε τα ανθρωπόμορφα τέρατα που σπρώχνονταν από τους άντρες της αστυνομίας να μπουν μέσα στα αερόπλοια και ευχήθηκε να εισέπρατταν την τιμωρία που τους άξιζε. Χαιρέτησε τον αξιωματικό κι ετοιμάστηκε να επιβιβαστεί στο σκάφος του, τον είδε όμως να επιστρέφει κοντά του και να του λέει: «Το ξέρεις βέβαια ότι δικαιούσαι αμοιβή για την πράξη σου. Το δέκα τοις εκατό από τα χρήματα που εκλάπησαν, είναι δικά σου. Πρόκειται για αρκετά μεγάλο ποσόν, το οποίο φαντάζομαι ότι θα σου λύσει αρκετά προβλήματα».

Καθώς έφευγε τον ρώτησε χαμογελώντας: «Αλήθεια, για πες μου, τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά;» ο Μίλτος όμως απέφυγε να του απαντήσει.

Μπήκε μέσα στο ταξί του πλημμυρισμένος από ανάμικτα συναισθήματα. Ένιωθε θλίψη για τα αθώα θύματα εκείνων των καθαρμάτων, αλλά και χαρά για την αίσια έκβαση της απίθανης εκείνης ιστορίας. Το ζήτημα της αμοιβής δεν τον συγκίνησε και τόσο. Όχι πως ήταν άσχημα που, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε με ογδόντα χιλιάρικα στην τσέπη, αλλά εκείνο που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν το γεγονός ότι είχε καταφέρει να επιβιώσει από μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση. Ασυναίσθητα σκέφτηκε πάλι την ερώτηση του αξιωματικού. Άκου τι θα τα έκανε τόσα λεφτά; Μα θα έλυνε το βιοποριστικό του πρόβλημα. Θα εγκατέλειπε οριστικά το επάγγελμα του ταξιτζή, αφού είχε αποδειχτεί ότι έβλαπτε σοβαρά την υγεία.

Καθώς έβαζε μπροστά τον κινητήρα, άρχισε να σκέφτεται που θα μπορούσε να τα επενδύσει, όταν όμως είδε με τη φαντασία του τέσσερα ζευγάρια παιδικά μάτια να τον κοιτάζουν λυπημένα, δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία για το τι ακριβώς θα τα έκανε τα χρήματα της αμοιβής.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ

-Ρε συ, ψηλέ, ο λαός μας βρίζει.
-Ε, και λοιπόν; Κλείσε τα αυτιά σου και κάνε ότι δεν ακούς!
-Ρε συ, ψηλέ, οι πολίτες μας φασκελώνουν.
-Ε, και; Κλείσε τα μάτια σου και κάνε ότι δεν βλέπεις!
-Ρε συ, ψηλέ, κάποιος μας έκανε μήνυση για εσχάτη προδοσία.
-Ε, και τι φοβάσαι, ρε χοντρέ; Οι δικαστές θα ''πεισθούν'' για την αθωώτητά μας!
-Ρε συ ψηλέ, κάποιοι φωνάζουν ότι πεινάνε.
-Και λοιπόν; Στείλε τους στα συσσίτια των ιδρυμάτων!
-Ρε συ ψηλέ, κάποιοι λένε ότι οι Τράπεζες τους πήραν τα σπίτια.
-Και πού είναι το πρόβλημα; Στείλε τους αντίσκηνα!
-Ρε συ ψηλέ, μερικοί μας απειλούν ότι θα μας κρεμάσουν.
-Σιγά τα ωά! Όταν τελειώσουμε το ''έργο'' μας, θα την κάνουμε εν μια νυκτί!
-Ρε συ ψηλέ, χθες άκουσα κάποιον να λέει ότι δεν ξέρεις ποδήλατο.
-Έλα ρε χοντρέ, σοβαρά μιλάς τώρα; Τι λέει ο άνθρωπος; Εγώ δεν ξέρω ποδήλατο; Τον πληροφορώ ότι η μάνα μου, όταν ήμουνα μικρός, μου είχε τάξει: ''Γιωργάκη, αν μάθεις ποδήλατο, θα σε στείλω να κυβερνήσεις την Ελλάδα''.

                                                                                                    Στέλιος  Αρώνης

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΕΩΝ

                              ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΕΩΝ






Την εποχή της Αναγέννησης, και ύστερα από μια πολύ μακρά περίοδο σκότους, φόβου, θανάτου και προκαταλήψεων, άρχισε σιγά-σιγά ένας πόλεμος, τον οποίον ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί. Κάποια φωτεινά μυαλά της εποχής, αμφισβήτησαν τη διατυπωμένη από την εκκλησία γεωκεντρική θεωρία του κόσμου και πυροδότησαν μια αντιπαράθεση μεταξύ της επιστήμης και της θρησκείας. Αργότερα, την εποχή του Διαφωτισμού, κάποια άλλα φωτεινά μυαλά, περισσότερα μάλιστα αυτή τη φορά, επιτέθηκαν ευθέως κατά της ανάλγητης, χρυσοπλούμιστης θρησκευτικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα ρεύμα αμφισβήτησής της. Τα χρόνια που ακολούθησαν, μεγάλοι διανοούμενοι του δυτικού κόσμου, τεκμηρίωσαν με επιχειρήματα την ανυπαρξία του όντος που, δήθεν, εκπροσωπούσαν οι ρασοφόροι, και έγραψαν φλογερά κείμενα, τα οποία ακόμα και σήμερα θεωρούνται αριστουργήματα.

Τον 20ο αιώνα, ο πόλεμος συνεχίστηκε σε ήπιους γενικά ρυθμούς, και η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στους μεγάλους, πραγματικούς πολέμους που στιγμάτισαν την εποχή και την ανθρωπότητα. Παρόλα αυτά, αν και οι θέσεις των περισσότερων σύγχρονων διανοουμένων και επιστημόνων ήταν αθεϊστικές και οι ίδιοι τάσσονταν κατά της θρησκοληψίας, οι τόνοι παρέμειναν χαμηλοί. Και φτάσαμε στην εποχή των υπολογιστών, όπου η πληροφορία μεταδίδεται με αστραπιαία ταχύτητα από τη μια άκρη της Γης στην άλλη και οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερα. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η μετάδοση ιδεών και απόψεων, οι οποίες αποκρύπτονταν σκόπιμα και συστηματικά από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Ταυτόχρονα, τα εκπληκτικά επιτεύγματα της επιστήμης, άνοιξαν τα μάτια πολλών και έδωσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, στα οποία η θρησκεία απαντούσε με απλοϊκές και ανυπόστατες θεωρίες. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος των δυο παρατάξεων έχει ενταθεί, το ποίμνιο έχει μειωθεί και το παπαδαριό αντιδρά σπασμωδικά και δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από αυτό της κοσμικής εξουσίας και του πλούτου.

Αντιλαμβάνεστε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, ο πόλεμος των δυο πλευρών θα συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση, το αποτέλεσμά του όμως είναι προδιαγεγραμμένο. Ο σκοταδισμός, η εκμετάλλευση και ο φόβος της θείας τιμωρίας, θα αποτελέσουν ένα ζοφερό παρελθόν, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από τις προκαταλήψεις χιλιετηρίδων. Ο αναίμακτος πόλεμος των δυο αντιμαχόμενων κοσμοθεωριών, θα λήξει με νικητή τη λογική, την ευθυκρισία και την πίστη, όχι βέβαια σε ανύπαρκτους θεούς, αλλά στην επιστημονική γνώση.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

                                        ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ






Τον τελευταίο καιρό, κυκλοφορούν προτροπές από διάφορα εκκλησιαστικά μπλογκς, για αναφορά και διαγραφή κάποιων φίλων από το φέισμπουκ, επειδή λέει προσβάλουν το Χριστό και την Παναγία. Μέχρι με αφορισμό έχουν απειλήσει κάποιους. Οι άνθρωποι αυτοί, καλώς ή κακώς, πιστεύουν κάπου, νομίζουν όμως ότι έχουν και το δικαίωμα να απαγορεύουν σε κάποιους άλλους να πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό, σε κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα δικά τους πιστεύω. Ξέχασαν ότι δεν ζούμε πλέον στον μεσαίωνα (αν και γι’ αυτό ορισμένες φορές αμφιβάλλω), κι ότι η γνώση για τον κόσμο, δεν αποτελεί αποκλειστικό τους προνόμιο. Κλείνουν τα μάτια στην πραγματική γνώση και αποφεύγουν να δουν κατάματα την αλήθεια, αυτό όμως βασικά είναι δικό τους πρόβλημα και δεν έχω την παραμικρή διάθεση να μπω στη διαδικασία κατήχησής τους. Σε καμία όμως περίπτωση δεν δέχομαι τις μεθοδεύσεις τους, με το αιτιολογικό ότι δήθεν προσβάλλονται τα ‘’είδωλά’’ τους.

Τα δικά μας ‘’είδωλα’’ (πραγματισμός, επιστήμη, επιχειρηματολογία, φιλοσοφία, κ.λ.π.), λεβέντες, τα προσβάλλετε συνεχώς εδώ και 1700 χρόνια, και μάλιστα, παλαιότερα, με έναν πολύ βίαιο, απάνθρωπο θα έλεγα, τρόπο. Δεχτείτε λοιπόν και την άλλη άποψη, κι αν νομίζετε ότι το δίκιο είναι με το μέρος σας, προσπαθήστε να μας πείσετε με επιχειρήματα και όχι με απειλές. Οι αφορισμοί και οι διαγραφές είναι αντιδράσεις ηττοπάθειας, γιατί προφανώς καταλάβατε ότι πνέετε τα λοίσθια. Τα ψωμιά των ψευδεπίγραφων θεών σας είναι λιγοστά πλέον και οι άνευ λογικής απόψεις σας τείνουν να καταστούν γραφικές. Οι άνθρωποι του σήμερα μορφώνονται περισσότερο, η πρόσβασή τους στις πληροφορίες είναι άμεση και διαρκής, και το αποτέλεσμα είναι να αμφισβητούν τις παραδόσεις και να παύουν να ζουν με ψευδαισθήσεις. Αν λοιπόν καταλάβετε έγκαιρα ότι το τέλος μιας μακράς περιόδου σκοταδισμού είναι κοντά, θα σταματήσετε να μας απειλείτε με διαγραφές και αφορισμούς και θα επικεντρωθείτε στις προσευχές σας, ευχόμενοι ‘’να μας φωτίσει ο θεός’’.



Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου Ε.Φ.




...Ο Έντι δεν ήταν χαζός. Από την πρώτη μέρα που είχε πατήσει το πόδι του στον Κέρβερο, είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε στον άθλιο εκείνο πλανήτη. Συνειδητοποιώντας ότι, η άφιξή του εκεί και η συνεχιζόμενη παραμονή του σ’ εκείνο το απαίσιο μέρος, ισοδυναμούσε με την υπογραφή της θανατικής του καταδίκης, φρόντισε να πάρει τα μέτρα του, ώστε να παρατείνει όσο ήταν δυνατόν την διάρκεια της ζωής του. Τη διαστημική στολή του την έβγαζε μόνο για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές του ανάγκες, μόλις όμως τελείωνε, την ξαναφορούσε χωρίς καθυστέρηση. Όσο για το κράνος του, αυτό δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο για να πάρει ένα γρήγορο γεύμα ή για να λούσει τα μαλλιά του. Το φορούσε ακόμα και στον ύπνο του. Παρατηρώντας το θλιβερό και μακάβριο θέαμα της συνεχούς απώλειας των συντρόφων του, ένιωθε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να το σταματήσει. Καταλάβαινε βέβαια ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το κατορθώσει, βλέποντας όμως τους άλλους να αρρωσταίνουν και να σβήνουν ένας-ένας με τη σειρά, ήταν αποφασισμένος να καταρρίψει όλα τα ρεκόρ μακροβιότητας και ανοσίας σ’ εκείνον τον απαίσιο τόπο, φροντίζοντας με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον έστω τον εαυτό του. Το γνώριζε καλά πως για να το καταφέρει χρειαζόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια, εκείνος όμως δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Ενδόμυχα, άλλωστε, πίστευε ότι υπήρχε και η δυνατότητα απόδρασης, καθώς ήταν ένθερμος οπαδός του δόγματος ‘’η ελπίδα πεθαίνει τελευταία’’. Από τη φύση του ήταν αισιόδοξος άνθρωπος, οπότε έλπιζε ότι κάποια στιγμή ίσως αυτό γινόταν πραγματικότητα.

Δε μπορεί, βρε αδελφέ, σκεφτόταν κατά καιρούς, προσπαθώντας να ανεβάσει μόνος του το ηθικό του όταν αντιλαμβανόταν ότι αυτό άρχιζε να πέφτει. Κάποτε θα εμφανιστεί κάποιο σκάφος στον ορίζοντα, και τότε βλέπουμε αν θα μπορέσουν να με κρατήσουν άλλο εδώ πάνω.

Είχε καταστρώσει και το σχέδιό του. Όταν το διαστημόπλοιο θα άρχιζε να ξεφορτώνει τις προμήθειες που έφερνε, θα ανακατευόταν με τους εργάτες και τα ρομπότ και, μόλις έβρισκε την κατάλληλη ευκαιρία, θα χωνόταν μέσα στο κήτος του σκάφους και θα κρυβόταν μέσα στις αποθήκες του. Μέχρι να αντιληφθούν οι άλλοι την απουσία του, εκείνος θα βρισκόταν ήδη μακριά. Ελπίζοντας φυσικά ότι, στην περίπτωση ανακάλυψής του, το σκάφος δεν θα επέστρεφε στον Κέρβερο για να τον παραδώσει στους υπεύθυνους, πίστευε πως θα τα κατάφερνε. Το θεωρούσε απλό, αλλά αποτελεσματικό σχέδιο και ήταν εντελώς αποφασισμένος, με την πρώτη ευκαιρία, να το θέσει σε εφαρμογή.

Τον τελευταίο καιρό το σκεφτόταν συνέχεια. Έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, και ζώντας σε μια διαρκή μονοτονία, νόμιζε ότι είχε αναλώσει στον Κέρβερο ολόκληρη τη ζωή του. Κουρασμένος ψυχικά από έναν ανελέητο καταιγισμό προβλημάτων, συναισθημάτων και σκέψεων, ώρες-ώρες απογοητευόταν, συγκρίνοντας όμως τον εαυτό του με τους άλλους, ξανάβρισκε τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Εκείνος, ναι μεν μπορεί να είχε κουραστεί από το συνεχές βάρος του κράνους, είχε όμως παραμείνει ακμαίος και υγιής, ενώ οι υπόλοιποι δεν τα κατάφερναν το ίδιο καλά. Καθώς αδυνατούσαν να κοιμηθούν φορώντας στολή και κράνος, έμεναν απροστάτευτοι από την ακτινοβολία και προσβάλλονταν εύκολα από τη ραδιενέργεια, με αποτέλεσμα να λιώνουν σαν τα κεριά. Απορούσαν μάλιστα με την υπομονή του να κοιμάται με πλήρη εξάρτηση, ο Έντι όμως τους αγνοούσε. Γνώριζε πως, αν δεν το έκανε, θα καταντούσε σαν εκείνους. Το ότι ήταν βασανιστικό να κοιμάται έτσι, ένας πραγματικός εφιάλτης, το είχε ζήσει καλά στο πετσί του, αυτός όμως θα συνέχιζε να το κάνει, ακόμα κι αν χρειάζονταν να περάσουν εκατό χρόνια μέχρι να ολοκληρώσει το σκοπό του. Δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την τιτάνια προσπάθειά του, δεν έτρεφε όμως και αυταπάτες. Ήξερε ότι αυτό το τελευταίο, αν αργούσε πολύ ακόμα η εμφάνιση του διαστημόπλοιου, μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει, μόνον όμως στην περίπτωση που θα τον πρόδιδαν οι δυνάμεις του, ή θα έχανε τα λογικά του.

Εκείνη την ημέρα δεν είχε προλάβει να σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά. Με χαλασμένα τα μισά ρομπότ του εργοταξίου, δεν είχε πάρει ανάσα. Έτρεχε και δεν προλάβαινε. Καθώς απουσίαζε παντελώς η πολυτέλεια της καθυστέρησης των εργασιών του ορυχείου, όφειλε να τα επισκευάσει γρήγορα. Όχι ότι θα είχε επιπτώσεις αν αργούσε να το κάνει, εκείνον όμως τον ενδιέφερε πρωτίστως η φήμη του. Θεωρείτο ο καλύτερος ηλεκτρονικός των αποικιών και την πρωτιά αυτή δεν είχε σκοπό να τη χαρίσει σε άλλον. Ακόμα κι αν ήξερε ότι θα πέθαινε την άλλη μέρα, ποτέ δεν θα άφηνε εκκρεμότητα, και τη δουλειά του θα την έκανε όσο καλύτερα μπορούσε.

Κόντευε να μεσημεριάσει όταν έβαλε σε λειτουργία και το τελευταίο ρομπότ. Έβγαλε για μια στιγμή το κράνος του για να σκουπίσει τον ιδρώτα του και άκουσε έναν δυνατό θόρυβο. Αρχικά νόμισε ότι είχε χαλάσει κάποιο από τα μεγάλα μηχανήματα εκσκαφής και μούγκριζε έτσι εκκωφαντικά, όταν όμως γύρισε το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση, το είδε. Πλησίαζε γρήγορα προς το μέρος τους, ήταν κατακίτρινο και φυσικά τεράστιο. Ένιωσε να συνταράζεται. Δεν τολμούσε να το πιστέψει. Η πρώτη σκέψη που έκανε αντικρίζοντάς το ήταν πως, η πολυπόθητη στιγμή που στωικά την περίμενε τόσο καιρό, είχε πια φτάσει.

Το φορτηγό διαστημόπλοιο, με τους φλεγόμενους επιβραδυντές του σε πλήρη ισχύ, ακούμπησε παλινδρομώντας στο έδαφος της μεγάλης αλάνας που χρησίμευε για διαστημοδρόμιο, έβγαλε έναν τελευταίο οξύ ήχο, σαν μουγκρητό πληγωμένου θηρίου, και ακινητοποιήθηκε, τυλιγμένο μέσα σε τόνους κουρνιαχτού. Η ξαφνική του εμφάνιση υποχρέωσε όλο το προσωπικό του εργοταξίου να παρατήσει στη μέση τις εργασίες του και να σταθεί ακίνητο και να το κοιτάζει με δέος.

Ο Έντι, αμέσως μετά το πρώτο ξάφνιασμα, φόρεσε ξανά την κάσκα του, μάζεψε τα εργαλεία του, κι έτρεξε να τα αφήσει στην αποθήκη. Νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, επέστρεψε γρήγορα κοντά στο διαστημοδρόμιο. Σκοπός του ήταν να παρακολουθήσει τις κινήσεις των μελών του πληρώματος, ελπίζοντας να καταφέρει κάποια στιγμή να χωθεί μέσα. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και με τίποτα δεν θα άφηνε την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να πάει χαμένη. Θα το επιχειρούσε, όποιο κι αν ήταν το τίμημα αυτού του τολμήματος.

Μόλις η σκόνη κατακάθισε και ξαναφάνηκε το περίγραμμα του διαστημικού θηρίου, ο Έντι είδε τη μπουκαπόρτα του να ανοίγει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη ράμπα για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων. Από μέσα άρχισαν να βγαίνουν κλαρκ και φορτοεκφορτωτές, οδηγούμενοι από μικρά ρομπότ, και εναπέθεταν τα ογκώδη κιβώτια που μετέφεραν κατευθείαν μέσα στις αποθήκες του οικισμού. Η ανθρώπινη παρουσία είχε περιοριστεί μονάχα στην είσοδο του σκάφους, αυτό όμως κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρο σημάδι ήταν. Δυο μεγαλόσωμοι κοσμοναύτες στέκονταν όρθιοι στις άκρες της ράμπας και παρακολουθούσαν τις κινήσεις όσων μπαινόβγαιναν στο σκάφος.

Σκούρα τα πράγματα, συλλογίστηκε ο Έντι. Μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ άλλον τρόπο να εισχωρήσω. Πώς στην ευχή θα περνούσα από μπροστά τους χωρίς να με αντιληφθούν; Τι δικαιολογία θα μπορούσα να βρω, αν με ρωτούσαν που πάω;

Δεν γνώριζε πόσο χρόνο θα διαρκούσε η παραμονή του σκάφους στον Κέρβερο, θεώρησε όμως ότι, αν ήθελε να πετύχει το σκοπό του, μάλλον θα έπρεπε να βιαστεί, κι αυτό του προκάλεσε πρόσθετο άγχος. Στάθηκε λίγη ώρα ακόμα εκεί και, όταν αντιλήφθηκε πως η εκφόρτωση τελείωνε, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Στην αποθήκη υπήρχαν τα κιβώτια με τα υλικά που προορίζονταν για εξαγωγή και ο Έντι θα έκανε την κίνησή του, πριν αρχίσει η φόρτωσή τους στο διαστημόπλοιο. Η Ιλιάδα του Ομήρου ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα και η θύμηση της εισόδου των Ελλήνων στην Τροία με τον δούρειο ίππο, ήταν το περιστατικό που του καθόρισε πως έπρεπε να ενεργήσει.

Έτρεξε στην αποθήκη χωρίς άλλη χρονοτριβή, αγνοώντας την υπόδειξη ενός συναδέλφου του να προσέχει τα μηχανήματα φορτοεκφόρτωσης, και κρύφτηκε πίσω από τις στοίβες των κιβωτίων. Απέφυγε εκείνα με το ουράνιο και διάλεξε ένα μεγάλο κιβώτιο που η επιγραφή του έγραφε ‘’ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ’’. Ξεκάρφωσε με ένα λοστό το καπάκι του και, αφού πρώτα έβγαλε τη στολή και το κράνος του, τα πέταξε σε ένα ντενεκέ για σκουπίδια. Έπειτα, καταβάλλοντας μια μικρή προσπάθεια, στριμώχθηκε μέσα στο λιγοστό ελεύθερο χώρο του. Στο τέλος, ξανάβαλε το καπάκι πρόχειρα από πάνω, συγκρατώντας το από μέσα με τα χέρια του, και περίμενε με αγωνία τη φόρτωσή του στο διαστημόπλοιο. Λίγα λεπτά αργότερα, που σ’ εκείνον φάνηκαν σαν αιώνες, άκουσε τα μηχανήματα να σηκώνουν ένα-ένα τα κιβώτια. Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά του δικού του. Αρχικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα και αμέσως μετά άρχισε να κινείται αιωρούμενος. Οι μηχανές των φορτοεκφορτωτών έκαναν μεγάλο θόρυβο καθώς μετέφεραν τα ογκώδη κιβώτια, εκείνος όμως άκουγε μόνον τους χτύπους της καρδιάς του, που την ένιωθε πως ήταν έτοιμη να σπάσει από το δυνατό ταρακούνημά της.

Όταν έπαψε να κινείται και άκουσε το μηχάνημα να απομακρύνεται, τότε κατάλαβε ότι πλέον βρισκόταν μέσα στο σκάφος. Δεν γνώριζε αν ήταν ασφαλής, δεν τολμούσε όμως και να κουνηθεί. Αν δεν βεβαιωνόταν ότι είχαν αναχωρήσει οριστικά και είχαν απομακρυνθεί αρκετά από εκείνον τον μισητό πλανήτη, δεν είχε σκοπό να μετακινηθεί από την άβολη θέση του.

Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. Όσο η ώρα περνούσε, τα μέλη του άρχισαν να πιάνονται και να νιώθει συμπτώματα ασφυξίας. Σιγά-σιγά, οι θόρυβοι και τα πηγαινέλα των μηχανημάτων άρχισαν να μειώνονται αισθητά, κι αυτό του έδωσε το θάρρος να ανασηκώσει λίγο το καπάκι για να μπορέσει να πάρει μιαν ανάσα. Το έκανε με χίλιες προφυλάξεις και, από το στενό άνοιγμα που δημιουργήθηκε, είδε ότι βρισκόταν μέσα σε ένα τεράστιο αμπάρι γεμάτο με δεκάδες μικρά και μεγάλα κιβώτια και πως οι φορτοεκφορτωτές εγκατέλειπαν ένας-ένας το χώρο. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες, ελπίζοντας ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες δόσεις του όχι και τόσο καθαρού αέρα που αναγκαζόταν να βάλει μέσα στα πνευμόνια του.

Άκουσε σιδερένιες πόρτες να κλείνουν και είδε τους μικρούς λαμπτήρες που κρέμονταν από την οροφή να ανάβουν και να φωτίζουν διακριτικά το χώρο. Επικράτησε μια μικρή ησυχία που δεν διήρκησε όμως πολύ. Εντελώς ξαφνικά, αντήχησε ο βόμβος των πανίσχυρων μηχανών του σκάφους που έπαιρναν μπροστά και ολόκληρο το μεταλλικό θηρίο άρχισε να δονείται, κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Ο Έντι λούφαξε ξανά μέσα στο ξύλινο κουτί του, αποφασισμένος να κάνει υπομονή. Η μεγάλη, η πολυπόθητη στιγμή, είχε πια φτάσει και θα ήταν ανοησία του να τους δώσει το δικαίωμα να τον ανακαλύψουν.

Όση ώρα διήρκησε η εκτόξευση, δεν κούνησε ούτε το δάχτυλό του, όταν όμως κατάλαβε ότι είχαν αφήσει μακριά τον πλανήτη, άνοιξε πάλι το κάλυμμα για να αναπνεύσει. Ότι η ποιότητα του αέρα ήταν καλύτερη, το αντιλήφθηκε από την πρώτη ρουφηξιά. Φαινόταν καθαρά πως τα σύγχρονα κλιματιστικά και οι ιονιστές του σκάφους έκαναν πολύ καλή δουλειά. Νιώθοντας ένα κύμα θριάμβου να γεμίζει την ψυχή του, ξανάκλεισε το καπάκι και κούρνιασε στη θέση του. Σιγά-σιγά κάποιες ατομικές του ανάγκες είχαν αρχίσει να κάνουν έντονα αισθητή την παρουσία τους, εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να συγκρατηθεί, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που θα γίνονταν αφόρητα πιεστικές...

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ

    Νομίζετε ότι πολύ θέλει ο άνθρωπος για να ''λαλήσει'' ιδίως όταν είναι πολίτης αυτής της χώρας που λέγεται Ελλάδα; Εγώ προσωπικά έχω φτάσει στα όριά μου και φοβάμαι ότι, αν συνεχιστεί αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, θα τα ξεπεράσω, με ολέθρια βέβαια αποτελέσματα για μένα και την οικογένειά μου. Κουράστηκα να ακούω κάθε μέρα για νέα μέτρα, κουράστηκα να ακούω εξαγγελίες για προσπάθειες εξόδου από την κρίση, κουράστηκα να βλέπω τις σκατόφατσές τους στην τηλεόραση. Κρίση, κρίση, κρίση, αποφάσεις και ευχολόγια. Μια χούφτα λαμόγια, αποφασίζουν δήθεν για το καλό μας, αλλά το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να μας στείλουν μια ώρα αρχύτερα στο τρελοκομείο ή στον τάφο. Δε σφάξανε. Λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο. Καλυμένοι πίσω από τον μανδύα της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, μας παίρνουν μέτρα για σάβανο, αλλά είναι τόσο αφελείς και ανόητοι που δεν κατάλαβαν ότι ο λάκκος που ανοίγουν, προορίζεται για τους ίδιους. Η υπομονή μας εξαντλήθηκε, το ταμείο μας είναι μείον, έχουμε όμως αξιοπρέπεια, έχουμε φιλότιμο, κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το καζάνι βράζει και δεν θα αργήσει να σκάσει. Αν το καταλάβουν έγκαιρα και σταματήσουν να παίζουν ταμπούρλο στις πλάτες μας, θα μας αδειάσουν τη γωνιά αναίμακτα, αν όμως συνεχίσουν να τραβούν το σκοινί, θα τους φάει το μαύρο χώμα, κι αυτό δεν είναι απειλή ή προειδοποίηση, αλλά μια απλή πρόβλεψη, που μπορεί εύκολα να την κάνει ο καθένας.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ

ΦΩΝΑΧΤΑ:   Αγαπητοί μου συμπολίτες, σας χαιρετώ!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Ζωντόβολα ψηφοφόροι, άντε να χαθείτε!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Σας υπόσχομαι ότι θα κάνω τα πάντα για να καλυτερεύσω τη ζωή σας.
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Θα κάνω τα πάντα για να καλυτερεύσω τη ζωή μου!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Αν με ψηφίσετε, θα δώσω μάχες για τα συμφέροντά σας!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Αν με ψηφίσετε, θα δώσω μάχες για τα συμφέροντά μου!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Σας υπόσχομαι ότι θα καταργήσω τα ρουσφέτια!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Σιγά μην καταργήσω τα ρουσφέτια!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα πολεμήσω τη γραφειοκρατία:
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Χέστηκα για τη γραφειοκρατία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:  Θα βελτιώσω το φορολογικό σύστημα σε ποιο δίκαιο!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Ναι κάντε όρεξη. Θα φάτε καλά, μόλις πάρω την εξουσία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα κάνω διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με αυτό το πλευρό να κοιμάστε!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα διωχθούν όσοι έχουν κατασπαταλήσει το δημόσιο χρήμα!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Σιγά τα ωά! Αφού, ρε ζωντόβολα, υπάρχουν και δικοί μου ανάμεσά τους!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα αυξήσω τους μισθούς και τις συντάξεις!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Των δικαστικών και των βουλευτών βέβαια, όχι τις δικές σας!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα πατάξω τη φοροδιαφυγή!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με έχετε για μαλάκα; Σιγά μην πληρώσουν και οι δικοί μου εφορία!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα γίνουν επενδύσεις!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Με τι λεφτά, ρε ηλίθιοι;
ΦΩΝΑΧΤΑ:  Θα αλλάξω τη χώρα, έτσι που δεν θα τη γνωρίζετε!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Χα,χα,χα. Θα της αλλάξω τα φώτα!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα εκσυγχρονίσω τις υποδομές!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Των επιχειρήσεών μου, βεβαίως, βεβαίως!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα αυξήσω τις θέσεις εργασίας!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Φυσικά, αφού θα πάτε οι περισσότεροι στο εξωτερικό!
ΦΩΝΑΧΤΑ:   Θα δοθούν περισσότερα χρήματα για την υγεία και την παιδεία!
ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ:  Καλά τώρα, λέμε και καμμιά μαλακία για να περάσει η ώρα!

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ

   Ειλικρινά, επειδή δεν αντέχω άλλη μείωση μισθού, άλλη αύξηση χαρατσιών, κι επειδή θλίβομαι με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας, αποφάσισα να προφητεύσω το μέλλον, για να ξεφύγω νοερά από όλα αυτά, αφού και όλοι όσοι το έκαναν πριν από μένα, έξω έπεσαν, έτσι κι αλλιώς.
    Το έτος 2100, λοιπόν, μια χρονιά κατά την οποία, κι ευτυχώς δηλαδή, δεν θα βρίσκεται στη ζωή κανένας από μας, πρωθυπουργός και αρχιεπίσκοπος θα είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Θα είναι κάποιος ονομαζόμενος ΙΕΡΟΔΟΥΛΟΣ, (καμμία σχέση με τα κορίτσια της οδού Αθηνάς). Οι εκκλησίες, λόγω της δραματικής μείωσης των πιστών, θα συγχωνευτούν με τους ναούς του ποδοσφαίρου, οι δε ιερείς θα εκτελούν και χρέη διαιτητών. Κατά τη διάρκεια των αγώνων-λειτουργιών, θα επιτρέπονται κατά παρέκκλισιν  οι ψαλμοί, αλλά και τα κατεβάσματα καντηλιών, αγίων και χριστοπαναγίων και από τα μεγάφωνα θα ακούγεται το τραγούδι IN STAIRWAY TO HEAVEN WITH FOOTBALL, SNACS AND ROCK N' ROLL. Στο σχόλασμα, θα μοιράζονται στους φιλάθλους-πιστούς εικονίτσες των αγίων που θα θεωρούνται προστάτες των αγαπημένων τους ομάδων. Οι κερδισμένοι θα κάνουν το σταυρό τους και θα δοξάζουν το θεό και οι χαμένοι θα βρίζουν τον διαιτητή, δηλαδή τον παπά. Η χρήση βίας θα τιμωρείται παραδειγματικά... με νηστεία και προσευχή. Στους αγώνες της εθνικής, θα τελείται δοξολογία και στους αγώνες των μεγάλων ομάδων θα τελείται ευχέλαιο. Στους αγώνες των μικρών ομάδων, θα αρκεί ένα ''πάτερ ημών'' από τον παπά-διαιτητή.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ  Ε.Φ.

                                                    Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ




Του άρεσε να περνάει μέσα από τα χαλάσματα. Δρόμος, έστω χωμάτινος, υπήρχε, εκείνος όμως προτιμούσε τη διαδρομή μέσα από τα ερείπια. Η μητέρα του τον μάλωνε που έφθειρε τα παπούτσια του, οι φίλοι του τον αποκαλούσαν κολλημένο, αλλά εκείνος συνέχιζε να ακολουθεί το ίδιο, ανορθόδοξο δρομολόγιο, κάθε φορά που πήγαινε στην εκκλησία. Και πήγαινε κάθε Κυριακή ανελλιπώς. Δεν έκανε αυτή τη διαδρομή από ιδιοτροπία. Οι λόγοι που του το επέβαλαν ήταν απόλυτα λογικοί. Ο πρώτος και βασικότερος, ήταν καθαρά πρακτικός. Περνώντας μέσα από την κατεστραμμένη, παλιά πόλη, συντόμευε τη διαδρομή κατά ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Ο δεύτερος ήταν συναισθηματικός. Του δινόταν κάθε φορά η ευκαιρία να δει από κοντά ό, τι είχε απομείνει από το σπίτι του επιστήθιου φίλου του, του Φώντα, και να τροφοδοτήσει τη σκέψη του με αναμνήσεις.

Όταν έγινε ο βομβαρδισμός, η οικογένεια του Φώντα δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από την πόλη, με αποτέλεσμα να ξεκληριστεί. Δυστυχώς, δεν ήταν οι μόνοι. Μαζί μ’ αυτούς σκοτώθηκαν άλλες δεκαοκτώ χιλιάδες άνθρωποι, η πλειοψηφία δηλαδή των κατοίκων της μικρής τους πόλης. Η οικογένεια του Ντένιου και δυο-τρεις χιλιάδες ακόμα συμπολίτες τους, είχαν επιζήσει, χάρη στην πίστη τους στο Θεό. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο ιερέας του ναού, κάθε Κυριακή που πήγαιναν να εκκλησιαστούν, ο Ντένιος όμως, αν κι ο ίδιος πίστευε στο Θεό, δυσκολευόταν να το πιστέψει. Δεν καταλάβαινε γιατί ο εφημέριος επέμενε να τους το διατυμπανίζει. Η οικογένεια του Φώντα ήταν ευσεβής, θρησκευόμενη και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά της καθήκοντα, αλλά παρόλα αυτά δεν είχε καταφέρει να αποφύγει το θάνατο. Η πίστη της στον ουράνιο πατέρα δεν την είχε βοηθήσει να επιζήσει.

Περνώντας τώρα μπροστά από εκείνον τον σωρό ερειπίων που κάποτε ήταν το σπίτι του φίλου του, ένιωσε να δακρύζει. Συγκινήθηκε στη θύμηση των τόσων ωραίων στιγμών που είχαν περάσει μαζί. Είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα, δεν μάλωναν ποτέ και έπαιζαν μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η μόνη διαφορά τους ήταν πως ο Φώντας δεν τα κατάφερνε τόσο καλά στα μαθήματα, όσο εκείνος. Αυτό όμως δεν είχε σημασία, ούτε είχε αποτελέσει ποτέ αιτία για αντιπαράθεση.

Σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε το δρόμο του για την εκκλησία. Σήμερα ήταν η Κυριακή του άφρονος πλουσίου και στην ενορία τους θα παραβρισκόταν και ένας δεσπότης. Οι γονείς του είχαν πάει από πιο νωρίς, εκείνος όμως, όπως πάντα, συνήθιζε να αργεί λίγο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει πριν από ένα χρόνο, αλλά οι πληγές που είχε ανοίξει θα περνούσαν πολλά χρόνια έως ότου επουλώνονταν. Ο παπάς τους έλεγε ότι, αυτό που είχε συμβεί, ήταν θέλημα Θεού, για να ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά. Το τέλος του πολέμου είχε βρει ένα σχεδόν κατεστραμμένο πλανήτη, αλλά είχαν επιζήσει μόνον όσοι αγαπούσαν τον Θεό και σέβονταν τη θρησκεία. Οι υπόλοιποι, οι λάτρεις του σατανά, είχαν βρεθεί εκεί που τους άξιζε. Τώρα, γιατί μαζί με αυτούς είχε πάει και η οικογένεια του Φώντα, αυτό ποτέ του ο Ντένιος δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.

Είχε ήδη κλείσει τα δεκαεπτά του χρόνια και ολόκληρη η ζωή βρισκόταν μπροστά του, γι’ αυτό όφειλε να βλέπει τα πράγματα με αισιοδοξία. Ήταν πια αρκετά μεγάλος για να κρίνει λογικά και να παίρνει σωστές αποφάσεις. Μπορεί να ζούσαν στερημένα και οι συνθήκες διαβίωσής τους να μην ήταν οι ιδανικότερες, αλλά είχαν επιζήσει από ένα φοβερό πόλεμο και είχε αποδειχτεί ότι όλοι οι επιζώντες ήταν τα αγαπημένα τέκνα του Θεού. Άλλωστε, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν διέτρεχαν σχεδόν κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, αφού οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει με συμβατικές βόμβες και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πυρηνικά. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος που τολμούσε να περνάει άφοβα ανάμεσα από τα βομβαρδισμένα κτήρια.

Έφτασε έξω από την εκκλησία και πλησίασε στην είσοδο. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό και είδε ότι ήταν σχεδόν γεμάτη. Μπήκε κι εκείνος, άναψε το κεράκι του, προσκύνησε με ευλάβεια την μεγαλόπρεπη εικόνα του Χριστού και τραβήχτηκε σε μια άκρη. Παρακολούθησε όλη τη λειτουργία με κατάνυξη και στο τέλος έριξε όλο το βάρος της προσοχής του στον επίσκοπο που εμφανίστηκε με εντυπωσιακό τρόπο μπροστά τους. Ο ανώτατος ιερωμένος, ανέβηκε στον άμβωνα του ναού, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και ο Ντένιος αναρωτήθηκε σε τι αποσκοπούσε η εξεζητημένη εμφάνιση ενός απλού εκπροσώπου του Θεού.

«Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε το κήρυγμά του ο δεσπότης, «σήμερα είναι μια πολύ μεγάλη μέρα. Η παραβολή του άφρονος πλουσίου πρέπει να μας διδάξει πολλά. Ας μην ξεχνάμε τις δύσκολες καταστάσεις που περάσαμε και τις δυσκολίες που έχουμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε. Ο Θεός μας συμβουλεύει να είμαστε ευσεβείς, ταπεινοί, ολιγαρκείς, ελεήμονες και να μην επιθυμούμε τα μεγαλεία και τα πλούτη. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, μας λέει χαρακτηριστικά, δια στόματος του Χριστού. Ας είμαστε…», ο Ντένιος έπαψε να δίνει προσοχή στα λεγόμενα του δεσπότη. Έπιασε με την άκρη του ματιού του την Εύη, που στεκόταν στην απέναντι πλευρά της εκκλησίας και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή.

Δεν το περίμενε ότι θα τη συναντούσε. Δεν ήξερε ότι εκκλησιαζόταν εκεί. Είχε την εντύπωση ότι πήγαινε στην άλλη εκκλησία, απέναντι στο λόφο. Τώρα που την είδε να εμφανίζεται εκθαμβωτική απέναντί του, ξέχασε όλα τα άλλα και επικέντρωσε την προσοχή του επάνω της. Την πολιορκούσε εδώ και καιρό. Του άρεσε υπερβολικά και πίστευε ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Αντικρίζοντάς την εκεί, σκεφτόταν να βρει τρόπο με τον οποίον θα έπρεπε να ενεργήσει όταν θα τελείωνε η εκκλησία και θα έβγαιναν έξω, για να καταφέρει να την πλησιάσει. Πιθανότατα είχε έρθει με τους γονείς της, κάποια ευκαιρία όμως θα του δινόταν για να μιλήσει λίγο μαζί της.

Δεν έπαψε λεπτό να την κοιτάζει και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Η κοπέλα, κοκκίνισε ελαφρά, χαμογέλασε αδιόρατα και χαμήλωσε το κεφάλι της. Ο Ντένιος αναθάρρησε. Θεώρησε θετική την αντίδρασή της. Θα την ξεμονάχιαζε και θα της τα έριχνε στα ίσα. Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα γινόταν το κορίτσι του.

Μόλις ο δεσπότης τελείωσε το κήρυγμα και ο παπάς άρχισε να ψέλνει, «δι’ ευχών των αγίων πατέρων…», έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Βγήκε πρώτος από την εκκλησία και στάθηκε απέναντι από την έξοδο, περιμένοντας την εμφάνιση της Εύης. Καθώς παρακολουθούσε τον κόσμο, πρόσεξε το σκάφος που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι του ναού και πλησίασε κοντά του. Ήταν ένα καταπράσινο, γυαλιστερό αερόπλοιο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Το χάζευε με θαυμασμό, έχοντας όμως και το νου του να μη χάσει από τα μάτια του την Εύη. Κι ενώ αναρωτιόταν ποιος ήταν ο τυχερός που, σ’ εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, κατείχε ένα τόσο πολυτελές μεταφορικό μέσον, είδε το δεσπότη να βγαίνει από την πλαϊνή έξοδο του ναού και να κατευθύνεται προς το σκάφος. Ο πιλότος του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχος στη θέση του, μόλις είδε τον ιερωμένο, πετάχτηκε γρήγορα έξω κι έτρεξε να του ανοίξει την πόρτα.

Ο Ντένιος έμεινε ακίνητος, να κοιτάζει αποσβολωμένος τη σκηνή. Δεν χρειάστηκε να δει περισσότερα για να νιώσει να γκρεμίζονται όλα μέσα του. Μεμιάς, γέμισε η ψυχή του με αμφιβολίες. Χτένισε με το βλέμμα του τους ανθρώπους που έβγαιναν μέσα από την εκκλησία και ένιωσε το στόμα του να ξεραίνεται. Όλοι τους ήταν απλοί, φτωχοί και εξαθλιωμένοι άνθρωποι και αμφέβαλλε αν βρισκόταν κάποιος ανάμεσά τους, έστω ένας, που να ζούσε έτσι όπως ζούσε ο δεσπότης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αμφισβήτησε τα πάντα γύρω του. Ο κόσμος σίγουρα δεν ήταν όπως ήθελαν να τους τον παρουσιάζουν. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, τους είχε πει ο δεσπότης, ο ίδιος όμως ζούσε μέσα στη χλιδή.

Την ώρα που είδε την Εύη να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο, ήταν πλημμυρισμένος από ερωτηματικά. Εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε ποιο ήταν το σωστό και τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, για ένα πράγμα όμως ήταν εντελώς σίγουρος. Για ένα πράγμα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία, κι αυτό δεν ήταν άλλο από την απόφασή του, πως δεν επρόκειτο ποτέ πια στην υπόλοιπη ζωή του να ξαναπατήσει το πόδι του στην εκκλησία.



@ @ @ @ @ @ @ @



Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ(;) ΖΩΗ

    Μία από τις αντιφάσεις των θρησκειών, η μεγαλύτερη απ' όλες, είναι η δοξασία περί ύπαρξης μεταθανάτιας ζωής. Τελικά, λεβέντες με τα μαύρα ράσα, πεθαίνουμε ή δεν πεθαίνουμε; Γιατί, αν μεν παύουμε να ζούμε (αυτό δεν σημαίνει η λέξη ''θάνατος'';), τότε πώς γίνεται να συνεχίζεται η ζωή μας αλλού; Ο ισχυρισμός σας είναι ότι εκείνο που συνεχίζει να ζει είναι η ψυχή, αν όμως ανοίξετε κάποια εγκυκλοπαίδεια, θα μάθετε ότι οι έννοιες ''σώμα'' και ''ψυχή'' είναι αλληλένδετες. Χωρίς σώμα δεν υπάρχει ψυχή. Η ψυχή, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύνολο των ψυχικών φαινομένων που διαθέτει ο άνθρωπος, δηλαδή ''σκέψη'', διανόηση'', ''συναίσθημα'', ''βούληση'', κ.λ.π. Όταν επέλθει ο θάνατος, αυτά όλα αποδημούν μαζί με τον ''απελθόντα''. Οι εικασίες σας ότι η ψυχή μεταβαίνει σε άλλους κόσμους, κι εκεί επιβραβεύεται ή τιμωρείται, ανάλογα με τον τρόπο ζωής του κατόχου της, δεν ευσταθούν, για έναν ακόμα απλό λόγο. Αν η ψυχή είναι άϋλη, τότε πώς γίνεται να πηγαίνει στην κόλαση και να υφίσταται τα μαρτύρια που ισχυρίζεστε; Νιώθουν πόνο ο αέρας, το κενό, τα σύννεφα, τα οράματα; Πόνο νιώθουν μόνον οι ζωντανοί οργανισμοί, ή μήπως κάνω λάθος; Οι μεταφυσικές ιστοριούλες σας, είναι αναπόδεικτες, αφελείς και στοχεύουν στον εκφοβισμό του ποιμνίου. Αν πάλι υπάρχει μετά θάνατον ζωή, δεν υπάρχει λόγος να χρησιμοποιείτε τη λέξη ''θάνατος'', γιατί σύμφωνα με τα λεγόμενά σας, τελικά θάνατος δεν υπάρχει, όλοι όμως κλαίμε γι' αυτόν που μας άφησε, και που δεν πρόκειται να τον ξαναδούμε.
    Τώρα, θα μου πείτε ότι αυτά όλα είναι απόψεις των υλιστών και πως οι πνευματοκράτες διαφωνούν, το ζήτημα όμως είναι ότι οι υλιστές προσκομίζουν που και που και καμμιά αποδειξούλα, κάτι που εσείς, οι εκπρόσωποι των θρησκειών, αποφεύγετε να κάνετε. Οι υλιστές προβάλουν επιχειρήματα, εσείς προβάλετε υποθέσεις και ανυπόστατες θεωρίες. Είναι τόσες πολλές οι ανακρίβειες, οι υπερβολές και οι αντιφάσεις σας, που υποχρεώνουν, ακόμα κι ένα μικρό παιδί να αμφιβάλλει. Ειδικά στο ζήτημα της ''μετά θάνατον ζωής'', έχετε μπερδέψει τόσο πολύ τα πράγματα, ώστε πρέπει να είναι κανείς πολύ αφελής και ευκολόπιστος για να αποδεχτεί μια τόσο εξωφρενική θεωρία. Ποντάρετε στο φόβο του ανθρώπου για το άγνωστο και, κυρίως, για τον θάνατο, και εκμεταλλεύεστε αυτό του το συναίσθημα, να είσαστε όμως βέβαιοι ότι, μετά τον θάνατό του, θα πάψει να διακατέχεται από τέτοιου είδους συναισθήματα!

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το τελευταίο μου μυθιστόρημα.
   
    Η εμφάνιση του παπά, την έβγαλε από τις σκέψεις. Ο πάτερ-Ονούφριος παρουσιάστηκε, φορώντας τα εντυπωσιακά άμφιά του, μπροστά στην ωραία πύλη, ευλόγησε το ποίμνιό του, μουρμουρίζοντας τα τυποποιημένα λόγια του τελετουργικού και, πριν επιστρέψει στο ιερό, κοίταξε προς το μέρος που καθόταν η Μαρία και της μειδίασε ελαφρά. Εκείνη ένιωσε να καμαρώνει. Ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο, ο ιερέας όμως μόνο στο πρόσωπό της έδωσε σημασία. Η ενέργεια αυτή του εφημέριου, πιθανόν να μην έγινε αντιληπτή από τους υπόλοιπους εκκλησιαζόμενους, εκείνην όμως την ανέβασε στα ουράνια. Για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην πατούσε στη γη. Ένιωσε σαν άγγελος. Έκανε το σταυρό της και ευχαρίστησε ενδόμυχα το Θεό που την είχε επιλέξει για αγαπημένο του τέκνο. Μέσα στο κατανυκτικό περιβάλλον του ναού, μυρίζοντας τις ευωδιές του λιβανιού και των κεριών, συνειδητοποίησε ότι ήταν ευλογημένη. Οι παλιές δύσκολες μέρες ανήκαν οριστικά στο παρελθόν. Από δω και στο εξής, η ζωή εκείνης και της οικογένειάς της, προμηνυόταν ευοίωνη. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι όλα αυτά συνέβαιναν σαν ένα ελάχιστο δείγμα της ανταμοιβής της για την πίστη της στο Θεό. Η ακλόνητη πεποίθησή της ότι, η προσήλωση στις ιερές γραφές και η απαρέγκλιτη συμμόρφωση με τις επιταγές των εκπροσώπων του Μεγαλοδύναμου, κάποια στιγμή επιβραβεύονται, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά.


Ο άντρας της σπανίως τη συνόδευε στις επισκέψεις της στην εκκλησία, αλλά εκείνη δεν τολμούσε να του αντιτεθεί. Ο Μπάζας προτιμούσε να μένει στο σπίτι και να κοιμάται. Το πρωινό χουζούρεμα στο κρεβάτι, βέβαια μετά τον καφέ, το ποτό και το τσιγάρο, ήταν η μεγαλύτερή του απόλαυση. Αυτό συνέβαινε σε καθημερινή βάση και κανένας κυριακάτικος εκκλησιασμός, κανένας παπάς, ούτε και κάποιες σπάνιες και άτολμες παραινέσεις της συμβίας του για συμμόρφωσή του με τις διδαχές της θρησκείας, μπορούσαν να του αλλάξουν το κεφάλι. Το ίδιο χούι είχε και ο γιος της. Μετά βίας κατάφερε και τον σήκωσε να την πάει με το καινούριο του αυτοκίνητο, κι αν αυτός προθυμοποιήθηκε να θυσιάσει τον πρωινό του ύπνο και να την μεταφέρει, το αποφάσισε περισσότερο για να κάνει επίδειξη του πανάκριβου οχήματός του στους άλλους και όχι τόσο για να εξυπηρετήσει τη Μαρία. Ευτυχώς είχε υποσχεθεί στη μητέρα του ότι, μόλις τελείωνε η λειτουργία, θα βρισκόταν απ’ έξω για να την παραλάβει, κι αυτό την είχε ικανοποιήσει περισσότερο ακόμα και από το να τη συνόδευε μέσα. Η ματαιοδοξία της, είχε υπερισχύσει της θρησκοληψίας της.



Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

ΟΙ ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

    Η θρησκεία πολεμούσε και συνεχίζει να πολεμάει την επιστήμη και η ιστορία βρίθει από αμέτρητα παραδείγματα αυτού του λυσσαλέου πολέμου. Οι εκπρόσωποι της εκκλησίας, της κάθε εκκλησίας, προσπαθούν με κάθε τρόπο και με όλα τα μέσα να υπερασπιστούν την υποτιθέμενη αλήθεια των αναπόδεικτων θεωριών τους, η πλάστιγγα όμως αρχίζει και γέρνει προς το μέρος της επιστήμης. Η θρησκεία εικάζει, η επιστήμη αποδεικνύει. Ο παραλογισμός μάχεται τη λογική, αλλά δεν θα αντέξει για πολύ ακόμα. Δεν θα αργήσει η μέρα που οι άνθρωποι θα αποτινάξουν από πάνω τους το ζυγό των ρασοφόρων και θα απαλλαγούν από την ρυπαρή παρουσία τους. Το ερώτημα βέβαια είναι, για ποιο λόγο συνεχίζουν οι πολλοί να σέρνονται πίσω από το άρμα της θρησκείας, και την απάντηση μου την έδωσε μια νεαρή φίλη: Φοβούνται το θάνατο, νιώθουν ανασφάλεια και προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου.
    Εντάξει, φίλη μου, αυτό είναι εν μέρει ανθρώπινο και κατανοητό, πόση ασφάλεια όμως μπορεί να νιώσει κάποιος, στηριζόμενος σε αόριστες υποσχέσεις, σε αντιφατικές ερμηνείες και ζώντας με ψευδαισθήσεις; Η θρησκεία παραληρεί, τη στιγμή που η επιστήμη καταρρίπτει μία-μία τις θεωρίες της, αποδείχνοντας ότι η αλήθεια βρίσκεται στην έρευνα και όχι στην αποχαύνωση. Κι εγώ θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα για τον προορισμό του ανθρώπου, και γενικότερα της ζωής, προσπαθώ όμως να τα μάθω μελετώντας και άλλες απόψεις, πέραν αυτών που εκφράζουν τα ''ιερά'' βιβλία. Τα επιτεύγματα της επιστήμης, ιδιαίτερα στον τομέα της βιολογίας, μας παρουσιάζουν έναν άλλον κόσμο, τον οποίον δεν θα μπορούσαμε να τον φανταστούμε, αν παραμέναμε προσκολλημένοι στα γραπτά και τις αοριστολογίες των εκπροσώπων του θεού. Κι αντί να διδάσκονται στα σχολεία οι εξελίξεις της βιολογίας, διδάσκονται θρησκευτικά.
    Η αντίσταση των ρασοφόρων είναι σπασμωδική και θα αποδειχτεί αναποτελεσματική. Οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι νέοι, ξύπνησαν και σύντομα θα τους βάλουν στο περιθώριο. Τις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος θα αλλάξει σημαντικά, η επιστήμη θα δώσει όλες τις απαντήσεις στα εναπομείναντα αναπάντητα ερωτήματα που ταλανίζουν τον ψυχικό μας κόσμο και οι άντρες με τα μαύρα θα πάνε εκεί που τους αξίζει. Θα βρεθούν στο περιθώριο και θα αναπολούν τις μέρες  του σκοταδισμού και της οπισθοδρομικότητας, που γι' αυτούς βέβαια ήταν μέρες δόξας!  

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΗ

    Παράδοση σημαίνει συνέχιση τυπολατρειών και εθίμων, συνηθέστερα μάλιστα σε κλειστές και συντηρητικές κοινωνίες. Δεν είμαι αντίθετος στη διατήρηση κάποιων λαογραφικών εκδηλώσεων, παρόλο που η συνεχής επανάληψή τους, πέρα από κουραστική, καταντάει βαρετή και ανούσια, ενίσταμαι όμως όταν ακούω μερικούς να λένε: ''Τα κάνουμε, γιατί έτσι τα βρήκαμε''. Την κουβέντα αυτή την άκουσα πάλι πριν από λίγες μέρες από το στόμα μορφωμένης γυναίκας στην εξοχή, όταν προσκάλεσα την οικογένειά της σε δείπνο, την Κυριακή 14 Αυγούστου. Αρνήθηκε ευγενικά την πρόσκλησή μου, λέγοντάς μου ότι την επόμενη μέρα θα πήγαιναν να κοινωνήσουν. Σε σχόλιό μου ότι δεν θα ήταν δα και τόσο μεγάλο κακό να ξεφύγουν μια φορά από τα τυποποιημένα, μου απάντησε, και μάλιστα φανερά ενοχλημένη, ότι ακολουθούν αυτά που βρήκαν από τους προηγούμενους. Ο τρόπος της και η εμμονή της σε πρακτικές που έχουν ξεπεραστεί από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, με στενοχώρησαν. Βλέποντας ότι ήταν δύσκολο να την μεταπείσω, δεν συνέχισα την κουβέντα μαζί της. Αν τη συνέχιζα, θα της έλεγα: ''Πιστεύεις ότι η προσκόλληση σε μια ξεπερασμένη ιδέα, κάνει καλό στον άνθρωπο; Αν σου υπενθύμιζα ότι κάποιοι μακρινοί μας πρόγονοι, αμφισβήτησαν την αξία αυτών που βρήκαν από τους ανθρώπους του περίγυρού τους, και έκαναν προσπάθειες να τα αλλάξουν, θα συνέχιζες να υποστηρίζεις το ίδιο; Οι άνθρωποι εκείνοι, ζούσαν σε σπηλιές, φορούσαν προβιές ζώων, κυνηγούσαν με ρόπαλα και λάτρευαν ξόανα, κι αν οι απόγονοί τους τα άφηναν όπως τα βρήκαν από τους προηγούμενους, εσύ σήμερα δεν θα κυκλοφορούσες με αυτοκίνητο, δεν θα φορούσες μεταξωτό φόρεμα, δεν θα έμενες σε σπίτι με όλες του τις ανέσεις, δεν θα πήγαινες διακοπές δεν θα ζούσες τόσα χρόνια, δεν θα μόρφωνες τα παιδιά σου και, γενικά, θα βρισκόσουν ακόμα σε πρωτόγονη κατάσταση. Πάψε λοιπόν να μένεις πιστή σε μια παράδοση, η οποία στην ουσία δεν έχει να σου προσφέρει τίποτα περισσότερο, πέραν κάποιων φρούδων ελπίδων. Η απαγκίστρωση από τη νοοτροπία του ''έτσι τα βρήκαμε'', δημιούργησε το θαύμα του ανθρώπινου πολιτισμού, κι αυτό είναι κάτι που δύσκολα αμφισβητείται.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Άλλο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα.

...Τώρα όμως είχε αναθαρρήσει. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας για την κατοχύρωση των κληρονομικών δικαιωμάτων της, πετούσε σε πελάγη ευτυχίας. Αμέσως μετά θα άρχιζε την προσωπική της ‘’αναβάθμιση’’. Θα επισκεπτόταν τα ινστιτούτα αισθητικής και τα κομμωτήρια και θα μεταμορφωνόταν σε μανούλι. Για τον αδελφό της βέβαια δεν είχε στενοχωρηθεί ιδιαίτερα. Εκτός του γεγονότος ότι, όσο εκείνος ζούσε, οι σχέσεις τους δεν ήταν αγαθές, η ίδια ήταν και μοιρολάτρης και θεοφοβούμενη.


«Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού», είπε στην Αλίνα, όταν εκείνη της έκανε παρατήρηση για την εμφανή απουσία θλίψης και πένθους για τον χαμό του Βούγενα. «ΕΚΕΙΝΟΣ αποφασίζει για τη ζωή και για το θάνατο. Άλλωστε, μάλλον τον τιμώρησε για την απαράδεκτη συμπεριφορά του απέναντί μου», της είχε δικαιολογηθεί για την ψυχρή και ασυγκίνητη στάση της, δείχνοντας ταυτόχρονα με το δάχτυλό της προς τον ουρανό, και η αλήθεια ήταν ότι το πίστευε. «Στο κάτω-κάτω, εκείνος δεν ήταν που δεν μου μιλούσε και με είχε διαγράψει από αδελφή του; Εγώ δεν του είχα κάνει τίποτα. Γιατί λοιπόν να στενοχωρηθώ;».

Σ’ αυτό το θέμα ισχυριζόταν με αναίδεια ότι δεν είχε εντελώς άδικο που σκεφτόταν και αισθανόταν έτσι, ποτέ της όμως δεν αναρωτήθηκε ποια ήταν η βαθύτερη αιτία αυτής του της συμπεριφοράς απέναντί της. Γνώριζε βέβαια ότι είχε ψυχρανθεί με τον άντρα της, το φταίξιμο όμως το έριχνε όλο επάνω στον αδελφό της. Θεωρούσε πως, όποιο κι αν ήταν το πρόβλημα που είχε με τον Μπάζα, με εκείνην είχε υποχρέωση να μιλάει, κλείνοντας προκλητικά τα μάτια μπροστά στα τραγικά λάθη και τις παράλογες απαιτήσεις του συζύγου της, παρόλο που όλα αυτά ήταν κυρίως υπαίτια γι’ αυτήν την ψυχοφθόρα κατάσταση.

Αυτά όλα ανήκαν τώρα στο παρελθόν. Από τη στιγμή που απέκτησαν μια μεγάλη περιουσία, δεν είχαν να ανησυχούν για τίποτα. Η Μαρία πίστευε ότι, αυτή η εντυπωσιακή αλλαγή της ζωής τους προς το καλύτερο, ήταν θέλημα Θεού. Άλλωστε, γιατί να μην το πιστεύει; Εκείνη πήγαινε τακτικά στην εκκλησία, νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και προσευχόταν ευλαβικά κάθε βράδυ προτού πέσει για ύπνο, κάτω από το εικονοστάσι και το αναμμένο καντήλι, οπότε το θεώρησε σαν ανταμοιβή για την συνεπή και ανελλιπή εκτέλεση των θρησκευτικών της καθηκόντων. Τώρα, για ποιο λόγο, η γυναίκα του αδελφού της, η οποία ακολουθούσε κι εκείνη την ίδια ακριβώς θρησκευτική τυπολατρεία, είχε πεθάνει άδικα με εκείνον τον ξαφνικό και φριχτό τρόπο, ούτε που την απασχόλησε ιδιαίτερα.

«Δεν μπορούμε να ξέρουμε τις σκέψεις του κυρίου και Θεού μας», έλεγε σε όποιον της υπέβαλλε εκείνο το απλοϊκό ερώτημα. «Η μεγαλοσύνη του γνωρίζει καλύτερα από μας, κι εγώ δεν είμαι σε θέση να κρίνω τις αποφάσεις του. Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου».

Και κάνοντας επιδεικτικά ένα μεγάλο σταυρό, απέφευγε να προβεί σε άλλες εξηγήσεις, αδιαφορώντας αν οι άλλοι έδιναν την ίδια ή διαφορετική ερμηνεία σε λογικές, μεταφυσικές απορίες.

Την επόμενη μέρα θα άρχιζε την ‘’επισκευή’’ του εαυτού της, φιλοδοξώντας, όταν ερχόταν ο γιος της από την Ιταλία, να δυσκολευτεί να τη γνωρίσει. Σε λίγες μέρες ο μονάκριβος γιος της θα ερχόταν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας οριστικά την πολύχρονη, ατυχή προσπάθειά του για απόκτηση κάποιου πτυχίου...

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το νέο μου μυθιστόρημα.

    Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης του πτώματος, με τα μάτια στεγνά από δάκρυα, κι εν μέσω του επώδυνου και θλιβερού καθήκοντος που της επέβαλε η τυπική αυτή διαδικασία, η Μαρία επεξεργαζόταν νοερά τα δυο συνταρακτικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, που είχαν αλλάξει δραματικά τη ζωή της, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, τελικά, όλη η ζωή του ανθρώπου, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αλληλουχία συμπτώσεων και προσωπικών επιλογών κι ενεργειών. Αυτή ήταν μια φιλοσοφία διατυπωμένη από τα πολύ παλιά χρόνια, εκείνη όμως την αγνοούσε. Η δική της πεποίθηση ήταν ότι όλα επάνω στη γη καθορίζονταν από μια ανώτερη δύναμη και δεν παραδεχόταν καμιά άλλη εξήγηση. Απέρριπτε πεισματικά τις επιστημονικά αποδεδειγμένες θεωρίες και παρέμενε προσκολλημένη στις αστήρικτες δοξασίες  των ρασοφόρων. Κι έμελλε να συμβεί ένα τόσο τραγικό γεγονός, για να ανατραπούν εν ριπή οφθαλμού όλα όσα πίστευε. Η διάψευση των δογματικών απόψεων της θρησκείας, ήταν ακαριαία και ολοκληρωτική. Αισθάνθηκε προδομένη από τα πιστεύω της, κι ενώ ο πόνος που της είχε προκληθεί από τον ξαφνικό χαμό του παιδιού της ήταν αφόρητος, στο βάθος της ψυχής της ένιωθε και μια εύλογη ανακούφιση. Το θάνατο του μονάκριβου γιου της δύσκολα θα κατάφερνε να τον ξεπεράσει, αλλά το θάνατο του δογματισμού και της θρησκοληψίας, τον ξεπέρασε σχεδόν αμέσως και με ιδιαίτερα μεγάλη ευκολία.      

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΌΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Για τη διατήρηση της ζωής και για την συνέχισή της, δύο είναι οι βασικές προυποθέσεις: Η τροφή και το σεξ, κι αυτό βέβαια είναι γνωστό σε όλους. Χωρίς λήψη τροφής, τα έμβυα όντα πεθαίνουν, και χωρίς ερωτική συνεύρεση, δεν γονιμοποιούνται τα ωάρια, οπότε σταματούν και οι γεννήσεις. Οι ιστορίες περί κρίνων κ.λ.π., απευθύνονται σε ευκολόπιστους και γίνονται πιστευτές από άτομα μειωμένης νοημοσύνης. Να όμως που οι δυο αυτές βασικές, απόλυτα φυσιολογικές, ευχάριστες και απαραίτητες σε μας λειτουργίες, έχουν ''ποινικοποιηθεί'' από τους άντρες με τα μαύρα. Τα διεστραμμένα μυαλά τους, μας προτρέπουν να απέχουμε, ή να επιδιδόμαστε με φειδώ και κάτω από προυποθέσεις σε αυτές τις δυο δραστηριότητες, για να μην πάμε στην κόλαση. Αυτές είναι εμπνεύσεις κάποιων σαλεμένων θεόπληκτων, που διατυπώθηκαν εδώ και δυο σχεδόν χιλιετίες, να όμως που εξακολουθούν να γίνονται αποδεκτές από μια μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας, δυστυχώς ακόμα και σήμερα. Αναζητώντας κάποια λογική εξήγηση για τις αιτίες που οδήγησαν αυτούς τους ''πατέρες'' της θρησκείας στην θέσπιση αυτών των τερατωδών και παράλογων θεωριών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν αποτέλεσμα της δικής τους ανορεξίας και ανοργασμικότητας. Πώς είναι δυνατόν, ο Θεός τους, ένα ανώτερο πλάσμα που δημιούργησε το θαύμα της ζωής, να καταφέρεται εναντίον φυσιολογικών πράξεων, των οποίων ο ίδιος υπήρξε εμπνευστής και δημιουργός;  Αυτή κι αν είναι η πιο μεγάλη αντίφαση της χριστιανικής θρησκείας. Όταν λοιπόν ακούω ανθρώπους να λένε, ''δεν τρώω γιατί νηστεύω'', ή ''απέχω από το σεξ σήμερα, γιατί είναι η τάδε γιορτή'', αισθάνομαι πολύ άσχημα. Νιώθω ότι ζω σε κάποια άλλη, μακρινή εποχή, σε μιαν άλλη, οπισθοδρομική κοινωνία. Η μόνη μου ελπίδα, ότι όλες αυτές οι ανοησίες θα πάψουν κάποια στιγμή να υπάρχουν, πηγάζει από το μαζικό και δυναμικό κίνημα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μέσα από το διαδίκτυο, κάτι που αγνοούσα πριν γίνω κι εγώ μέλος της κοινότητας του ίντερνετ. Η εκκλησία, βέβαια, αντιδρά και  ανθίσταται σθεναρά, για να μην χάσει τα κεκτημένα της, ελπίζω όμως τα παιδιά μας να καταφέρουν να απαλλαγούν οριστικά από το πέπλο του σκοταδισμού.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Διήγημα του Στέλιου Αρώνη                                          
                                                      Ο  ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ



    Η συνεδρίαση τελείωσε αργά το απόγευμα. Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και όλοι οι Σύμβουλοι είχαν μείνει ικανοποιημένοι. Τα μέτρα ήταν λίγο σκληρά για το λαό, ήταν όμως απολύτως απαραίτητα. Έτσι τουλάχιστον τους είχε προϊδεάσει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο οποίος τους είχε ζητήσει να αφήσουν στην άκρη τους συναισθηματισμούς και να ενεργήσουν ρεαλιστικά. Ψηφίζοντας το ριζοσπαστικό, νομοθετικό διάταγμα που ο ίδιος είχε προτείνει, θα κατάφερναν να σώσουν την Κομητεία τους από την πτώχευση και θα ατένιζαν το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Θα στριμώχνονταν λίγο στην αρχή (όχι οι ίδιοι βέβαια, αλλά οι πολίτες), στο τέλος όμως θα έδρεπαν τους καρπούς των κόπων και των θυσιών τους και θα κατάφερναν να επανακάμψουν δυναμικά.

    Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του Προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, και ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του Ανώτατου Άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο των ζωναριών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που είχε ψηφίσει κι εκείνος το νέο, αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.

    Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του Προέδρου, αλλά και των περισσοτέρων από τους Συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για το σπίτι του. Πλησιάζοντας κοντά στο σούπερ μάρκετ που βρισκόταν στη γειτονιά του, έκοψε ταχύτητα, με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποια ψώνια. Έβγαλε φλας δεξιά, προσπέρασε ένα μεσήλικο ζευγάρι που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες αποφάσεις κι αν έπαιρναν οι Άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.

    Μπήκε μέσα στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το όχημά του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει πριν από λίγο να κατευθύνεται στο σούπερ μάρκετ, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.

    Δεν μπήκε μέσα στο κατάστημα. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη, ήταν η πρώτη φορά μετά από τα δυο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, ήταν όμως πολύ αργά για να επανορθώσει.