Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο.



ENA.




Ο Λεό Αμάφη φόρεσε διστακτικά τη μονόχρωμη, μπλε φορεσιά του, χωρίς το χαρακτηριστικό, διακριτικό σύμβολο του δόγματός του, και αποτόλμησε να ρίξει μια ματιά στον καθρέφτη του απέναντι τοίχου. Είδε τον εαυτό του, ένα ψηλό, γεροδεμένο, νέο άντρα, με καλοχτενισμένα καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια και αναρίγησε στο αντίκρισμα του γυμνού από τα πατροπαράδοτα σύμβολα στήθους του. Αναλογίστηκε ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες αυτής της παρακινδυνευμένης ενέργειάς του, αλλά, παρόλη την άσχημη ψυχική διάθεση που του δημιουργήθηκε, όρθωσε το παράστημά του και αποφάσισε να μην κάνει πίσω.

Ήταν μία, αναμφίβολα, πολύ σημαντική απόφαση, την οποία δεν την είχε πάρει αβασάνιστα, ούτε παραγνώριζε τους κινδύνους που πιθανόν πήγαζαν από αυτήν. Η ιδέα για εκείνη την τόσο σοβαρή και ίσως πρωτοφανή ενέργεια, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στο μυαλό του αρκετά χρόνια πριν, και η τελική απόφαση για να τη θέσει σε εφαρμογή, δεν είχε παρθεί επιπόλαια, αλλά ήταν αποτέλεσμα ωρίμου σκέψεως, ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει.

Αυτή ήταν η πρώτη από τις δύο πιο σημαντικές αποφάσεις που είχε πάρει μέχρι τότε στη ζωή του. Η δεύτερη, αν και ήξερε ότι θα τον έβαζε σε μεγάλους μπελάδες, ήταν ένας πραγματικά επικίνδυνος λαβύρινθος, μέσα στον οποίο όμως έπρεπε να εισχωρήσει. Δεν γνώριζε αν θα κατάφερνε να βγει, αισθανόταν πάντως υποχρεωμένος να το προσπαθήσει. Πίστευε ότι δεν είχε νόημα να ζει σε μια παράλογη κοινωνία σαν τη δική τους, χωρίς να γνωρίζει ποιοι και γιατί την είχαν δημιουργήσει έτσι. Ήταν της άποψης ότι, ο δογματισμός και η παράλογη βία που πήγαζε από αυτόν, ήταν καθαρά δημιούργημα κάποιων παρανοϊκών εγκεφάλων, που είχαν παρακινηθεί από άγνωστες στον περισσότερο κόσμο αιτίες, και για λόγους που πολύ θα ήθελε να γνωρίζει.

Ζούσαν σε έναν κόσμο που, για τους περισσότερους ανθρώπους ήταν φυσιολογικός, εκείνος όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις γι’ αυτό. Απορούσε μάλιστα με το σκεπτικό και τη συμπεριφορά των συνανθρώπων του, που αποδέχονταν αβασάνιστα την νοσηρή εκείνη κατάσταση και, όχι μόνο δεν αντιδρούσαν, αλλά την επικροτούσαν κιόλας.

Αφορμή για το ξεκίνημα αυτής της αμφισβήτησης σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία της κοινωνίας τους, του είχε δώσει το ξαφνικό και συνάμα τραγικό περιστατικό της απώλειας της οικογένειάς του, επτά χρόνια πριν. Φοιτούσε τότε στην τελευταία τάξη του κολλεγίου, κι επέστρεφε ανέμελος το μεσημέρι στο σπίτι του. Μπαίνοντας μέσα, διαπίστωσε ότι οι γονείς του και η μικρότερη αδελφή του απουσίαζαν. Φαντάστηκε ότι για κάποιο λόγο θα είχαν καθυστερήσει και δεν είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα. Ήταν βλέπεις η ώρα που έπαιρναν τη μικρή από το σχολείο και σκέφτηκε ότι ίσως δε μπορούσαν να βρουν εύκολα αεροταξί.

Πήγε στο δωμάτιό του, άφησε την τσάντα του επάνω στο κομοδίνο του, κι ετοιμάστηκε να μπει στο μπάνιο. Περνώντας μπροστά από το γραφείο που βρισκόταν ο πομποδέκτης επικοινωνιών, σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά μήπως είχε κάποιο μήνυμα. Άνοιξε την πόρτα και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν, το κίτρινο φως του τηλεπικοινωνητή που αναβόσβηνε συνέχεια, ειδοποιώντας ότι υπήρχε κλήση μηνύματος. Έτρεξε πάνω από το μηχάνημα και το έθεσε σε λειτουργία. Στην οθόνη εμφανίστηκε η ένδειξη ‘’Ε Π Ε Ι Γ Ο Ν» και ο Λεό πάτησε το πλήκτρο ‘’ΟΝ’’.

Σχεδόν αμέσως εμφανίστηκε το κείμενο του μηνύματος: ‘’Αδελφοί Αμάφη, πατέρας, μητέρα και κόρη, τραυματίστηκαν θανάσιμα σε συμπλοκή με αλλόδοξους. Παρακαλείσθε να προσέλθετε στο πτωματοφυλάκιο της υπηρεσίας μας για να τους παραλάβετε’’.

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΩΝ

Τι τραγική ειρωνεία! Σε μια κοινωνία μίσους και αίματος, οι άνθρωποι αποκαλούνταν μεταξύ τους αδελφοί.

Δεν πίστευε ότι είχε συμβεί στην οικογένειά του αυτό που απευχόταν και το ξαναδιάβασε για να βεβαιωθεί. Όταν δεν είχε πια την παραμικρή αμφιβολία ότι είχε μείνει ορφανός και μόνος, ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Μέχρι τότε, όλη αυτή την ιστορία του δογματισμού την έβλεπε σαν παιχνίδι. Το θεωρούσε απόλυτα λογικό να ανήκει σε κάποιο δόγμα και να αντιμάχεται όσους ανήκαν σε άλλο δόγμα. Του φαινόταν εντελώς φυσιολογικό να συμπλέκονται μεταξύ τους οι οπαδοί διαφορετικών δογμάτων, άσχετα αν πολλές φορές οι συμπλοκές αυτές οδηγούσαν πολλούς ακόμα και στο θάνατο.

Και να που είχε έρθει η ώρα των δικών του. Ο θάνατος, που ο Λεό νόμιζε ότι βρισκόταν μακριά τους, επισκέφτηκε τα τρία από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας Αμάφη. Κι εκείνος, που από εύνοια της τύχης είχε παραμείνει ζωντανός, όφειλε τώρα να παλέψει για την επιβίωσή του, μέσα σ’ έναν άκρως επικίνδυνο και παράλογο κόσμο.

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα από μερικά δευτερόλεπτα, για να αλλάξουν όλα μέσα του. Όλα όσα πίστευε για τους ανθρώπους και την κοινωνία, γκρεμίστηκαν σαν χάρτινος πύργος. Η αμφιβολία ριζώθηκε βαθειά μέσα στο μυαλό του και, στο εξής, κανένας δεν θα κατάφερνε να του την ξεριζώσει.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

ΝΤΟΝΤΟ

'Ενα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου με τίτλο  ''Ο  ΝΤΟΝΤΟ  ΚΑΙ  Ο  ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ  ΤΩΝ  ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ''


Ο Τζόϋ άνοιξε με δυσκολία τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι. Του φάνηκε άγνωστο, διαφορετικό. Ήταν ολόλευκο, χωρίς γύψινα γύρω-γύρω και ήταν βέβαιος ότι δεν το είχε ξαναδεί. Αναρωτήθηκε που βρισκόταν και τι του είχε συμβεί και, γυρίζοντας το κεφάλι του αριστερά, αντίκρισε το πρόσωπο της μητέρας του που καθόταν δίπλα στο κρεβάτι του.

«Συνήλθες γιε μου;» αναφώνησε η μεσόκοπη γυναίκα μόλις τον είδε ν’ ανοίγει τα μάτια του. «Για πες μου, πώς αισθάνεσαι;»

«Τι έγινε μητέρα; Πού βρίσκομαι;»

«Στο νοσοκομείο είσαι, αγόρι μου. Μη φοβάσαι όμως, όλα θα πάνε καλά. Οι γιατροί με διαβεβαίωσαν ότι αύριο θα βγεις».

Ένιωθε λίγο ζαλισμένος και πονούσε το κεφάλι του. Κατάλαβε ότι κάτι δυσάρεστο είχε συμβεί και είχε βρεθεί στο νοσοκομείο, αλλά η μνήμη του δεν τον βοηθούσε. Προσπάθησε να θυμηθεί, αλλά οι αναμνήσεις του ήταν θολές. Κοίταξε με παράπονο τη μητέρα του και σκέφτηκε ότι μόνο εκείνη μπορούσε να τον βοηθήσει να ανατρέξει στα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος.

«Τι μου συνέβη, μητέρα; Γιατί βρίσκομαι εδώ;»

Η γυναίκα, μόλις το άκουσε, έδειξε ν’ αναστατώνεται. Φοβήθηκε ότι το μοναχοπαίδι της είχε πάθει αμνησία. Μόλις χθες είχε συμβεί το τραγικό συμβάν στο μετρό, κι εκείνος δεν θυμόταν τίποτα; Σκέφτηκε ότι έπρεπε επειγόντως να ενημερώσει το γιατρό. Τρομοκρατήθηκε στην ιδέα ότι μπορούσε να είχε χάσει τη μνήμη του. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ήταν σίγουρη πως δεν θα είχε τη δύναμη να το αντέξει. Πριν από δυο χρόνια είχε δεχτεί το οδυνηρό πλήγμα της απώλειας του συντρόφου της, κι ένα δεύτερο χτύπημα θα την αποτελείωνε, θα της έδινε τη χαριστική βολή.

«Δεν θυμάσαι το δυστύχημα χθες το βράδυ στο μετρό, αγόρι μου;» του υπενθύμισε με τρεμάμενη φωνή. «Δυστυχώς ήσουν και συ μέσα».

Ο Τζόϋ ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ο θόρυβος της σύγκρουσης, οι φωνές των επιβατών και τα αίματα στα πρόσωπά τους και στο πάτωμα του βαγονιού, παρέλασαν διαδοχικά μέσα στο μυαλό του. Έζησε ξανά τη στιγμή που έφυγε με ταχύτητα από τη θέση του και χτύπησε με φόρα το μέτωπό του στην κόχη του παραθύρου. Και τότε θυμήθηκε το λόγο που ταξίδευε με το μετρό και η μορφή μιας πληγωμένης και θυμωμένης Τζωρτζέτας ήρθε να του χτυπήσει το καμπανάκι του πανικού. Σκέφτηκε ότι θα ήταν μεγάλη αδικία να χάσει αυτό το θεϊκό πλάσμα. Τη γνώριζε λιγότερο από δύο εικοσιτετράωρα, μόλις μία φορά την είχε δει, και όμως ήταν βέβαιος ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Την αγάπησε παράφορα, πίστευε ότι κι εκείνη είχε δείξει ενδιαφέρον για το άτομό του, και να που, μια ατυχής συγκυρία, θα του στερούσε την ευτυχία να την κάνει δική του.

«Θέλω να κάνω ένα τηλεφώνημα», παρακάλεσε τη μητέρα του που παρακολουθούσε ανήσυχη τις εκφράσεις του προσώπου του.

Η μητέρα του κατάλαβε πως επρόκειτο για γυναικοδουλειά. Δεν χάρηκε και πολύ που διαπίστωνε ότι είχε κάποια σχέση, ανακουφίστηκε όμως που είδε να διαψεύδονται οι φόβοι της για αμνησία. Έβγαλε από την τσάντα της το κινητό της και του το έδωσε. «Θυμάσαι τον αριθμό;»

«Και βέβαια τον θυμάμαι. Τι νόμιζες δηλαδή ότι, επειδή χτύπησα λίγο στο κεφάλι, θα πάθαινα αμνησία; Αλλά, και όλα τα άλλα να τα ξεχνούσα, το τηλέφωνο αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να σβηνόταν από τη μνήμη μου».

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου με τον παραπάνω τίτλο.

Προσπέρασαν τα πρώτα κτίσματα και εισήλθαν στο μεγάλο προαύλιο του ιερού της Άλτης. Ο Τιμολέων δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει. Τα κτίσματα της Ολυμπίας ήταν το ένα ωραιότερο απ’ το άλλο και στον ελεύθερο μεταξύ τους χώρο κυριαρχούσε το πράσινο και τα αγάλματα. Πλήθος ανδριάντων ηρώων και ολυμπιονικών βρίσκονταν παραταγμένα δεξιά και αριστερά. Παρέκαμψαν ένα μικρό κεραμοσκεπές μνημείο κι ένα βωμό και βρέθηκαν μπροστά στον μεγαλοπρεπή ναό του πατέρα των Θεών. Η κίνηση σ’ όλη την περιοχή του ιερού ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Μέχρι την είσοδο του ναού του Δία, μόνον έναν άνθρωπο συνάντησαν. Στάθηκαν μπροστά στην τεράστια είσοδό του, με τον εμβρόντητο Τιμολέοντα να νιώθει τους παλμούς της καρδιάς του να αυξάνονται με αλματώδη ρυθμό.


«Είπες ότι δεν έχεις ξανάρθει εδώ, έτσι δεν είναι;» άκουσε τον Παρμενίδη να του λέει. Στράφηκε προς το μέρος του και του έγνεψε καταφατικά. Εκείνος του χαμογέλασε με συγκατάβαση και έσπευσε να συμπληρώσει. «Μόνον αν αντικρίσουν τα μάτια σου το δημιούργημα του συμπατριώτη σου του Φειδία, θα καταλάβεις τι θα πει τέχνη. Ακόμα και αυτό το άγαλμα της Παρθένου Αθηνάς, στην Ακρόπολη της πόλης σας, υστερεί σε κάλλος από το άγαλμα του Δία».

Νιώθοντας το πρόσωπό του να καίει από έξαψη, τόλμησε να κάνει μερικά βήματα. Μπαίνοντας μέσα στον πρόναο, σταμάτησε για να συνηθίσουν τα μάτια του στο χαμηλό φωτισμό του εσωτερικού. Διέκρινε το άγαλμα του Ίφιτου και το σύμπλεγμα των αλόγων της Κυνίσκας, κι ένιωσε ανείπωτο θαυμασμό για τους προγόνους του. Προσπέρασε όλα τα αγάλματα του πρόναου και πάτησε το πόδι του στον κυρίως ναό, κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε, αισθάνθηκε την αναπνοή του να κόβεται. Στο βάθος, μέσα στον τεράστιο σηκό, ο γιγάντιος Δίας ορθωνόταν ολοζώντανος θαρρείς πάνω στο υπερυψωμένο βάθρο του.

Ο Τιμολέων συγκλονίστηκε. Απέναντί του, όσο κι αν του φαινόταν απίστευτο, καθόταν στο θρόνο του ο ίδιος ο πατέρας των αρχαίων θεών. Περιγραφές για το περιβόητο εκείνο άγαλμα-που θεωρείτο το σπουδαιότερο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-είχε διαβάσει πολλές, καμιά τους όμως δε μπορούσε ν’ αποδώσει με ακρίβεια, αυτό που αντίκριζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια του. Με συνολικό ύψος πάνω από δώδεκα μέτρα, το αριστοτεχνικό δημιούργημα του Φειδία, άφηνε άναυδο όποιον το αντίκριζε.

Ο Τιμολέων άργησε να συνέλθει. Όταν μετά από μερικά λεπτά το κατάφερε, πλησίασε κοντύτερα. Έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες φωτισμού του ναού, δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει πάνω σ’ εκείνο το μοναδικό έργο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Τα υλικά κατασκευής του, το μέγεθός του, την αριστουργηματική σύνθεσή του, ή το απαράμιλλο κάλλος του;

Με σώμα φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο και μανδύα, σανδάλια, γένια και μαλλιά από ατόφιο χρυσάφι, το άγαλμα δεν είχε μόνο μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και ανυπολόγιστη οικονομική αξία. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο μ’ έναν αετό στην κορυφή του, στο δε δεξί υποβάσταζε το χρυσό άγαλμα της Νίκης. Τα μαλλιά του ήταν στεφανωμένα με χρυσό κλαδί ελιάς, ο δε θρόνος στον οποίο αναπαυόταν ήταν κι αυτός καμωμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό.

Ο Τιμολέων δεν ήταν θρησκόληπτος και πολύ περισσότερο δεν ήταν ειδωλολάτρης. Η εικόνα όμως που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ήταν απίστευτη. Κάτι μέσα του, του ταρακούνησε τα πιστεύω του. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη ανάταση της ψυχής του και κατάλαβε ότι υπήρχαν καταστάσεις και πράγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την περιορισμένη ανθρώπινη οπτική τους.

Το αντίκρισμα λοιπόν του δημιουργήματος του Φειδία, ήρθε να του επιβεβαιώσει το μεγαλείο, όχι κάποιου κατασκευασμένου Θεού, αλλά του ίδιου του Ανθρώπου. Το επιβλητικό εκείνο αριστούργημα, που όμοιό του δεν θα ξαναφτιαχνόταν ποτέ πάνω στη γη, το είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά.

Έτσι, νιώθοντας απέραντο θαυμασμό για τον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Φειδίας και ωθημένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Η ΣΦΑΙΡΑ

Ένα πραγματικό, προσωπικό περιστατικό της 17/11/1973.

                                                        Η ΣΦΑΙΡΑ




Οι ταραχές είχαν αρχίσει λίγες μέρες πριν. Την προηγούμενη νύχτα, δεν ήταν λίγοι οι νέοι άνθρωποι που είχαν χάσει τη ζωή τους, καταπλακωμένοι από τις ερπύστριες του τανκ που είχε εισβάλει μέσα στο πολυτεχνείο. Η κατάσταση ήταν τραγική. Η χούντα είχε δείξει το πραγματικό της πρόσωπο. Εγώ, την αποφράδα εκείνη μέρα, είχα την ‘’έμπνευση’’ να πάω στην εργασία μου. Φτάνοντας εκεί, διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος. Οι περισσότεροι συνάδελφοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Έξω γινόταν χαλασμός. Το κέντρο της Αθήνας θύμιζε εμπόλεμη ζώνη. Λίγο πριν το μεσημέρι, μας άφησαν να φύγουμε. Πώς θα πήγαινα όμως στο τέρμα Πατησίων; Για μετακίνηση με συγκοινωνία, ούτε λόγος γινόταν. Εγκατέλειψα τα γραφεία της εταιρίας στο Κολωνάκι και, μέσω του Λυκαβηττού, έφτασα βαδίζοντας στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Προσπέρασα το Πεδίο του Άρεως και έπιασα την οδό Ι. Δροσοπούλου. Λίγο πιο κάτω, κοντοστάθηκα σε μια πάροδο για να δω ένα τανκ που περνούσε εκείνη την ώρα από την Πατησίων. Το σφύριγμα που άκουσα, μου ήταν γνωστό. Το θυμόμουν από το στρατό. Πάγωσα. Δεν το πίστευα ότι οι στρατιώτες έριχναν στο ψαχνό. Η σφαίρα χτύπησε μπροστά μου, εξοστρακίστηκε στην άσφαλτο και κατέληξε, ποιος ξέρει πού. Η συνειδητοποίηση ότι ο στρατός πυροβολούσε αδιακρίτως όποιον κυκλοφορούσε στους δρόμους, με ενεργοποίησε. Τραβήχτηκα στην άκρη και καλύφτηκα πίσω από ένα κτήριο. Ήταν μια σφαίρα τουφεκιού, η οποία ευτυχώς δεν με πέτυχε στο σώμα, με πέτυχε όμως στην ψυχή. Μια σφαίρα που δεν με σκότωσε, σκότωσε όμως τις σκουριασμένες ιδέες μου και τις δογματικές μου αντιλήψεις. Μια σφαίρα που μου ταρακούνησε την καρδιά, το μυαλό και τη συνείδηση. Μια σφαίρα που δεν βρήκε το στόχο της, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι άλλοι, εγώ όμως ήξερα ότι είχε πετύχει διάνα. Μεγαλωμένος μέσα σε ένα θρησκοληπτοχουντοβασιλικό περιβάλλον, είχα νουθετηθεί με ανόητες, ανούσιες, ανώφελες και βλαβερές δοξασίες. Είχα ποτιστεί μέχρι το μεδούλι με το δηλητήριο του φανατισμού. Βέβαια πάντοτε διατηρούσα τις αμφιβολίες μου για τα τεκταινόμενα, αυτές όμως βρίσκονταν σε κατάσταση χειμερίας νάρκης και περίμεναν κάποια άνοιξη για να αφυπνιστούν. Και η άνοιξη ήρθε καβάλα επάνω σε μια σφαίρα και με ξανάφερε στη ζωή.



ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΡΩΝΗΣ

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

ΡΕΝΕΑΜ 325

Ένα 18σέλιδο διήγημα Ε.Φ. με αστυνομική πλοκή!

                                                     ΡΕΝΕΑΜ 325




Η νύχτα ήταν ασέληνη και σκοτεινή. Το ασθενικό λαμπύρισμα των αστεριών, αδυνατούσε να διαπεράσει το πυκνό σκοτάδι και να φωτίσει λίγο τη γη. Μόνον η ανταύγεια από τα φώτα της μεγαλούπολης, διαπερνούσε αμυδρά τη σκοτεινιά σ’ εκείνη την απόμερη, βορινή άκρη της Αντίπολης.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τα παράθυρα της μονοκατοικίας του συγγραφέα Βιτόριο Μαρέτι ήταν ανοιχτά και το φως που έβγαινε μέσα από το σπίτι, μαρτυρούσε ότι ο ύπνος δεν είχε ακόμα επισκεφτεί τον ιδιοκτήτη του. Κι ενώ η εποχή και οι καιρικές συνθήκες δεν δικαιολογούσαν το ξέσπασμα καταιγίδας, μια ξαφνική λάμψη, σαν αστραπή, έσκισε κατακόρυφα την ατμόσφαιρα και ακινητοποιήθηκε κοντά στο μοναχικό σπίτι, χωρίς να χάσει καθόλου την έντασή της. Το γεγονός εκείνο ήταν σίγουρα ανεξήγητο και αξιοπερίεργο, η συνέχειά του όμως θα παραξένευε αφάνταστα οποιονδήποτε είχε την τύχη να παρακολουθεί εκείνη τη σκηνή.

Αρχικά, η λάμψη άρχισε να αλλάζει σχήμα και από ομιχλώδες πέπλο να μεταμορφώνεται σε μια φωτοβολούσα, ανθρώπινη ύπαρξη. Στη συνέχεια, το φως άρχισε να ελαττώνεται, ώσπου στο τέλος έσβησε εντελώς και, σχεδόν ταυτόχρονα, η άυλη μορφή μετουσιώθηκε σε ζωντανό άνθρωπο. Ένας άγνωστος άντρας, με σάρκα και οστά, εμφανίστηκε σ’ ένα σημείο που, δευτερόλεπτα πριν, το μόνο πράγμα που υπήρχε ήταν ο ατμοσφαιρικός αέρας.

Ο ουρανοκατέβατος άντρας, στάθηκε για λίγο ακίνητος, στρέφοντας μόνο λίγο το κεφάλι του δεξιά, αριστερά, επιθεωρώντας το χώρο. Ύστερα άρχισε να βαδίζει με αργά, αλλά σταθερά βήματα, κατευθυνόμενος προς το απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο σπίτι. Διέσχισε το μεγάλο κήπο και πλησίασε στην ογκώδη, ξύλινη εξώπορτα και στάθηκε μπροστά της. Έμεινε για λίγο ακίνητος και σκεφτικός και, τελικά και χωρίς το παραμικρό ίχνος ενδοιασμού, χτύπησε το κουδούνι.

Ο Μαρέτι, που δεν περίμενε σε μια τόσο περασμένη ώρα επισκέψεις, στο άκουσμα του κουδουνιού σταμάτησε να γράφει στον υπολογιστή του και πετάχτηκε επάνω ξαφνιασμένος. Κατευθύνθηκε θορυβημένος προς την είσοδο, αναλογιζόμενος ποιος ήταν εκείνος ο ανάγωγος που τον ενοχλούσε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα. Αρχικά, κυριευμένος από την υπόνοια ότι μπορεί να βρισκόταν μπροστά σε κάποιον κακοποιό, σκέφτηκε να μην ανοίξει την πόρτα, πριν βεβαιωθεί ότι δεν κινδυνεύει. Οι καιροί ήταν δύσκολοι και η εγκληματικότητα είχε χτυπήσει κόκκινο, οπότε δεν υπήρχε λόγος να το διακινδυνεύσει. Κοίταξε από το ματάκι και είδε μια σκοτεινή αντρική φιγούρα να στέκεται στο πλατύσκαλο. Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν και άναψε το εξωτερικό φως για να δει καλύτερα. Κάτω από τη φωτεινή ανταύγεια του λαμπτήρα, αντίκρισε έναν καλοντυμένο άντρα, που του φάνηκε γνωστός του.

«Ποιός είναι;» τον ρώτησε με δυνατή φωνή, διστάζοντας να ανοίξει.

«Εγώ είμαι, δεν με γνωρίζεις;» του απάντησε ο άγνωστος επισκέπτης και ο Μαρέτι θα έπαιρνε όρκο ότι τη φωνή εκείνη την είχε ξανακούσει.

Έκανε την υπόθεση ότι ήταν κάποιος γνωστός του και αναθάρρησε. Κλεισμένος νυχθημερόν μέσα στο καταφύγιό του, ασχολείτο ακατάπαυστα με τη συγγραφή των βιβλίων του και απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Ήταν προσωπική του επιλογή η διαβίωση σ’ εκείνη την ερημιά. Προτιμούσε την αποξένωση και την αποφυγή πολλών επαφών με γνωστούς και φίλους, (οι οποίοι βέβαια ήταν ελάχιστοι), για να μπορεί να επιδίδεται απερίσπαστα στο γράψιμο, τη μοναδική απασχόληση που του γέμιζε τη ζωή. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που δεν είχε παντρευτεί. Μια φορά μόνο στη ζωή του, του είχε δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάσει την τύχη του με το άλλο φύλο, αλλά η κατάληξη ήταν οδυνηρή. Η κοπέλα, αγανακτισμένη από τον ιδιότροπο χαρακτήρα του και την αντικοινωνική συμπεριφορά του, δεν άντεξε παραπάνω από μια εβδομάδα μαζί του. Έτσι, ένα ωραίο πρωινό, κι αφού πρώτα τον έλουσε με ένα σωρό κοσμητικά επίθετα, του πέταξε το ξυπνητήρι στο κεφάλι και εξαφανίστηκε για πάντα από τη ζωή του. Από τότε, δεν ξανάκανε σχέση με γυναίκα.

Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το πόμολο της πόρτας. Θεώρησε ότι ο νυχτερινός του επισκέπτης ήταν γνωστός του και ένιωσε καθησυχασμένος. Πλημμυρίστηκε από πολύ μεγάλη περιέργεια να μάθει ποιος ήταν εκείνος ο απρόσκλητος άντρας, αδημονώντας να πληροφορηθεί και το λόγο της επίσκεψής του.

Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και στάθηκε απέναντι σε έναν ψηλόσωμο, καλοβαλμένο σαρανταπεντάρη. Η θέα του άντρα εκείνου, κάθε άλλο παρά τρομακτική ήταν, εντούτοις από το στόμα του Μαρέτι βγήκε ένα δυνατό επιφώνημα, κάτι σαν κραυγή, ήταν όμως απόλυτα δικαιολογημένη. Ε, όπως και να το κάνουμε, με τον ίδιο τρόπο θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε κι αν βρισκόταν στη θέση του. Δεν είναι, βλέπεις, καθόλου μικρό πράγμα να ανοίγεις νυχτιάτικα την πόρτα του σπιτιού σου και ν’ αντικρίζεις… τον εαυτό σου.

«Ποιος είσαι; Τι θέλεις;» κατάφερε να ρωτήσει ψελλίζοντας, μόλις ξεπέρασε την αρχική σαστιμάρα του.

Ο άλλος μετακινήθηκε λίγο αριστερά, χαμογέλασε αδιόρατα και του είπε με μια φωνή, ίδια και απαράλλαχτη με τη δική του. «Ονομάζομαι Βιτόριο Μαρέτι».

Ο συγγραφέας αναρωτήθηκε αν είχε ακούσει καλά. Ένιωσε ζαλισμένος και δεν μπόρεσε να δώσει κάποια εξήγηση στο αδιανόητο εκείνο γεγονός. Θεώρησε ότι μάλλον επρόκειτο για κάποιο κακόγουστο αστείο. Απόρησε με το θράσος εκείνου του αγνώστου, που προσπαθούσε να μιμηθεί το σωσία του και αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια σ’ εκείνη τη φάρσα. Καθώς ο άλλος στεκόταν απαθής και ακίνητος, οπισθοχώρησε και έπιασε την άκρη της πόρτας, έχοντας πρόθεση να τελειώσει οριστικά με εκείνον τον γελοίο τύπο που ήρθε για να του χαλάσει τη διάθεση. Καθώς έκλεινε την πόρτα, απόρησε με την ενέργεια του ξένου, να σηκώσει το χέρι του οριζόντια και να σημαδέψει το στήθος του.

Μα τι κάνει ο βλάκας; Αναρωτήθηκε, παραξενεμένος από την ακατανόητη κίνησή του. Προσπαθεί να με φοβίσει; Αφού το χέρι του είναι άδειο.

Δε μπόρεσε να καταλάβει το νόημα της ανεξήγητης πράξης του και άρχισε να κλείνει την πόρτα, αποσκοπώντας στην οριστική λήξη μιας παρανοϊκής, νυχτερινής φάρσας, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την κίνησή του. Μια λεπτή, πράσινη ακτίνα, που ξεπήδησε από τα τεντωμένα δάχτυλα του χεριού του παράξενου επισκέπτη του, διαπέρασε το στήθος του Μαρέτι, ακριβώς στο σημείο της καρδιάς του. Το αποτέλεσμα ήταν, ο έκπληκτος συγγραφέας, να εγκαταλείψει για πάντα το μάταιο ετούτο κόσμο, μένοντας με την απορία του πως και, κυρίως, του γιατί πέθανε.

Ο δολοφόνος, έσυρε το πτώμα έξω από το σπίτι και το έκρυψε κάτω από μια συστάδα θάμνων. Έπειτα, μπήκε με μια χαρακτηριστική άνεση μέσα, έκανε το γύρο όλου του εσωτερικού χώρου και στο τέλος κάθισε στο γραφείο του συγγραφέα. Σκάλισε λίγο τα προσωπικά είδη του Μαρέτι, έψαξε στα συρτάρια του και, όταν τελικά βρήκε αυτό που τον ενδιέφερε, αποσύρθηκε στο καθιστικό και κάθισε αναπαυτικά σ’ έναν καναπέ. Διάβασε με προσοχή το βιογραφικό του μακαρίτη και ένιωσε ανακουφισμένος που είχε μάθει τις περισσότερες λεπτομέρειες για τη συγγραφική του δραστηριότητα.

Τη νεκρική σιγή που ακολούθησε μετά το φόνο του Μαρέτι, την έσπασε ξαφνικά ένας μελωδικός βόμβος που βγήκε από το ρολόι του δολοφόνου. Εκείνος λύγισε το αριστερό του χέρι και έφερε τη συσκευή κοντά στο πρόσωπό του.

«Εδώ Ρένεαμ 325», μίλησε μπροστά στον μικροσκοπικό του πομποδέκτη.

«Τι έγινε, Ρένεαμ;» άκουσε μια γνωστή του φωνή να τον ρωτάει με μια δόση αγωνίας. «Εντάξει; Όλα πήγαν όπως τα σχεδιάσαμε;»

Ο Ρένεαμ 325, πράκτορας της Υπηρεσίας Εξωπλανητικών Υποθέσεων, της Συνομοσπονδίας των Ανωτέρων Πλανητών ή, αν προτιμάτε, ο νέος Βιτόριο Μαρέτι, γνωστός συγγραφέας της Αντίπολης, τεντώθηκε αναπαυτικά στον καναπέ, κοίταξε το αντιπαθητικό πρόσωπο του προϊσταμένου του στη μικροσκοπική οθόνη του ρολογιού του και απάντησε στην αγωνιώδη ερώτησή του: «Όλα τακτοποιήθηκαν, αρχηγέ. Μην ανησυχείς».

Η απάντησή του, ανακούφισε τον συνομιλητή του. «Μπράβο, Ρένεαμ. Εξαφάνισε τώρα το πτώμα του Μαρέτι και συμπεριφέρσου σαν να είσαι εσύ αυτός. Μετά από αυτό, το μόνο που θα σε συμβούλευα είναι να κυκλοφορείς μόνο τη νύχτα. Δεν υπάρχει λόγος να εμφανίζεσαι την ημέρα. Άλλωστε, τα καθάρματα που πρόκειται να εξοντώνεις, συνήθως τη νύχτα βγαίνουν έξω και κάνουν τις παρανομίες τους».

Η τελευταία φράση του αρχηγού, του θύμισε το λόγο για τον οποίον είχε έρθει στη Γη, και τον υποχρέωσε να νιώσει λίγο άσχημα. Σ’ εκείνον είχε πέσει ο κλήρος να εκτελέσει την αποστολή εκκαθάρισης των εγκληματικών στοιχείων αυτού του πρωτόγονου πλανήτη. Όταν το είχε πληροφορηθεί, είχε τολμήσει να εκφράσει την αντίρρησή του στον αρχηγό, εκείνος όμως δεν την είχε κάνει αποδεκτή. Έτσι, αναγκάστηκε να μελετήσει μερικά πράγματα για τη Γη και για τον άνθρωπο, του οποίου θα έπαιρνε τη θέση. Στενοχωρήθηκε λίγο που είχε υποχρεωθεί να αφαιρέσει τη ζωή μιας αθώας ύπαρξης, ο αρχηγός όμως τον είχε καθησυχάσει, τονίζοντάς του με στόμφο πως επρόκειτο για αναγκαίο κακό, αφού όλοι γνωρίζουν ότι κάθε πόλεμος δυστυχώς έχει και παράπλευρες απώλειες. Άλλωστε, ο βασικός λόγος που είχε επιλεγεί, ήταν η καταπληκτική ομοιότητά του με τον εκλιπόντα συγγραφέα. Μεγάλο ρόλο βέβαια σε όλη αυτήν την ιστορία, είχε παίξει και η μοναχική διαβίωση του Μαρέτι, ένα στοιχείο πολύ σημαντικό για την επιτυχία αυτής της ομολογουμένως επικίνδυνης αποστολής.

«Εντάξει, αρχηγέ, μείνε ήσυχος. Δεν έχω σκοπό να αποτύχω ή να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή μου. Θα ενεργώ όπως ακριβώς έχουμε συμφωνήσει και θα σε ενημερώνω για την εξέλιξη της υπόθεσης, κάθε μέρα ανελλιπώς. Τώρα όμως πρέπει να σε κλείσω, γιατί έχω να κάνω μια μακάβρια δουλειά, που θα μου πάρει αρκετή ώρα να την τελειώσω».



# # # # #



Τη στιγμή που έθαβε το πτώμα του Μαρέτι σε μια απόμερη άκρη του κήπου, δεν ένιωσε ευχάριστα. Είχε σκοτώσει έναν ανυποψίαστο άνθρωπο, έστω γήινο, εν ψυχρώ, κι αυτό δεν ήταν κάτι που τον εξέφραζε. Εντάξει, ήταν πράκτορας της Υ.Ε.Υ. και είχε δώσει όρκο πίστης και αφοσίωσης, αυτός όμως δεν ήταν λόγος να συμπεριφέρεται τόσο απάνθρωπα. Δεν αμφέβαλλε ότι σε κάθε πόλεμο την πλήρωναν και οι άμαχοι, αλλά πάντως ορκίστηκε στον εαυτό του ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο αθώο θύμα που έχανε τη ζωή του από τα δικά του χέρια. Δεν αμφισβητούσε ότι στο χρονικό διάστημα που θα παρέμενε στη Γη, θα σκότωνε πολλά άτομα, όλα τους όμως θα ήταν κακοποιά στοιχεία. Είχε επιφορτιστεί με το βαρύ έργο της εκκαθάρισης της γήινης κοινωνίας από τα καθάρματα που τη λυμαίνονταν και το είχε βάλει σκοπό να κάνει τη δουλειά του όσο καλύτερα και αποτελεσματικότερα μπορούσε. Έχοντας δύο μεγάλα πλεονεκτήματα, αυτό της απόκρυψής του πίσω από γνωστό και υπεράνω υποψίας άτομο, και εκείνο της εξωγήινης, υπεράνθρωπης ιδιότητάς του να εκτοξεύει θανατηφόρες ακτίνες μέσα από το δεξί του χέρι, αισθάνθηκε πολύ δυνατός. Ήταν βέβαιος ότι όλα θα πήγαιναν καλά κι ότι θα έφερνε σε πέρας την αποστολή του, χωρίς δυσκολίες και παρατράγουδα.

Μόλις ολοκλήρωσε το μακάβριο έργο του, επέστρεψε στο σπίτι, έπλυνε τα χέρια του και το πρόσωπό του, τσίμπησε κάτι πρόχειρο από το γεμάτο ψυγείο του συγγραφέα, και αναχώρησε για να πιάσει δουλειά. Θεωρώντας ότι δεν υπήρχε λόγος για καθυστερήσεις, θα άρχιζε αμέσως το ξεβρόμισμα της κοινωνίας. Κατηφόρισε προς το λιμάνι, χωρίς να συναντήσει ψυχή στο δρόμο του. Χώθηκε ανάμεσα στα σκοτεινά και βρώμικα στενά και κρύφτηκε πίσω από κάτι μεγάλα κιβώτια. Έμεινε εκεί ακίνητος και αθέατος και περίμενε στωικά. Ήταν ικανός να παραμείνει όλη τη νύχτα σ’ εκείνη την άβολη θέση, χωρίς να δυσανασχετήσει ή να διαμαρτυρηθεί. Εξαιτίας της ειδικότητάς του, διέθετε μεγάλα αποθέματα υπομονής. Ήταν βέβαιος πως όλο και κάποια άνομη πράξη θα λάβαινε χώρα σ’ εκείνη την κακόφημη περιοχή.

Λίγη ώρα αργότερα άκουσε φωνές. Προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή τους και, όταν διαπίστωσε ότι έρχονταν από τον διπλανό δρόμο, εγκατέλειψε την κρυψώνα του κι έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Ξεπρόβαλε με χίλιες προφυλάξεις από τη γωνία και είδε δυο αντρικές φιγούρες να λογοφέρουν δυνατά.

«Σου είπα χίλιες φορές ότι τόσα μου έδωσαν», άκουσε τον ένα να λέει.

«Ναι, αλλά εγώ πρέπει να παραδώσω την ποσότητα που έχω υποσχεθεί», μίλησε ο δεύτερος, κουνώντας νευρικά μια μικρή τσάντα που κρατούσε στα χέρια του. «Αν τους πάω λιγότερα, θα με σπάσουν στο ξύλο».

«Μα δεν άκουσες ότι το φορτίο που ερχόταν με το καμποτζιανό πλοίο έγινε αντιληπτό και κατασχέθηκε;» επέμεινε ο πρώτος. «Πού να βρω άλλο τέτοια ώρα;»

Ο Ρένεαμ κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια παράνομη συναλλαγή. Υπέθεσε ότι, το φορτίο για το οποίο μιλούσαν οι δυο άντρες, αφορούσε σε ναρκωτικά. Είχε γίνει αυτόπτης μάρτυρας αγοραπωλησίας απαγορευμένων ουσιών και θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα να δράσει. Τα δυο εκείνα αποβράσματα πουλούσαν το θάνατο και έπρεπε να τιμωρηθούν.

Τέντωσε το δεξί του χέρι μπροστά και πλησίασε κοντά τους. Εκείνοι, μόλις τον αντιλήφθηκαν, έβαλαν τα χέρια μέσα στις τσέπες τους, για να βγάλουν τα όπλα τους. Κατάλαβαν ότι απειλούνταν και το ένστικτό τους, τους φώναξε ότι όφειλαν να αμυνθούν.

Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την απελπισμένη κίνησή τους. Η πρώτη ακτίνα που εκτοξεύτηκε από το χέρι του Ρένεαμ, βρήκε τον ένα στον κρόταφο και η δεύτερη διαπέρασε το στήθος του άλλου, αφήνοντάς τους και τους δύο στον τόπο.

Ο εξωγήινος τιμωρός κοίταξε ολόγυρα, βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες και, αφού μάζεψε από κάτω την τσάντα, πήρε με γρήγορο βηματισμό το δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στην άκρη του λιμανιού, σταμάτησε επάνω από μια σχάρα αποχέτευσης βρόχινων υδάτων και άνοιξε την τσάντα. Βεβαιώθηκε ότι δεν τον έβλεπε κανένας, άδειασε το περιεχόμενο της μέσα στο υπόνομο και πέταξε την άδεια τσάντα σε έναν κάδο απορριμμάτων.



# # # # #



Ο Ερνέστο Μπαρόζι κοίταξε με σφιγμένα τα χείλη του τον ιατροδικαστή και του έκανε την ερώτηση που θα του έκανε ο οποιοσδήποτε. «Τι πιστεύεις, Μίλος; Τι όπλο μπορεί να άφησε αυτά τα ίχνη; Πώς στην ευχή πέθαναν αυτοί οι δύο, μπορείς να μου πεις;»

«Δύσκολο να βγάλεις συμπέρασμα από δυο τρυπίτσες με τα αντίστοιχα μικρά εγκαύματα που προκάλεσαν στα θύματα. Δε μπορώ να είμαι σίγουρος. Πιθανολογώ πως πρόκειται για τραύματα από ακτίνες λέιζερ. Δεν μπορώ να υποθέσω κάτι διαφορετικό».

«Μα, αν δεν κάνω λάθος, οι ακτίνες λέιζερ δεν σκοτώνουν», διαμαρτυρήθηκε ο υπαστυνόμος.

«Δεν ξέρω αν τις ονόμασα σωστά», προσπάθησε να δώσει άλλη εξήγηση ο ιατροδικαστής. «Ίσως έκανα λάθος και τους έδωσα αυθαίρετη ονομασία, αλλά το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ακτίνες. Παράλαβέ τες τώρα εσύ και ονόμασέ τες όπως θέλεις».

«Απ’ ό, τι γνωρίζω», επέμεινε ο Μπαρόζι, «δεν υπάρχει όπλο που να εκτοξεύει ακτίνες. Γίνονται πειράματα για την κατασκευή τους, θα περάσει όμως πολύς καιρός ακόμα μέχρι τη στιγμή που θα έχουν ολοκληρωθεί και θα κυκλοφορήσουν στην αγορά».

Ο Μίλος μάζεψε το χαρτοφύλακά του και ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτά που λες, για μένα είναι κινέζικα. Δεν ξέρω αν υπάρχει όπλο που να ρίχνει ακτίνες, πάντως οι δυο αυτοί τύποι σκοτώθηκαν από μια τέτοιου είδους ρίψη. Το πως και το από τι, βρείτε το εσείς τα λαγωνικά».

«Το σίγουρο είναι», συμπλήρωσε, καθώς έφευγε από τον τόπο του εγκλήματος, «ότι δεν βλήθηκαν από πυροβόλο όπλο, ούτε μαχαιρώθηκαν. Περισσότερα βέβαια θα σας πω όταν τους κάνω νεκροψία».

Ο Μπαρόζι γύριζε και κοίταξε τον αρχιφύλακα Μάριο, που στεκόταν δίπλα του αμίλητος. «Τι λες κι εσύ, Μάριε; Τι πιστεύεις;»

Ο αρχιφύλακας ήταν ένας εξαίρετος αστυνομικός και δεξί χέρι του υπαστυνόμου για πάνω από μια πενταετία. Αρκετές φορές στο παρελθόν τον είχε βοηθήσει σημαντικά στην εξιχνίαση κάποιων ανεξήγητων φαινομενικά εγκλημάτων και ο Μπαρόζι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και του είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη.

Ο Μάριος έξυσε το πηγούνι του, κοίταξε για μια ακόμα φορά τα πτώματα των δυο ξαπλωμένων αντρών και αποφάσισε να ανοίξει το στόμα του. «Δεν αμφισβητώ τη γνώμη του ιατροδικαστή. Ασφαλώς πρόκειται για μια εντελώς πρωτοφανή και παράξενη υπόθεση, που θα μας δυσκολέψει ιδιαίτερα, δεν αποκλείεται όμως να συμβαίνει αυτό που ισχυρίζεται ο Μίλος. Η λογική μας αρνείται να το δεχτεί, αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι μπορεί και να κάνουμε λάθος. Οι πρώτες ενδείξεις μιλούν για θάνατο από ακτινοβόληση, κι αυτό είναι κάτι που έχουμε υποχρέωση να το λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Το ζητούμενο τώρα, πέρα από το πώς, είναι ποιος το έκανε και ποιο ήταν το κίνητρο της πράξης του».



# # # # #



Την επόμενη μέρα, λίγο πριν αρχίσει να σουρουπώνει, ο Ρένεαμ 325 άκουσε φασαρία. Ηχούσαν σειρήνες περιπολικών και ακούγονταν ριπές όπλων. Κάπου κοντά στο σπίτι του Μαρέτι, γινόταν ανταλλαγή πυροβολισμών. Με κεντρισμένο το ενδιαφέρον του και γεμάτος περιέργεια να μάθει τι συνέβαινε, βγήκε με προσοχή έξω και προσπάθησε να εντοπίσει από πια πλευρά ερχόταν η οχλοβοή. Το κατάφερε και, παρόλο που δεν ήταν βέβαιος αν ήταν φρόνιμο να επέμβει, οδήγησε τα βήματά του προς το μέρος που γινόταν η μάχη. Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως επρόκειτο για κυνηγητό κάποιων κακοποιών από την αστυνομία και σκέφτηκε ότι, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα δρούσε δυναμικά.

Βγήκε από την αυλή και κατηφόρισε προς το δασάκι που βρισκόταν εκεί κοντά. Βάδιζε με προσοχή και λίγο πιο κάτω αντίκρισε έναν ιδρωμένο νεαρό να ανεβαίνει ασθμαίνοντας το μονοπάτι. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα πιστόλι και στο αριστερό έναν σάκο. Όταν εκείνος είδε τον Ρένεαμ, τον απείλησε με το όπλο και του έκανε νόημα να παραμερίσει. Ο εξωγήινος τιμωρός έκανε στην άκρη, τον άφησε να περάσει και τον κανόνισε όπως ακριβώς του άξιζε. Ο άτυχος νεαρός σωριάστηκε ξέπνοος στο έδαφος, χτυπημένος στο κρανίο από την ακτίνα του Ρένεαμ, ο οποίος φρόντισε, πριν εμφανιστούν οι αστυνομικοί, να ελέγξει το περιεχόμενο του σάκου. Όταν είδε ότι ήταν γεμάτος χαρτονομίσματα, κατάλαβε ότι είχε πράξει σωστά που τον είχε εξοντώσει, ξανάβαλε το σάκο στη θέση του, κι επέστρεψε στο σπίτι.

Όταν οι άντρες της αστυνομίας έφτασαν μετά από δυο λεπτά στο σημείο εκείνο, αντίκρισαν το πτώμα του κακοποιού που κυνηγούσαν και το σάκο με τα χρήματα της ληστείας άθικτο δίπλα του. Ενημέρωσαν το αρχηγείο και σε πέντε λεπτά βρίσκονταν επί τόπου οι αρμόδιοι του εγκληματολογικού και ο ιατροδικαστής.

«Μία από τα ίδια», αποφάνθηκε από την πρώτη κιόλας ματιά ο Μίλος. «Τον σκότωσαν με τον ίδιο τρόπο, όπως και τους δυο χθεσινούς στο λιμάνι».

Ο Μπαρόζι κοίταξε απορημένος το Μάριο και το μόνο που βρήκε να πει ήταν το αμίμητο, «σ’ ευχαριστώ, άγνωστε συνάδελφε».

«Τι λες τώρα, είσαι με τα καλά σου;» εξανέστη ο Μίλος. «Πώς το ξέρεις ότι είναι αστυνομικός;»

«Μα, ποιος άλλος θα εξόντωνε έναν κακοποιό και θα άφηνε πίσω του τόσα χρήματα; Ύστερα, μην ξεχνάς ότι, και οι άλλοι δύο χθες, ήταν σεσημασμένοι. Δεν ξέρω αν είναι αστυνομικός, σίγουρα όμως είναι κάποιος που υποκαθιστά εμάς. Κάποιος που εκτελεί ταυτόχρονα χρέη αστυνόμου, δικαστή και δήμιου».

«Ακόμα κι αν ισχύει αυτό που εικάζεις, εσύ το θεωρείς σωστό;»

«Μπορώ να σου πω, ναι, το θεωρώ σωστό! Το ξέρεις ότι, η κοπέλα του σούπερ μάρκετ που πυροβόλησε αυτό το κάθαρμα που κείτεται μπροστά σου, βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση; Το ξέρεις ότι δεκάδες άνθρωποι καθημερινά, χάνουν τη ζωή τους από εγκληματικά στοιχεία σαν αυτό; Κι εμείς τι κάνουμε; Μπορεί να πιάνουμε μερικούς, πολλοί από τους οποίους για διαφόρους λόγους αφήνονται ελεύθεροι, οι περισσότεροι όμως παραμένουν ασύλληπτοι, συνεχίζοντας το εγκληματικό τους έργο. Αν αυτό είναι ποιο σωστό από αυτό που κάνει ο άγνωστος τιμωρός, τότε λυπάμαι αλλά έχουμε πάρει λάθος δρόμο».

«Δηλαδή, Ερνέστο, ούτε λίγο, ούτε πολύ», επέμεινε ο ιατροδικαστής, «εσύ επικροτείς την αυτοδικία, έτσι;»

«Δεν ξέρω αν αυτό που κάνει ο φίλος μας λέγεται αυτοδικία. Δεν γνωρίζω τα κίνητρά του για να μπορέσω να βγάλω κάποιο συμπέρασμα, ούτε είμαι γενικά υπέρ της ανάμιξης του οποιουδήποτε στο έργο της δικαιοσύνης, έχω όμως και τις αμφιβολίες μου για τη σωστή απόδοσή της από τα αρμόδια όργανα. Εγώ απλώς επικροτώ κάθε πράξη, η οποία βοηθάει σημαντικά την ομολογουμένως δύσκολη και επικίνδυνη προσπάθειά μας για δραστική μείωση της εγκληματικότητας, κι αυτό είναι που βλέπω να γίνεται από τον παράξενο εξολοθρευτή».

«Διαφωνώ κάθετα μαζί σου. Μα είναι δυνατό να τάσσεσαι με το μέρος ενός ανθρώπου, ο οποίος αυτοδιορίστηκε εκκαθαριστής των παρανόμων; Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει για το ποιος πρέπει να ζήσει και ποιος πρέπει να πεθάνει; Με ποιο δικαίωμα πήρε το νόμο στα χέρια του; Με τι στοιχεία, με ποια κριτήρια βγάζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την εσχάτη των ποινών σε κάποιον που τον θεωρεί εγκληματία;»

«Δε γνωρίζω ποιος είναι, ή ποιος τον έβαλε να προχωρήσει σε αυτές τις ενέργειες, αλλά δεν γίνεται να κλείσουμε τα μάτια και να μη δούμε το θετικό της ανάμιξης του στο έργο μας. Και οι τρεις κακοποιοί που σκότωσε, ήταν καταζητούμενοι για σωρεία εγκλημάτων, ήταν τα μεγαλύτερα αποβράσματα της κοινωνίας, κι αυτό είναι κάτι που δε μπορούμε να το παραγνωρίσουμε. Εγώ θα συμφωνήσω μαζί σου, μόνον όταν διαπιστώσω ότι οι προθέσεις του είναι διαφορετικές. Αν, σε περίπτωση που δράσει ξανά, δω ότι κίνητρό του δεν είναι η απόδοση δικαιοσύνης, τότε, όχι μόνο θα συμφωνήσω με την άποψή σου, αλλά θα γίνω ο χειρότερος εχθρός του. Θα κινήσω γη και ουρανό για να τον ανακαλύψω και θα τον καταδιώξω μέχρι τα πέρατα της Οικουμένης».

Άρχισε να βαδίζει προς τα κάτω, παρασύροντας μαζί του τον Μάριο και τον Μίλος. «Εμένα, εκείνο που με παραξενεύει είναι ο τρόπος που το κάνει. Τι όπλο είναι αυτό που χρησιμοποιεί; Βρήκες κανένα στοιχείο; Τι συμπέρανες από τη νεκροψία;»

«Τίποτα περισσότερο από αυτά που σου είπα χθες. Ο θάνατός τους επήλθε από εσωτερικό έγκαυμα βαθειάς πληγής που την προκάλεσε κάποιου είδους ακτίνα».



# # # # #



Το επόμενο βράδυ, δυο ακόμα θύματα ήρθαν να προστεθούν στον κατάλογο των κακοποιών που έχαναν τη ζωή τους από το χέρι του Ρένεαμ 325. Ήταν δύο από τα μέλη μιας συμμορίας ληστών, που βρέθηκαν σκοτωμένοι στην άκρη ενός υπόστεγου του λιμανιού. Αρχικά, ο ιατροδικαστής και ο υπαστυνόμος Μπαρόζι, είχαν νομίσει ότι και αυτούς τους δύο τους είχε καθαρίσει ο άγνωστος τιμωρός, όταν όμως διαπίστωσαν από την αυτοψία ότι μόνον ο ένας είχε ακτινοβοληθεί και πως ο άλλος είχε βληθεί από το πυροβόλο όπλο που κρατούσε ακόμα στα χέρια του ο πρώτος, κατάλαβαν τι είχε συμβεί.

«Πώς το εξηγείς εσύ αυτό;» ο Μίλος ρώτησε τον Μπαρόζι.

«Πιθανολογώ ότι αυτοί οι δυο τύποι κάπου διαφώνησαν, ίσως στη μοιρασιά, με αποτέλεσμα να τσακωθούν και να πυροβολήσει ο ένας τον άλλον και να τον σκοτώσει. Δυστυχώς για τον δράστη, φαίνεται ότι έγινε αντιληπτός από τον ‘’φίλο’’ μας, κι έτσι πλήρωσε το τίμημα της δολοφονικής του πράξης».

«Απ’ ό, τι φαίνεται», μουρμούρισε ο Μάριος, «ο άνθρωπος αυτός, το έβαλε σκοπό να εξοντώσει όλους τους παράνομους της πόλης μας. Έχω μεγάλη περιέργεια να μάθω ποιος είναι».

«Είναι φανερό και επιμένω σ’ αυτό, ότι πρόκειται για αδιαμφισβήτητη περίπτωση αυτοδικίας», είπε ο ιατροδικαστής. «Μάλλον θα πρόκειται για κάποιο δυστυχή, ο οποίος έχασε δικό του άνθρωπο από τα χέρια ενός ή περισσότερων κακοποιών και αποφάσισε να εκδικηθεί το θάνατό του. Χωρίς να θέλω να επέμβω στη δουλειά σας, νομίζω ότι αυτή είναι μια περίπτωση που πρέπει να αξιολογηθεί και να ερευνηθεί προσεκτικά».

«Ο τρόπος που ενεργεί, δεν με πείθει ότι αυτός είναι ο λόγος της επέμβασής του», διαφώνησε ο Μπαρόζι. «Ο τύπος δείχνει να είναι πολύ μεθοδικός και ιδιαίτερα προετοιμασμένος. Κάποιος που θα το έκανε για εκδίκηση, δεν θα συμπεριφερόταν έτσι. Θα σκότωνε ίσως τον υπεύθυνο της συμφοράς του, άντε και κάνα δυο ακόμα και ύστερα θα τα παρατούσε. Άσε που οι κινήσεις του θα ήταν επιπόλαιες και βεβιασμένες. Είμαι βέβαιος ότι, πίσω από αυτήν την ανεξήγητη εμμονή να εκτελεί έναν με δύο εγκληματίες κάθε βράδυ και η μεθοδικότητα με την οποίαν το κάνει, κρύβεται κάτι άλλο, κάτι που ξεπερνάει τα όρια όλων όσων γνωρίζουμε για το έγκλημα και για την παραβατική συμπεριφορά».

«Ίσως πρόκειται για ψυχοπαθή», εξέφρασε τη γνώμη του ο Μάριος.

«Ποιος ξέρει; Μπορεί και να είναι, αλλά μόνον αν καταφέρουμε να τον συλλάβουμε, θα μπορέσουμε να το μάθουμε».

«Α, ώστε αποφάσισες ότι πρέπει να τον σταματήσουμε;» είπε επιδοκιμαστικά ο Μίλος. «Καιρός ήταν, γιατί αν το καθυστερούσαμε περισσότερο, ο κατάλογος των θυμάτων θα γινόταν πολύ μακρύς».



# # # # #



Ο Μπαρόζι δεν συμφωνούσε πάντοτε με τις απόψεις του Μίλος και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επέμενε ότι άλλα ήταν τα αίτια της δράσης του εξολοθρευτή, δεν μπόρεσε όμως να μη συμφωνήσει με τη ρήση του ότι, αν καθυστερούσαν και άλλο, θα θρηνούσαν πολλά ακόμα θύματα. Η ιστορία εκείνη είχε αρχίσει να τραβάει σε μάκρος. Θεώρησε ότι, αν δεν έκαναν κάτι σύντομα, θα έχαναν τον έλεγχο της κατάστασης. Φοβήθηκε ότι, αν δεν ενεργούσαν δραστικά, ίσως θρηνούσαν ακόμα και αθώα θύματα και η πρόσφατη πληροφορία ότι είχε βρεθεί μια νοικοκυρά νεκρή έξω από το σπίτι της στην οδό Γκαριμπάλντι, ήρθε να του επιβεβαιώσει τους φόβους του.

Όταν έφτασε στη συγκεκριμένη διεύθυνση, ο ιατροδικαστής και ο Μάριος βρίσκονταν ήδη εκεί. Πλησίασε στο σημείο του συμβάντος και ο Μάριος έτρεξε πρώτος κοντά του. «Τι γίνεται εδώ, κύριε υπαστυνόμε;» ανέκραξε θορυβημένος. «Τώρα, εκτός από κακοποιούς σκοτώνει και νοικοκυρές;»

Ο Μπαρόζι είχε ελπίσει ότι ο θάνατος της άτυχης γυναίκας, ακριβώς μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο του σπιτιού της, ίσως είχε προκληθεί από άλλον, η επισήμανση όμως του βοηθού του, του εξανέμισε την ελπίδα. Τελικά, ο άγνωστος τιμωρός είχε αρχίσει να εκτελεί και αθώους, κι αυτό στην αρχή δεν μπόρεσε να το καταλάβει.

«Υπάρχουν ευρήματα;» περιορίστηκε να ρωτήσει το Μάριο.

«Μόνον η τσάντα του θύματος».

«Την ερεύνησες;»

«Μάλιστα, αλλά δεν βρήκα κάτι σπουδαίο. Εκτός από το πορτοφόλι της, μερικά καλλυντικά και την ταυτότητά της, τίποτα άλλο δεν υπήρχε μέσα».

«Το πορτοφόλι είχε μέσα χρήματα;»

«Ναι, ήταν γεμάτο χαρτονομίσματα».

«Άρα, αποκλείουμε το κίνητρο της ληστείας», αποφάνθηκε ο Μπαρόζι και πλησίασε κοντά στον ιατροδικαστή. Έριξε μια ερευνητική ματιά ολόγυρα και στράφηκε προς τον Μίλος. «Αιτία θανάτου, κύριε ιατροδικαστή;» τον ρώτησε, αν και δεν χρειαζόταν.

«Ακτίνα», του απάντησε μονολεκτικά ο Μίλος, κουνώντας το κεφάλι του. Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε απέναντι από τον υπαστυνόμο. «Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα; Ποιο ήταν το κίνητρο του ‘’φίλου’’ μας αυτή τη φορά;»

Ο Μπαρόζι απέφυγε να του απαντήσει. Κατάλαβε ότι ο ιατροδικαστής τον ειρωνευόταν και προσπάθησε να συνθέσει το παζλ εκείνης της πράξης. Σκέφτηκε ότι, αν το κίνητρο του δράστη με την ακτίνα ήταν η εξόντωση παρανόμων, τότε η δολοφονία εκείνης της γυναίκας δεν μπορούσε να εξηγηθεί εύκολα. Εκτός αν ήταν κι αυτή παράνομη.

«Πάρε αμέσως τα κεντρικά», διέταξε τον αρχιφύλακα, «και ζήτησε πληροφορίες για το θύμα. Μάθε αν έχει φάκελο ή έστω κάποια πάρε δώσε με τη δικαιοσύνη και παρακάλεσέ τους να μας απαντήσουν αμέσως».

Απομακρύνθηκε από το σημείο του φονικού και πλησίασε στην εξώπορτα. Ερεύνησε με προσοχή όλο το χώρο γύρω από την είσοδο και ύστερα κάθισε στο πλατύσκαλο, περιμένοντας το αποτέλεσμα της διερεύνησης από τα κεντρικά. Όταν ήρθε η απάντηση και έμαθαν πως η γυναίκα εκείνη ήταν καθαρή, κατάλαβε πάνω-κάτω τι είχε συμβεί.

«Βρήκες πουθενά τα κλειδιά της;» ρώτησε το Μάριο.

«Όχι, κύριε υπαστυνόμε», του απάντησε ο αρχιφύλακας.

«Θα σας πω λοιπόν τι συνέβη με αυτήν την κακομοίρα», τους εξήγησε ο Μπαρόζι. «Είχε βγει από το σπίτι της και, όταν επέστρεψε και άνοιξε την τσάντα της να βρει τα κλειδιά της για ν’ ανοίξει, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει να τα πάρει. Έτσι, προσπάθησε να μπει από το παράθυρο, γι’ αυτό και το βρήκαμε μισάνοιχτο. Για κακή της τύχη, την ώρα που προσπαθούσε να πηδήσει μέσα, πέρασε από εδώ ο εξολοθρευτής. Ο περίεργος αυτός τύπος, φαίνεται παρεξήγησε τις προθέσεις της και την ακτινοβόλησε. Ίσως νόμισε πως επρόκειτο για διαρρήκτη και το θεώρησε ‘’υποχρέωσή’’ του να επέμβει».

«Εντάξει, Ερνέστο μου», δυσανασχέτησε ο ιατροδικαστής. «Ακόμα κι έτσι όπως τα είπες να έγιναν, είναι δυνατό να εκτελείται εν ψυχρώ ένας άνθρωπος, έστω κι αν υποτίθεται ότι θεωρήθηκε διαρρήκτης; Αυτό είναι από τα ανήκουστα».

Ο Μπαρόζι δεν μίλησε. Αν και δεν ήταν αλήθεια, αισθάνθηκε σαν να ήταν συνένοχος του δράστη. Θεώρησε ότι με την ανοχή τη δική του, ο άγνωστος τιμωρός εξαπέλυε τις θανατηφόρες ακτίνες του, σκορπίζοντας τον θάνατο σε όποιον θεωρούσε ένοχο παράνομης πράξης. Ήταν λάθος του που τον είχε νομίσει σύμμαχό τους, ενώ κατά βάση ήξερε πως ήταν ένας επικίνδυνος εχθρός της κοινωνίας. Είχε κάνει λάθος και όφειλε να το παραδεχτεί. Απέφυγε να το ομολογήσει στους συνεργάτες του, όχι επειδή φοβόταν την παραδοχή της αλήθειας, αλλά γιατί είχαν φτάσει στο ποιο κρίσιμο σημείο της υπόθεσης και θεώρησε ότι τα λόγια δεν είχαν πια και τόσο μεγάλη σημασία. Εκείνο που χρειαζόταν ήταν άμεση δράση. Ο εξολοθρευτής έπρεπε να εντοπιστεί και να εξουδετερωθεί το συντομότερο δυνατόν. Κάποιος έπρεπε να τον σταματήσει. Στοιχεία του βέβαια δεν υπήρχαν, αφού ο τύπος δρούσε μεθοδικά, αποφεύγοντας επιμελώς να αφήσει το στίγμα του, εκείνος όμως ήξερε με ποιον τρόπο θα κατάφερνε να τον ξετρυπώσει.



# # # # #

Ο αρχιφύλακας Μάριος έχαιρε της απόλυτης εκτίμησης και εμπιστοσύνης του Μπαρόζι. Όταν ο υπαστυνόμος του ανέθεσε εκείνη την παρακολούθηση, προειδοποιώντας τον ότι, σε περίπτωση που ο δράστης εμφανιζόταν, ίσως η αποστολή εκείνη γινόταν επικίνδυνη, εκείνος δεν δίστασε να δεχτεί να την αναλάβει. Δεν διανοείτο να αρνηθεί ανάληψη καθήκοντος, όσο δύσκολο κι αν ήταν. Πήγε λοιπόν με το αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καμαρίτσας και στήθηκε κάπου έξω από το σπίτι του Καρντόζι, επιλέγοντας ένα απόμερο αλλά καίριο σημείο, απ’ όπου μπορούσε να παρακολουθεί αθέατος όλη την κίνηση μπροστά στην είσοδο της μονοκατοικίας.

Η ιδέα του υπαστυνόμου να διαδώσει την ψευδή είδηση ότι ο κακοποιός Καρντόζι έβγαινε προσωρινά από τη φυλακή, τους έδινε την ελπίδα ότι το ψάρι θα τσιμπούσε το δόλωμα και θα εμφανιζόταν. Στην πραγματικότητα ο Καρντόζι δεν επρόκειτο ποτέ να δει την ελευθερία του. Έχοντας στο ενεργητικό του σωρεία ληστειών, καθώς και δυο ανθρωποκτονίες, είχε καταδικαστεί δις σε ισόβια, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να αποφυλακιστεί. Ο Μπαρόζι όμως, σκεφτόμενος πως η αναγγελία από τα μέσα ενημέρωσης της αποφυλάκισης ενός μεγάλου εγκληματία, ίσως ξεγελούσε τον εξολοθρευτή και τον ανάγκαζε να αποπειραθεί να αποδώσει εκείνος δικαιοσύνη. Ζήτησε λοιπόν την άδεια από τις δικαστικές αρχές και προέβη σε αυτήν την παραπλανητική ενέργεια, συνεπικουρούμενος και από τον αρχηγό της αστυνομίας, ο οποίος επιθυμούσε την άμεση σύλληψη εκείνου του παράξενου τιμωρού.

Έστειλε λοιπόν τον Μάριο στην περιοχή που βρισκόταν το σπίτι του Καρντόζι, αφού η κοινή λογική έλεγε ότι, το πιθανότερο σημείο προσέγγισης του εξολοθρευτή, ήταν εκείνο. Η παρακολούθηση κράτησε πέντε ώρες, από το σούρουπο μέχρι αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Όταν πια ο αρχιφύλακας άρχισε να κουράζεται, επέστρεψε στο γραφείο του. Ο Μπαρόζι βρισκόταν εκεί. Ο ίδιος του είχε δώσει εντολή να τα παρατήσει μόλις καταλάβαινε ότι δεν άντεχε άλλο.

«Έλα, Μάριε, τι έγινε;» τον ρώτησε γεμάτος αγωνία, μόλις τον είδε να εμφανίζεται.

Ο αρχιφύλακας θρονιάστηκε στην πολυθρόνα του και έδειξε απογοητευμένος. «Τίποτα το σπουδαίο. Ο τύπος δεν μας έκανε τη χάρη να εμφανιστεί».

«Γιατί το λες αυτό; Δεν φάνηκε κανένας, τόσες ώρες εκεί πέρα;»

«Πως, πως, φάνηκαν μερικοί», του εξήγησε ο Μάριος, «δε νομίζω όμως ότι κάποιος από αυτούς ήταν το άτομο που μας ενδιέφερε».

Ο Μπαρόζι δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ο τιμωρός δεν είχε δελεαστεί από την είδηση της αποφυλάκισης ενός στυγνού εγκληματία και δεν είχε εμφανιστεί στο σπίτι του. Εκτός αν ήταν τόσο έξυπνος και είχε καταλάβει πως επρόκειτο για παγίδα.

«Για πες μου, τέλος πάντων, αγαπητέ Μάριε», επέμεινε ο Μπαρόζι, «ποιοι ήταν αυτοί που είδες να περνούν από εκεί;»

«Πέρασαν μερικές γυναίκες με ψώνια, ένας νεαρός με ποδήλατο και ο γνωστός συγγραφέας Βιτόριο Μαρέτι».

Ο Μπαρόζι έμεινε σκεφτικός. Απέκλεισε νοερά τις γυναίκες και το νεαρό με το ποδήλατο, όχι όμως και τον συγγραφέα. Αναρωτήθηκε τι δουλειά μπορούσε να έχει νυχτιάτικα έξω από το σπίτι του Καρντόζι, ένας μονόχνοτος άνθρωπος σαν εκείνον.

«Αυτός είναι», είπε ξαφνικά σα να μονολογούσε.

Ο Μάριος τον κοίταξε με έκπληξη και ανασήκωσε τους ώμους του. «Μα τι λέτε τώρα, κύριε υπαστυνόμε; Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;»

«Θα σου πω, αφού όμως μου περιγράψεις πρώτα εσύ τις κινήσεις του λεπτομερώς».

«Ε, να, πέρασε μια-δυο φορές μπροστά από το σπίτι, φάνηκε να το περιεργάζεται, αλλά έφυγε σχεδόν αμέσως».

«Τι ώρα έγινε αυτό;»

«Λίγο πριν τα μεσάνυχτα».

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, αυτός είναι», επέμεινε ο Μπαρόζι. «Τι δουλειά είχε τέτοια ώρα εκεί πέρα;»

«Μα, κύριε υπαστυνόμε», διαμαρτυρήθηκε ο Μάριος, «πιθανόν να το έκανε από περιέργεια. Έμαθε για την υποτιθέμενη απελευθέρωση του Καρντόζι και πέρασε να δει τι συμβαίνει».

«Κοίταξε να δεις, Μάριε. Το θεωρώ εντελώς απίθανο, ένας κλειστός και αντικοινωνικός άνθρωπος σαν τον Μαρέτι, να σηκωθεί μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και να πάει να επιθεωρήσει το σπίτι ενός εγκληματία. Άλλωστε, για θυμήσου λίγο σε ποιο σημείο έγινε ο φόνος του ληστή του σούπερ μάρκετ πριν από μερικές μέρες. Δεν έγινε στο δασάκι που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη μονοκατοικία του Μαρέτι;»

Η επισήμανση αυτή, φάνηκε να προβληματίζει τον αρχιφύλακα. «Έχετε δίκιο», παραδέχτηκε. «Γι’ αυτό, φαίνεται, αμέσως μετά την εξόντωση του ληστή, χάσαμε τα ίχνη του δολοφόνου του. Αλλά, αν πράγματι είναι αυτός, γιατί το κάνει; Τι του συνέβη και συμπεριφέρεται έτσι; Και, τελικά, τι όπλο είναι αυτό που χρησιμοποιεί;»

«Οι απορίες σου είναι εύλογες και τις ίδιες έχω κι εγώ. Θα τον θέσουμε λοιπόν σε εικοσιτετράωρη παρακολούθηση και ελπίζω να μάθουμε σύντομα τι συμβαίνει με δαύτον. Θα ξεκινήσουμε μάλιστα αμέσως τώρα, χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή και διακριτικότητα. Δεν πρέπει για κανένα λόγο να μας πάρει είδηση. Μην ξεχνάς πως, αν όντως οι υποψίες μας είναι βάσιμες, ο κίνδυνος είναι πολύ μεγάλος».



# # # # #



Πρώτη βάρδια φύλαξε ο ίδιος. Θα καθόταν εκεί μερικές ώρες και το πρωί θα τον αντικαθιστούσε ο Μάριος. Ανέβηκε προσεκτικά στο λόφο μέσα από το δασάκι και στήθηκε απέναντι από την είσοδο του σπιτιού του Μαρέτι, κρυμμένος μέσα στην πυκνή φυλλωσιά ενός θάμνου. Η οικία ήταν κατασκότεινη και αυτό τον ανάγκασε να σκεφτεί ότι ο ιδιοκτήτης του κοιμόταν. Αναλογιζόμενος όμως ότι ο συγγραφέας είχε θεαθεί προηγουμένως να κυκλοφορεί στην πόλη, υποψιάστηκε ότι ίσως δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Στη σκέψη αυτή, ένιωσε ένα κρύο χέρι να του χαϊδεύει τη ραχοκοκαλιά. Αν ο Μαρέτι κυκλοφορούσε ακόμα έξω, τότε αυτό δεν ήταν καλό σημάδι. Έμεινε στη θέση του με την ελπίδα ότι οι φόβοι του θα αποδείχνονταν αβάσιμοι. Μετά από λίγη ώρα απραξίας, σκέφτηκε την προοπτική, αν βέβαια τελικά ο συγγραφέας κοιμόταν, να μην έμενε όλη τη νύχτα εκεί. Το θεώρησε άσκοπο. Θα καθόταν λίγο ακόμα και ύστερα θα έφευγε.

Είκοσι λεπτά αργότερα, άκουσε βήματα. Ο θόρυβος προερχόταν από το δάσος και ο Μπαρόζι λούφαξε στην κρυψώνα του. Η σιλουέτα που εμφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι, πέρασε μπροστά από το σημείο που κρυβόταν ο υπαστυνόμος και μπήκε μέσα στο σπίτι. Ο Μπαρόζι ανησύχησε. Η υπόνοιά του, ότι ο Μαρέτι κυκλοφορούσε ακόμα έξω, αποδειχνόταν σωστή και δεν προμήνυε κάτι καλό.

Η δόνηση του κινητού του, τον γέμισε με δυσάρεστες σκέψεις. Δεν το άκουσε να κουδουνίζει γιατί είχε ρυθμίσει τον ήχο του στο αθόρυβο, για αποφυγή φασαρίας. Είδε ότι τον καλούσε ο Μάριος, αλλά δεν απάντησε. Απομακρύνθηκε πρώτα αρκετά από το σημείο που βρισκόταν και μετά τον κάλεσε αυτός. «Έλα, Μάριε, τι συμβαίνει;»

«Άδικα παρακολουθούμε το σπίτι του Μαρέτι», τον άκουσε να φωνάζει. «Ο τύπος χτύπησε ξανά. Εδώ, έξω από το ποδοσφαιρικό γήπεδο της πόλης».

Ο Μπαρόζι ένιωσε απογοήτευση, ήταν όμως πια απόλυτα βέβαιος ότι δράστης ήταν ο Μαρέτι. «Τι ακριβώς έκανε, Μάριε;»

«Σκότωσε ένα νεαρό που προσπαθούσε να μπει μέσα στο γήπεδο από την πλαϊνή είσοδο των εκδοτηρίων. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και ο νεαρός μάλλον επιχείρησε να την παραβιάσει».

Η πρώτη του σκέψη ήταν να εισβάλει στο σπίτι και να αιφνιδιάσει τον Μαρέτι, δίσταζε όμως να το επιχειρήσει μόνος του. Το αστείο είχε παρατραβήξει και η σύλληψή του δεν χωρούσε άλλη αναβολή. Η φονική δραστηριότητα του συγγραφέα έπρεπε πάση θυσία να σταματήσει. Επτά νεκροί μέσα σε πέντε μόλις μέρες, ήταν πολύ θλιβερός απολογισμός. Κι ενώ στην αρχή το είχε πάρει λίγο αψήφιστα, καθώς ο φονιάς είχε ξεκινήσει ξεκληρίζοντας μόνο κακοποιούς, τώρα που εκείνος είχε αρχίσει να σκοτώνει ανυποψίαστους πολίτες, κατάλαβε ότι αυτό δεν επιτρεπόταν να συνεχιστεί.

«Δεν παρακολουθούμε άδικα το σπίτι του, Μάριε», τον διαβεβαίωσε. «Ο Μαρέτι μόλις πριν από λίγο επέστρεψε στο κονάκι του, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αυτός είναι ο δράστης. Κοίταξε λοιπόν να δεις τι θα κάνουμε. Πάρε μαζί σου καμιά δεκαριά άντρες, κι ελάτε όλοι εδώ, ώστε να τον περικυκλώσουμε και να μη μπορέσει να διαφύγει. Προσέξτε όμως να μην ακουστεί τίποτα. Δεν θέλω σειρήνες και φασαρία. Καταλαβαίνεις ότι δεν πρέπει να μας αντιληφθεί. Οπλιστείτε σαν αστακοί κι ελάτε όσο πιο αθόρυβα μπορείτε. Ο τύπος είναι πολύ επικίνδυνος, δεν γνωρίζουμε τι όπλο χρησιμοποιεί και πρέπει να τον αιφνιδιάσουμε, εντάξει;»

«Εντάξει, κύριε υπαστυνόμε. Σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί».

Ο Μπαρόζι, καθώς περίμενε την άφιξη των ενισχύσεων, έθεσε όλες τις αισθήσεις του σε επιφυλακή. Αδημονούσε να δώσει ένα οριστικό τέλος σ’ εκείνη την υπόθεση και αισιοδοξούσε ότι, η επιχείρηση που ετοίμαζε, θα έφερνε το πολυπόθητο αποτέλεσμα.



# # # # #



«Θάλασσα τα έκανες, Ρένεαμ 325», τσίριξε ο αρχηγός της Υ.Ε.Υ., κάνοντας ένα μορφασμό που δεν άρεσε και πολύ στον συνομιλητή του. «Πώς τα κατάφερες και σε ανακάλυψαν τόσο γρήγορα;»

«Κι εγώ αναρωτιέμαι, αρχηγέ», προσπάθησε μάταια να δικαιολογηθεί. «Τέτοια εξέλιξη δεν την περίμενα. Φαίνεται ότι μάλλον τους υποτίμησα. Έχουν μαζευτεί εδώ απ’ έξω και είναι έτοιμοι να με φάνε. Νομίζουν βέβαια ότι είμαι ο Μαρέτι και μου φωνάζουν να βγω και να παραδοθώ. Θα μπορούσα ίσως να κάνω μια προσπάθεια να τους εξουδετερώσω, δεν ξέρω όμως αν θα ήταν σωστό».

«Άφησε τις βλακείες, Ρένεαμ», τον επέπληξε ο αρχηγός, «και κοίταξε να τα μαζεύεις και να φεύγεις το συντομότερο από εκεί. Η αποστολή σου τελείωσε και εύχομαι να ξεχάσεις γρήγορα ότι πέρασες κάποτε από αυτόν τον πλανήτη. Βγες κάπου έξω και, σε πέντε λεπτά, θα σου στείλω το πέπλο μεταφοράς, για να σε παραλάβει».

«Θα βγω στην ταράτσα», είπε ο Ρένεαμ, αποφεύγοντας να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια. «Μόνον εκεί πιστεύω ότι θα είμαι ασφαλής, κι ελπίζω να μη χρειαστεί να αμυνθώ».

«Να καθίσεις στα αυγά σου», τον συμβούλεψε ο αρχηγός. «Δεν είναι ώρα για εξυπνάδες. Εκείνο που προέχει είναι η άμεση εξαφάνισή σου, ώστε να μη μάθουν ποτέ ποιος πραγματικά ήσουν και ποιος ήταν ό λόγος της παραμονής σου στον άθλιο πλανήτη τους».

Ο Ρένεαμ αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές του προϊσταμένου του. Αν και δεν συμφωνούσε πάντοτε με τις απόψεις του, αυτή τη φορά παραδέχτηκε ότι ο αρχηγός είχε δίκιο. Δεν υπήρχε λόγος να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τους γήινους αστυνομικούς, ούτε να διακινδυνεύσει να βλάψει τη σωματική του ακεραιότητα. Το βέβαιο ήταν πως η αποστολή του είχε αποτύχει και η μοναδική λύση στο πρόβλημα που παρουσιάστηκε ήταν η οριστική φυγή του από τον πλανήτη Γη. Τα μάζεψε λοιπόν γρήγορα και ανέβηκε στην ταράτσα, καθώς από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιζόταν το διαστρικό πέπλο διαφυγής. Στενοχωρήθηκε που η αποστολή του είχε λήξει άδοξα και αναρωτήθηκε ποιος ήταν αυτός που τον είχε ανακαλύψει. Αν και θεωρούσε τους κατοίκους της Γης κατώτερους, εντούτοις σκέφτηκε ότι είχε υποχρέωση να δώσει τα εύσημα στον γήινο που μπόρεσε να τον εντοπίσει. Επέστρεψε στο γραφείο του Μαρέτι και έγραψε ένα σημείωμα. Έπειτα, ανέβηκε πάλι επάνω, ακριβώς τη στιγμή που η λάμψη από τον μακρινό πλανήτη του, εμφανίστηκε πάνω από τη μοναχική κατοικία.

Οι αστυνομικοί άκουσαν το σκίσιμο του αέρα από την ξαφνική λάμψη που εμφανίστηκε από το πουθενά, είδαν και το φωτεινό συννεφάκι που προσγειώθηκε στην ταράτσα του σπιτιού και έμειναν άφωνοι να κοιτάζουν το περίεργο, όσο και ανεξήγητο εκείνο φαινόμενο.

«Τι στο καλό γίνεται εδώ πέρα;» φώναξε ο Μάριος και συμπλήρωσε αμέσως μετά, δείχνοντας με το χέρι του σε κάποιο σημείο της ταράτσας. «Κοιτάξτε εκεί, ανέβηκε επάνω. Μα τι πάει να κάνει; Να τον πυροβολήσουμε;»

«Όχι, αρχιφύλακα, δεν υπάρχει λόγος. Δε νομίζω πως κινδυνεύουμε, ούτε χρειάζεται να γίνουμε κι εμείς σαν εκείνον. Ας ελπίσουμε ότι θα μας αδειάσει τη γωνιά και δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ πια στα μάτια μας».

Αυτό που επακολούθησε, τους υποχρέωσε να αναρωτηθούν αν το έβλεπαν πραγματικά, ή ήταν απλώς αποκύημα της φαντασίας τους. Αντίκρισαν τον Μαρέτι να χώνεται μέσα στο φωτεινό σύννεφο και σχεδόν αμέσως να εξαφανίζεται μαζί του, μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους. Η εξήγηση γι’ αυτό που συνέβη ήταν μία, ο καθένας όμως την ερμήνευσε διαφορετικά. Ακόμα και ο ευφυέστατος Μάριος, έδωσε τη δική του μεταφυσική εξήγηση: «Ω, Θεέ μου! Τι ήταν τέλος πάντων, αυτός ο Μαρέτι; Αν μου το έλεγαν, δεν θα το πίστευα ότι υπάρχουν άγγελοι, τώρα όμως δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία».

«Μα τι λες τώρα, αρχιφύλακα;» τον αποπήρε ο Μπαρόζι. «Τι βλακείες είναι αυτές που ξεστομίζεις; Υπάρχουν άγγελοι; Ή μάλλον, ναι, υπάρχουν, αλλά μέσα στη φαντασία μας. Μήπως θα έρθεις τώρα και θα μας πεις ότι έγινε και θαύμα; Για ηρέμησε και δες τα πράγματα ρεαλιστικά. Ο τύπος ήταν εξωγήινος και αμφιβάλλω αν τον έλεγαν Μαρέτι. Μόλις ξημερώσει, κάλεσε ένα συνεργείο να έρθει εδώ και να αρχίσει να ψάχνει για τον αληθινό συγγραφέα. Φαντάζομαι ότι κάπου εδώ γύρω θα τον έχει φυτεμένο».

Στο μεταξύ, μερικοί από τους άντρες εισέβαλλαν στο σπίτι, ερευνώντας για στοιχεία. Την ώρα που έμπαινε και ο υπαστυνόμος, ένας από αυτούς έτρεξε προς το μέρος του. «Κοιτάξτε τι βρήκαμε», αναφώνησε. «Ένα παράξενο σημείωμα, που μάλλον απευθύνεται σε σας».

Ο Μπαρόζι το πήρε στα χέρια του και άρχισε να το διαβάζει: ‘’Γήινε, αστυνομικέ, δεν μπόρεσα να καταλάβω πως με ανακάλυψες, αισθάνομαι όμως την ανάγκη να σου εκφράσω τα συγχαρητήριά μου. Πιστεύω ότι αν δεν είχες την ατυχία να γεννηθείς σε αυτόν τον παράξενο πλανήτη, θα μπορούσες να εξελιχθείς σε πολύ σπουδαίο άνθρωπο. Δε λέω, ο πλανήτης σας είναι πολύ όμορφος, αγγελικός θα έλεγα, δυστυχώς όμως κατοικείται από διαβόλους, όπως συνηθίζετε να αποκαλείτε τους κακούς ανθρώπους. Πρώτη φορά συνάντησα μαζεμένους τόσους πολλούς εγκληματίες, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να συμπεριφερθώ κι εγώ σαν κι αυτούς’’.

«Τι στην ευχή, συμβαίνει τέλος πάντων εδώ πέρα;», αναρωτήθηκε φωναχτά ο Μπαρόζι, διπλώνοντας το σημείωμα και κοιτάζοντας με θλίψη και απογοήτευση το Μάριο και τους άλλους. «Εμείς βλέπουμε τους εξωγήινους σαν αγγέλους, οι εξωγήινοι βλέπουν εμάς σαν διαβόλους και μ’ αρέσει που είμαστε τόσο αφελείς και ψάχνουμε να βρούμε και τους μεν και τους δε σε άλλες διαστάσεις, ενώ αν κοιτάξουμε λίγο πιο βαθειά μέσα μας, δεν θα δυσκολευτούμε να καταλάβουμε ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι».





@ @ @ @ @ @ @ @

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

Ένα ακόμα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου!

                           Ο  ΠΡΑΣΙΝΟΣ  ΡΟΜΒΟΣ

...Κατά τις οκτώ η ώρα το πρωί ήταν έτοιμος για αναχώρηση. Κάλεσε πρώτα ένα αεροταξί και, όταν το είδε να προσγειώνεται μπροστά στην πόρτα του, βγήκε έξω. Καθώς κλείδωνε την εξώπορτα, άκουσε φωνές. Κοίταξε να δει τι συμβαίνει, αν και κατά βάθος γνώριζε πολύ καλά τι επρόκειτο να αντικρίσει, και μια φωνή μέσα του, του φώναξε ότι όφειλε να επέμβει.


Στην επόμενη γωνία του δρόμου, τρεις άντρες ξυλοκοπούσαν άγρια δυο γυναίκες. Ο Λεό έκανε νόημα στον πιλότο να περιμένει, κι έτρεξε προς το μέρος της συμπλοκής. Για εκείνον ήταν αδιανόητο, ακόμα και με τα δεδομένα του δογματισμού, τρία άτομα να δέρνουν αλύπητα δυο ανυπεράσπιστες γυναίκες. Πλησιάζοντας βέβαια κοντά, διαπίστωσε ότι δεν συνέβαινε ακριβώς αυτό που νόμιζε. Η μία από τις δύο κοπέλες αποδειχνόταν σκληρό καρύδι για τους νταήδες εκείνους. Με κινήσεις που μαρτυρούσαν ότι είχε γνώση πολεμικών τεχνών, τους είχε σακατέψει στο ξύλο. Η άλλη όμως αδυνατούσε να αντιδράσει δυναμικά και περιοριζόταν σε μια χαλαρή άμυνα, εισπράττοντας όμως αρκετές ξυλιές.

Η εμφάνιση του Λεό, τους ξάφνιασε όλους. Αντικρίζοντας έναν ξένο χωρίς εμβλήματα, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν. Μόνον όταν εκείνος ξεμονάχιασε έναν από τους τρεις παλικαράδες και άρχισε να τον ξυλοφορτώνει, κατάλαβαν το ρόλο του. Δυο λεπτά αργότερα η μάχη είχε τελειώσει. Οι τρεις Πρωτοποριακοί με το καφέ τετράγωνο στο στήθος τους, βλέποντας ότι οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει δραματικά, κι ότι το αποτέλεσμα της συμπλοκής θα ήταν δυσμενές και ατιμωτικό για εκείνους, το έβαλαν στα πόδια.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν αποκαμωμένες σε ένα πεζούλι και, καθώς περίμεναν να συνέλθουν, κοιτούσαν το νέο που τις είχε βοηθήσει με ευγνωμοσύνη και απορία. Ανάσαιναν με δυσκολία από την μεγάλη προσπάθεια που είχαν καταβάλει και της μιας έτρεχαν αίματα από τη μύτη και δάκρυα από τα μάτια. Ο Λεό έβγαλε το μαντήλι του και της το έδωσε να σκουπιστεί. «Είσαστε καλά;» τις ρώτησε με κάποια δόση ανησυχίας.

«Τώρα, ναι», μίλησε εκείνη που μαχόταν σαν άντρας. «Ευτυχώς που εμφανίστηκες εσύ, αδελφέ, γιατί η ξαδέλφη μου δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Αλήθεια όμως, εσύ ποιος είσαι; Γιατί μας βοήθησες, αφού δεν βλέπω να είμαστε ομόδοξοι; Και, τελικά, τι παριστάνεις, μη φορώντας δογματικό σύμβολο;»

Όλη αυτή την ώρα, ο Λεό τις παρατηρούσε προσεκτικά. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι στο στήθος τους ζωγραφιζόταν ο κίτρινος κύκλος των Νεωτεριστών. Εκείνον άλλα τον ενδιέφεραν. Η ζόρικη φαινόταν πιο μεγάλη σε ηλικία και, με τα κοντά μαύρα μαλλιά της και την ασουλούπωτη εμφάνιση, έμοιαζε περισσότερο με αγόρι παρά με κοπέλα. Η άλλη όμως ήταν ένα πλάσμα μπουκιά και συγχώριο. Τα μαλλιά της ήταν μακριά και ξανθά και το πρόσωπό της, παρόλα τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, ήταν γλυκό και καλοσχηματισμένο. Όσο για το θεσπέσιο κορμί της, θα το ζήλευαν ακόμα και οι ντίβες του Χόλυγουντ.

«Τι να σας πω τώρα, αδελφές μου; Τι να σας εξηγήσω;» αρκέστηκε να πει. «Νομίζω ότι ο χώρος είναι ακατάλληλος για μια τέτοιου είδους συζήτηση. Άλλωστε δεν μας παίρνει και ο χρόνος. Καλύτερα να φύγουμε και να πάμε στις δουλειές μας και τα λέμε μια άλλη φορά», συμπλήρωσε, έχοντας βέβαια και άλλες, πονηρές σκέψεις στο μυαλό του.

Κοίταξε προς το μέρος που τον περίμενε το αεροταξί και τις ρώτησε: «Εσείς για πού το βάλατε τόσο πρωί και μάλιστα με τα πόδια; Δεν ξέρετε τι συμβαίνει στους δρόμους;» Άρχισε να βαδίζει προς το σκάφος. «Αν πηγαίνετε προς το κέντρο, μπορείτε να έρθετε μαζί μου με το ταξί. Εγώ εκεί πηγαίνω. Μην κάθεστε άλλο εδώ πέρα».

«Όχι, αδελφέ», μίλησε για πρώτη φορά η ομορφούλα, ξαναβρίσκοντας την αναπνοή της και σκουπίζοντας με την ανάποδη του χεριού της τα δάκρυά της. «Εμείς πηγαίνουμε στο σπίτι μας που είναι εδώ κοντά. Πες μας όμως που μένεις εσύ, για να σου επιστρέψουμε το μαντήλι».

Η τελευταία φράση που ειπώθηκε από εκείνο το γλυκό στοματάκι, του αναπτέρωσε το ηθικό και του ζωντάνεψε την ελπίδα ότι θα την ξανάβλεπε. Μια επίσκεψή της στο σπίτι του, θα του έδινε την ευκαιρία να γνωριστεί καλύτερα μαζί της, κι ίσως στεκόταν η αφορμή για μια στενότερη επαφή με εκείνο το υπέροχο θηλυκό. «Το σπίτι μου είναι εκείνη η μονοκατοικία με τα πράσινα παράθυρα», είπε δείχνοντας προς την πλευρά που στεκόταν το σκάφος. «Μπορείτε να με επισκεφτείτε όποτε θέλετε. Ονομάζομαι Λεό Αμάφη και είμαι μουσικός παραγωγός».

«Σ’ ευχαριστούμε πολύ, Λεό», ξαναμίλησε η ωραία, σπάζοντας τον πάγο και κάνοντας φανερές τις προθέσεις της, αφού απέφυγε το χαρακτηρισμό ‘’αδελφέ’’. «Εγώ είμαι η Ρέα και η ξαδέλφη μου είναι η Αμφιθέα».

«Γεια σας, λοιπόν, και σας παρακαλώ πολύ να προσέχετε», τους φώναξε καθώς έτρεχε προς το αεροταξί. Τη στιγμή που έμπαινε μέσα, ένα αυτοκίνητο της Υπηρεσίας Πειθαρχίας εμφανίστηκε από τον απέναντι δρόμο. Τους προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά στις δύο γυναίκες, που στο μεταξύ είχαν σηκωθεί και βάδιζαν προς το σπίτι τους. Είδε τους πειθαρχικούς να συνομιλούν για λίγο με τις κοπέλες και αμέσως μετά, το όχημά τους συνέχισε το δρόμο του.

Ο Λεό σκέφτηκε ότι ήταν ευτύχημα που οι αστυνομικοί δεν τους είχαν δει την ώρα της συμπλοκής. Ίσως να θεωρούσαν τη συμμετοχή του παράνομη, καθώς η απουσία χαρακτηριστικών συμβόλων από τα ρούχα του, δε νομιμοποιούσε την εμπλοκή του στο συμβάν. Ασφαλώς η περίπτωσή του ήταν μοναδική και πιθανόν να μπέρδευε τις αρχές...

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

Ένα μικρό απόσπασμα από ένα ανέκδοτο μυθιστόρημά μου.

                              Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

«Θέλω να γράψεις ένα άρθρο για τη μουσική στην Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα», του είχε ζητήσει ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, την προηγούμενη μέρα που είχαν μιλήσει στον τηλεπικοινωνητή. Πριν μάθει για τη ληστεία, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, μόλις όμως μίλησε με τη Ρέα, η σκέψη του ξεκαθάρισε. Ήξερε τώρα πως έπρεπε να συντάξει το άρθρο του, το βρήκε όμως και σαν μια καλή ευκαιρία να εκθέσει έμμεσα τις απόψεις του για το θέμα του πολιτισμού, αφού και η μουσική πολιτισμός ήταν.

Είχε σκεφτεί πως θα το χειριζόταν. Θα άρχιζε με μια ανάλυση της μουσικής που επικρατούσε εκείνη την εποχή - θέμα το οποίο το κατείχε πολύ καλά - θα συνέχιζε με μια αναφορά στην επίδρασή της στον πολιτισμό και, σιγά-σιγά, θα προχωρούσε σε μια γενίκευση του θέματος πολιτισμός. Δεν γνώριζε αν ο αρχισυντάκτης ενέκρινε τελικά τη δημοσίευσή του, εκείνος όμως θα το έγραφε.

Ασχολήθηκε τρεις ώρες περίπου με αυτό. Το άρθρο δεν έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από μια σελίδα. Βλέπεις ο χώρος που του διέθεταν στο περιοδικό ήταν συγκεκριμένος και αυστηρά περιορισμένος. Όταν το τελείωσε, το διάβασε και το ξαναδιάβασε, έκανε κάποιες μικροδιορθώσεις και στο τέλος το βρήκε κατάλληλο για δημοσίευση.

‘’Το κυρίαρχο είδος μουσικής’’, έγραφε, ‘’καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα ήταν το ροκ. Η επαναστατική αυτή μουσική, αν και οι καταβολές της χάνονταν στα βάθη του χρόνου, είχε νικήσει κατά κράτος τα νερόβραστα ποπ και έθνικ ακούσματα. Χάρη στη δύναμη των στίχων του και του διεγερτικού ήχου των ηλεκτρικών κιθάρων που συνόδευαν όλα τα τραγούδια του, το ροκ είχε καταστεί το πιο αγαπημένο είδος της νεολαίας, και όχι μόνο. Τα καινούρια συγκροτήματα ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια και δεν ήταν λίγα αυτά που κατάφερναν να επιβιώσουν και να αναδειχτούν. Στις συναυλίες συνήθως γινόταν το αδιαχώρητο, κι αν μάλιστα το συγκρότημα ήταν από τα λεγόμενα πρώτα ονόματα, τότε η ζήτηση εισιτηρίων ήταν πολύ μεγαλύτερη. Το φαινόμενο αυτό είχε υποχρεώσει τους διοργανωτές να επιλέγουν μεγαλύτερους χώρους για τη διεξαγωγή τους’’.

Στη συνέχεια αναφερόταν στην επίδραση που είχε αυτού του είδους η μουσική στα διάφορα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και σαν επίλογο διάλεξε να κάνει μια σύγκριση της πολιτιστικής συμπεριφοράς και των συνηθειών των ανθρώπων του τότε και του σήμερα.

‘’Οι άνθρωποι του προηγούμενου αιώνα, εκτός από τη συχνή παρουσία τους στις διάφορες συναυλίες και τα φεστιβάλ, συνήθιζαν να επισκέπτονται συχνά και τους αρχαιολογικούς χώρους της Γηραιάς Ηπείρου. Αγαπούσαν την τέχνη και τον πολιτισμό των αρχαίων προγόνων μας και παθιάζονταν όταν έρχονταν σε επαφή με τα αριστουργήματά τους, που τα έβλεπαν στους ίδιους ακριβώς τόπους, όπου αυτά είχαν δημιουργηθεί. Η συνήθεια αυτή, δυστυχώς στις μέρες μας, έχει χαθεί. Ο κόσμος αρκείται στην παρακολούθηση συναυλιών ή ντοκιμαντέρ αρχαιολογικού περιεχομένου, από την τηλεόραση. Άλλο όμως να βλέπει κάποιος τους αγαπημένους του τραγουδιστές ζωντανά και άλλο να τους βλέπει στο γυαλί. Άλλη αίσθηση έχει ένα άγαλμα ή ένας αρχαίος ναός όταν τον αντικρίζεις κάτω από το φως του ήλιου και άλλη όταν στον παρουσιάζουν στο άψυχο κουτί. Δεν γνωρίζω βέβαια ποιοι ακριβώς λόγοι μας ανάγκασαν να συμπεριφερόμαστε έτσι, νομίζω όμως πως καλό θα ήταν να αποκτούσαμε πάλι αυτή τη συνήθεια’’.

Το έστειλε μέσω διαδικτύου στο περιοδικό και περίμενε την γνώμη του αρχισυντάκτη. Έβαλε να ακούσει ξανά τη μουσική που είχε γράψει για τη διαφήμιση και βάλθηκε να τακτοποιεί λιγάκι τα πράγματά του. Πέντε λεπτά αργότερα τον κάλεσε ο αρχισυντάκτης. «Το διάβασα», του είπε ανέκφραστα, και ο Λεό προβληματίστηκε.

«Έχω την εντύπωση ότι εκεί, προς το τέλος, τα μπέρδεψες λίγο τα πράγματα. Ανακάτεψες τη μουσική με τα αρχαία, ξεφεύγοντας κάπως από το θέμα. Πιστεύω πως ήξερες τι έκανες και ότι είχες τους λόγους σου γι’ αυτό, δεν με ενδιαφέρει όμως να τους μάθω. Ξέρεις τι σκέφτομαι; ότι, τελικά, μάλλον είναι ωραίο να σπας λίγο τη μονοτονία του θέματος. Αν και νέος σχετικά συνεργάτης, νομίζω ότι έχεις πολλά προσόντα. Πάντως το άρθρο σου μου άρεσε και θα το δημοσιεύσω αυτούσιο στο περιοδικό, χωρίς να αλλάξω ούτε μια λέξη’’.

Ο Λεό ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση. Η ενέργειά του να προσπαθήσει μέσω ενός απλού κειμένου, να αφυπνίσει λίγο τα κοιμισμένα πνεύματα, είχε βρει ανταπόκριση από έναν άνθρωπο που αποδειχνόταν ότι διέθετε ανοιχτό μυαλό. Τις απόψεις του αυτές θα τις διάβαζαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι και, πολλοί απ’ αυτούς θα καταλάβαιναν τι υπονοούσε, κάποιοι άλλοι όμως όχι. Για αρχή δεν ήταν άσχημα, με την ανοχή όμως του αρχισυντάκτη του, θα επιχειρούσε να το επαναλάβει. Ήταν ένας έμμεσος τρόπος επικοινωνίας με όσους, από τους αναγνώστες του περιοδικού, διαφωνούσαν με την ύπαρξη του δογματισμού, αλλά δεν είχαν τον τρόπο ή φοβόντουσαν να την εκφράσουν. Αν, όπως πίστευε, υπήρχαν κάποιοι που ασπάζονταν τις ίδιες με εκείνον ιδέες, σίγουρα θα προσπαθούσαν να έλθουν σε επαφή μαζί του. Το περιοδικό δημοσίευε τα στοιχεία όλων των συνεργατών του, οπότε όποιος αποφάσιζε να επικοινωνήσει μαζί του, θα μπορούσε εύκολα να το κάνει.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

ΠΛΗΡΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Βιογραφικό του Στέλιου Αρώνη


                                                   Β Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Ο




Ο Στέλιος Αρώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947, όπου και τελείωσε το Λύκειο. Εργάσθηκε επί τριάντα τρία χρόνια σε μεγάλη ασφαλιστική εταιρία, δημοσιεύοντας κατά καιρούς άρθρα του ασφαλιστικού περιεχομένου στο περιοδικό ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΙΣ. Το 1987 εκδίδεται από τον ίδιο το πρώτο του μυθιστόρημα Ε.Φ. με τίτλο ‘’ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ’’. Το 1989 εκδίδεται από τις εκδόσεις ΛΩΤΟΣ το δεύτερο μυθιστόρημά του, με τίτλο ‘’ΑΦΙΛΟΞΕΝΗ ΠΟΛΗ’’, ένα περιβαλλοντικό θρίλερ. Στο διάστημα εκείνο γράφει και αρκετά διηγήματα Ε.Φ., ένα εκ των οποίων με τίτλο ‘’ΠΡΟΧΩΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΣΎΝΘΗΜΑ’’, δημοσιεύεται στο περιοδικό CYBORG το 1994. Το 2000 γράφει ένα σενάριο αστυνομικής πλοκής για κινηματογραφική ταινία ΜΕ ΤΊΤΛΟ ‘’ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΑΜΠΡΟΖΗΣ: Ο ΑΚΤΙΝΑΣ’’ και παίρνει μέρος στον διαγωνισμό σεναρίου του περιοδικού ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ. Παράλληλα δεν σταματάει να διαβάζει. Μελετάει δοκίμια λογοτεχνικής γραφής, αρχαία ελληνική ιστορία, κοινωνιολογία, κλασσική και αστυνομική λογοτεχνία και ρουφάει με απληστία ό, τι έχει σχέση με Ε.Φ. Το 2008, έχοντας πλέον από καιρό συνταξιοδοτηθεί από την εταιρία του, επανέρχεται δριμύτερος στη συγγραφική δράση. Στις αρχές του 2009 ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του με τίτλο ‘’Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ’’, το οποίο είναι ένας συνδυασμός Ε.Φ. και ιστορίας. Τον ίδιο χρόνο γράφει και το μυθιστόρημα Ε.Φ. με τίτλο ‘’Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ’’, ενώ αρχίζει και τη συγγραφή ενός ακόμα μυθιστορήματος Ε.Φ. με τίτλο ‘’ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ’’, το οποίο και ολοκληρώνει στις αρχές του 2010. Το πρώτο τρίμηνο του 2010, και σε χρόνο ρεκόρ, γράφει ένα ακόμα μυθιστόρημα Ε.Φ. με τίτλο ‘’Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ’’, σατιρίζοντας το άθλιο τηλεοπτικό τοπίο της χώρας μας και αναδεικνύοντας τα προβλήματα από τη λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας, ενώ δεν παύει να γράφει συνεχώς διηγήματα Ε.Φ. Στις αρχες του 2011 ολοκλήρωσε τη συγγραφή ενός πολιτικού θρίλερ με τίτλο ‘’ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;’’, ενώ τελείωσε και τη συγγραφή ενός ακόμα αστυνομικού  μυθιστορήματος με τίτλο ''ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ''. Το τελευταίο μυθιστόρημά του είναι κι αυτό αστυνομικό και έχει τίτλο: Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ!

Σημ: Αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά του καθώς και μερικά διηγήματα, μπορείτε να διαβάσετε στο: http://stylscifi.blogspot.com/

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

ΥΔΡΟΧΟΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ Ε.Φ. Του Στέλιου Αρώνη.

                                                        ΥΔΡΟΧΟΟΣ




Κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα την τελευταία σταγόνα νερού, που έσταξε βασανιστικά αργά από το στόμιο του πήλινου δοχείου μέσα στο ποτήρι του, και κυριεύτηκε από απελπισία. Στη συνέχεια, ένα δάκρυ, ίδιο και απαράλλαχτο με εκείνην την πολύτιμη σταγόνα, ήρθε και κύλισε πάνω στο μαυρισμένο από τον ήλιο πρόσωπό του. Το σκούπισε με την ανάποδη του ελεύθερου χεριού του και έφερε απρόθυμα το μισοάδειο ποτήρι στο στόμα του, αλλά δίστασε να πιει. Σκέφτηκε ότι η υδροφόρα θα ξαναπερνούσε από τη γειτονιά τους το απόγευμα, τέσσερις ώρες σχεδόν αργότερα, και αποφάσισε να αναβάλει την υδροποσία. Ο καιρός είχε αρχίσει να γίνεται ζεστός και οι ανάγκες του οργανισμού σε υγρά γίνονταν επιτακτικότερες. Θεώρησε ότι, αν έκανε το λάθος και εξαντλούσε αμέσως το τελευταίο απόθεμα του νερού που του αναλογούσε, δύσκολα θα άντεχε να περιμένει τέσσερις ώρες μέχρι να εμφανιστεί ο αντικαταστάτης του. Έτσι, θα έκανε λίγη ώρα υπομονή και θα το κατανάλωνε αργότερα.

Άφησε το βλέμμα από τα μεγάλα, τσακίρικα μάτια του να πλανηθεί έξω από το παράθυρο και, αυτό που αντίκρισε, του θύμισε περισσότερο σεληνιακό τοπίο παρά κήπο. Εκεί που παλιά βρισκόταν ένα ολάνθιστο περιβόλι, στη θέση του τώρα απλωνόταν ένα τραχύς και ξερός χώρος. Και πώς να μην ήταν, όταν η ανομβρία μάστιζε όλη τη χώρα; Την τελευταία φορά που θυμόταν να έχει βρέξει, πήγαινε στην έκτη δημοτικού, και τώρα, δυο ολόκληρα χρόνια μετά, είχε σχεδόν ξεχάσει τι σήμαινε βροχερός καιρός και πως ήταν να πέφτουν οι ζωογόνες σταγόνες της βροχής. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, η παροχή νερού από τις εγκαταστάσεις ύδρευσης είχε σταματήσει εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Πού να έβρισκαν λοιπόν νερό για να ποτίσουν; Πώς να συντηρούσαν τα φυτά και τα λουλούδια τους; Εδώ, μόλις και μετά βίας κατάφερναν να πιουν και να πλυθούν, αφού το νερό που τους αναλογούσε ήταν απελπιστικά λίγο. Η υδροφόρα της Αρμοστείας περνούσε δυο φορές την ημέρα, προμηθεύοντάς τους με μια αυστηρά καθορισμένη ποσότητα, η οποία δυστυχώς δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών τους. Τώρα το πώς η μητέρα του, η ηρωίδα εκείνη γυναίκα, κατάφερνε κάτω από αυτές τις συνθήκες να διατηρεί το σπίτι, τα πιατικά και τα ρούχα τους καθαρά, αυτό κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει.

Όσο ο χρόνος περνούσε και ο καιρός αρνιόταν πεισματικά να τους κάνει το χατίρι και να τους δείξει το βροχερό του πρόσωπο, τόσο η κατάσταση χειροτέρευε. Ενώ στην αρχή, η ποσότητα του νερού που τους προμήθευε η Αρμοστεία ήταν αρκετή για μια οικογένεια, τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να μειώνεται, καθιστώντας το είδος πολυτελείας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι εταιρίες που ασχολούνταν με την εμφιάλωση και την εμπορία νερού, να έχουν θησαυρίσει. Οι εύπορες οικογένειες της πόλης τους, δεν δίσταζαν να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες εμφιαλωμένου νερού, χρησιμοποιώντας το ακόμα και για λάτρα. Η οικογένεια του Φίλη όμως δεν είχε αυτήν την δυνατότητα. Έτσι περιοριζόταν στη λιγοστή ποσότητα που έπαιρνε από την Πολιτεία και προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με εκείνην.

Πήρε μαζί του το ποτήρι με το νερό και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Θα αφιέρωνε τον μεσημβρινό του χρόνο στη μελέτη των μαθημάτων του και το απόγευμα, μετά τη διέλευση της υδροφόρας, θα πήγαινε να παίξει με τον φίλο του. Ξέχασε το πρόβλημα του νερού και προσπάθησε να συγκεντρώσει την προσοχή του στο διάβασμα. Διάβαζε λίγο, αλλά η δίψα που του βασάνιζε τα σωθικά, του το ξαναθύμιζε. Εκείνος πάντως αρνιόταν να υποκύψει στον πειρασμό και να πιει το τελευταίο του απόθεμα, αντιστεκόμενος σθεναρά στην πρόκληση. Μετά από μια ώρα, όταν πια είδε ότι τα μάτια του έκαναν πουλάκια και νικημένος οριστικά σε εκείνην την άνιση μάχη με αντίπαλο τη δίψα, παραδόθηκε άνευ όρων. Ρούφηξε με λαχτάρα και ανακούφιση το λιγοστό νεράκι του, κι έπεσε για ύπνο.



# # # # #



Τον ξύπνησε ο θόρυβος της υδροφόρας. Πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε στο παράθυρο. Έξω στο δρόμο, οι γυναίκες και τα ρομπότ της γειτονιάς-και ανάμεσά τους και η μητέρα του-κρατώντας στα χέρια τους τα δοχεία τους, περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να παραλάβουν το πολύτιμο υγρό. Ο Φίλης παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη σκηνή και εστίασε την προσοχή του στον υπάλληλο της Αρμοστείας. Ήταν ένας κοντός, μαυριδερός σαραντάρης και οι νευρικές κινήσεις του φανέρωναν βιασύνη. Ίσως, σκέφτηκε, ο άνθρωπος εκείνος βιαζόταν, για να προλάβει να μοιράσει το φορτίο του και σε άλλες γειτονιές, πριν τον πιάσει το σκοτάδι της νύχτας.

Μόλις είδε τη μητέρα του να επιστρέφει με το γεμάτο δοχείο της, άρπαξε το ποτήρι του κι έτρεξε γρήγορα κάτω για να πάρει την απογευματινή του δόση. Πριν καλά-καλά η ταλαίπωρη γυναίκα προλάβει να μπει μέσα, το άρπαξε από τα χέρια της, γέμισε το ποτήρι του και το κατέβασε μονορούφι. Μόλις τελείωσε, άφησε έναν στεναγμό ικανοποίησης και, χωρίς να πει κουβέντα,, βάδισε προς την έξοδο.

«Για πού το βάλαμε, νεαρέ;» άκουσε τη μητέρα του να τον ρωτάει.

«Πάω να παίξω με τον Κλέαρχο», της απάντησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.

«Τελείωσες τα μαθήματά σου;»

«Μου έμεινε μόνον η γεωγραφία, αλλά θα την διαβάσω το βράδυ, μόλις επιστρέψω».

«Κοίταξε να μην αργήσεις πολύ, σε παρακαλώ, εντάξει;»

«Εντάξει, μητέρα», την καθησύχασε, κι έσπευσε να εξαφανιστεί.

Στο σπίτι του φίλου του πήγε με το ποδήλατο. Δεν απείχε περισσότερο από ένα χιλιόμετρο, ποτέ όμως δεν πήγαινε κατευθείαν εκεί. Συνήθως έκανε παραπάνω από δυο χιλιόμετρα μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Του άρεσε να περιδιαβαίνει πρώτα από τις γειτονιές και να περιεργάζεται τους ανθρώπους. Τον ενδιέφερε να βλέπει καταστάσεις, γεγονότα και συμπεριφορές, που τις πιο πολλές φορές απείχαν σημαντικά από εκείνες που είχε βιώσει στο σπίτι του. Ήταν λίγο περίεργος, κι αυτό του το κουσούρι μερικές φορές του είχε στοιχίσει, εκείνος όμως δεν έβαζε μυαλό. Άλλωστε, όπως λέει και μια παροιμία, πρώτα βγαίνει η ψυχή και ύστερα το χούι. Έτσι και τώρα, θα περνούσε πρώτα από την εργατική συνοικία και μετά θα κατέληγε στη συνοικία των πλουσίων, εκεί που διέμενε και ο Κλέαρχος.

Με τον Κλέαρχο ήταν πολύ καλοί φίλοι. Εκτός από συμμαθητές, είχαν και άλλα πολλά κοινά σημεία, που τους είχαν βοηθήσει να σφυρηλατήσουν μια αγνή φιλία, αν και μερικές φορές ο Φίλης ένιωθε ότι εκμεταλλευόταν κάπως αυτή τη φιλία. Στη σκέψη αυτή τον ωθούσε το γεγονός ότι ο Κλέαρχος ήταν γόνος πλουσίων ανθρώπων, οι οποίοι δεν γνώριζαν τι θα πει στέρηση του πιο πολύτιμου υλικού αγαθού. Έτσι, όποτε τύχαινε να βρεθεί εκεί-κάτι που τον τελευταίο καιρό γινόταν αρκετά συχνά-απολάμβανε κι εκείνος χωρίς περιορισμούς το πιόσιμο άφθονου εμφιαλωμένου νερού, νιώθοντας ευγνωμοσύνη για την τύχη του, που τον είχε αξιώσει να γίνει φίλος ευκατάστατου παιδιού.

Μερικά στενά πριν φτάσει στη γειτονιά του Κλέαρχου, αντίκρισε ένα παράδοξο φαινόμενο. Μια ομάδα παιδιών έπαιζε μπάλα μέσα στο δρόμο και στο παιχνίδι συμμετείχε κι ένα ρομπότ. Τα μικρά κλωτσούσαν τη μπάλα με τα πόδια και ο μεταλλικός τερματοφύλακας την έπιανε με τα χέρια. Απόρησε με τη δεξιοτεχνία του άψυχου ποδοσφαιριστή και η φουτουριστική εκείνη σκηνή του έφτιαξε για τα καλά τη διάθεση. Το ρομπότ, παρόλη την έλλειψη ευκινησίας που διέκρινε τους ομοίους του, κατάφερνε να αντιδρά σχετικά γρήγορα και να αποκρούει ή να πιάνει με μεγάλη ευχέρεια τη μπάλα που του πετούσαν τα παιδιά, αφήνοντάς τους όλους κατάπληκτους.

Ο Φίλης παρακολούθησε για λίγο την πρωτότυπη αθλητική συνάντηση και κάποια στιγμή θυμήθηκε ότι είχε βγει έξω για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Ο φίλος του τον περίμενε να παίξουν και θα είχε αρχίσει να ανησυχεί. Καβάλησε πάλι το ποδήλατό του, προσπέρασε την παράξενη ποδοσφαιρική ομάδα και, περνώντας δίπλα από το ρομπότ, του φώναξε γελώντας: «Απ’ ό, τι βλέπω, φιλαράκο, είσαι καλά προπονημένος».

Ο Κλέαρχος τον περίμενε στην αυλόπορτα. «Άντε, βρε Φίλη, τι έγινες;» του φώναξε χειρονομώντας, μόλις τον είδε να εμφανίζεται.

«Συγνώμη, Κλέαρχε», απολογήθηκε ο Φίλης, καθώς στάθμευε το ποδήλατό του στην άκρη του πεζοδρομίου, «αλλά έπεσα πάνω σε ένα παράξενο θέαμα και γι αυτό καθυστέρησα. Έμεινα λίγο εκεί για να το παρακολουθήσω».

«Δηλαδή, τι ακριβώς ήταν αυτό που σου τράβηξε τόσο την προσοχή;»

«Να, κάτι παιδιά έπαιζαν μπάλα με ένα ρομπότ».

Ο Κλέαρχος γέλασε και τον έπιασε από το χέρι. «Α, λες για τον Ρομπελέ! Το ρομπότ που παίζει ποδόσφαιρο! Τον ξέρω, είναι καταπληκτικός!»

Έτρεξαν μέσα στη μεγάλη αυλή και άρχισαν να παίζουν μπάσκετ. Ο υπαίθριος χώρος της κατοικίας του Κλέαρχου, εκτός από γήπεδο μπάσκετ, διέθετε ακόμα παιδότοπο με κούνιες, παρτέρια με λουλούδια, κιόσκι με καθιστικό και μια μεγάλη πισίνα, παραδόξως γεμάτη νερό. Ήταν ένας πραγματικός παράδεισος για τους ευτυχείς ενοίκους του και κυρίως για τον μοναχογιό της οικογένειας, τον Φίλη όμως δεν τον εντυπωσίαζαν και πολύ όλα αυτά. Στον φίλο του πήγαινε για την παρέα και όχι για το παιχνίδι. Μπασκέτα και κούνιες είχε και στο δικό του σπίτι και το παιχνίδι δεν το είχε στερηθεί. Με τον Κλέαρχο είχαν ταιριάσει πολύ, σε μια εκ βαθέων όμως εξομολόγηση στον ίδιο του τον εαυτό, παραδέχτηκε ότι, το μεγαλύτερο κίνητρο για τη σύναψη αυτής της φιλικής σχέσης, ήταν το νερό. Αυτό ήταν που είχε στερηθεί. Είχε απωθημένα με το άοσμο, άγευστο και άχρωμο εκείνο υγρό. Από τότε που είχε καταστεί είδος σε ανεπάρκεια, το αναζητούσε μανιωδώς. Του έλειπε φοβερά και δεν το χόρταινε με τίποτα. Το ευτύχημα για εκείνον ήταν ότι, στο σπίτι του φίλου του, ακόμα και σε μια τόσο δύσκολη περίοδο, το έβρισκε άφθονο.

Μισή ώρα αργότερα, εξουθενωμένοι από το παιχνίδι, έκαναν διάλειμμα. Κάθισαν κάτω από το κιόσκι και ο Κλέαρχος εμφάνισε δυο μπουκαλάκια που είχε κρυμμένα κάτω από το τραπέζι. Πρότεινε το ένα στον Φίλη και το άλλο το χρησιμοποίησε ο ίδιος. Ο Φίλης άδειασε με ικανοποίηση το περιεχόμενο του δικού του μπουκαλιού, χωρίς να σκεφτεί να κρατήσει λίγο και για αργότερα. Ήξερε ότι δεν χρειαζόταν. Αν ζητούσε και άλλο, ο φίλος του θα ικανοποιούσε την επιθυμία του χωρίς φειδώ.

Μόλις άρχισε να σουρουπώνει, καληνύχτισε το φίλο του και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά δεν έκανε παράκαμψη, αλλά ακολούθησε το κανονικό δρομολόγιο. Βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του για να προλάβει να διαβάσει. Δυο τετράγωνα πριν φτάσει στον προορισμό του, συνάντησε ένα μεγάλο φορτηγό της εταιρίας εμφιαλωμένων νερών ‘’ΥΔΡΟΧΟΟΣ’’. Έβγαινε στον κεντρικό δρόμο από μια πάροδο και πέρασε μπροστά από το ποδήλατο του Φίλη, αγνοώντας επιδεικτικά την προτεραιότητα των οχημάτων που κινούνταν στη λεωφόρο.

Ο Φίλης σάστισε με την αντικοινωνική και επικίνδυνη οδική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού, έκανε έναν ελιγμό για να περάσει πίσω του και κούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. Καθώς το μεγάλο όχημα απομακρυνόταν, ο Φίλης ακινητοποίησε το ποδήλατό του και στράφηκε προς το μέρος του φορτηγού. Ξαφνικά, κατάλαβε ότι, εκτός από την προκλητική παράβαση του Κ.Ο.Κ, υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ανεγκέφαλο οδηγό, άργησε όμως να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς ήταν αυτό. Το σκεφτόταν συνέχεια, ακόμα και την ώρα που διάβαζε, κι έσπαγε το κεφάλι του για να μπορέσει να βρει την άκρη. Τελικά, το ανακάλυψε λίγο αργότερα, τη στιγμή που έπεφτε για ύπνο.



# # # # #



Όλο το επόμενο πρωινό στο σχολείο, δεν αντάλλαξε και πολλές κουβέντες με τον Κλέαρχο. Απορροφημένοι και οι δύο από τα μαθήματα, αλλά κυρίως επειδή εκείνος βρισκόταν χωμένος μέσα σ’ εκείνην την παράξενη σκέψη, που τριγύριζε διαρκώς μέσα στο μυαλό του και τον βασάνιζε από το προηγούμενο βράδυ, δεν είχε όρεξη για πολλά λόγια. Μόνο κατά το σχόλασμα, όταν είδε τον Κλέαρχο να τον πλευρίζει και να του λέει, ‘’Θα έρθεις το απόγευμα να παίξουμε;’’, αποφάσισε να λύσει τη σιωπή του.

Η απάντηση ήταν αυτονόητη και ετοιμάστηκε να του τη δώσει, θυμήθηκε όμως κάτι άλλο, κάτι που είχε άμεση σχέση με αυτά που σκεφτόταν, κι έστρεψε αλλού τη συζήτηση: «Δεν μου λες, Κλέαρχε, κάθε πότε σας φέρνει εμφιαλωμένα νερά το φορτηγό της ‘’ΥΔΡΟΧΟΟΣ;’’»

Το μπουκαλάκι, από το οποίο είχε πιει το προηγούμενο απόγευμα στο σπίτι του Κλέαρχου, ήταν της συγκεκριμένης εταιρίας και ο Φίλης συνειδητοποίησε ότι υπήρχε τρόπος να εξιχνιάσει το μυστήριο που είχε παρουσιαστεί. Θα ξεκινούσε από την οικογένεια του φίλου του, αφού γνώριζε ότι ήταν από τους πιο τακτικούς πελάτες της ‘’ΥΔΡΟΧΟΟΣ Α.Ε.’’

«Δυο φορές την εβδομάδα», του απάντησε ο Κλέαρχος. «Κάθε Τρίτη βράδυ και κάθε Σάββατο βράδυ, αλλά γιατί ρωτάς;»

Ο Φίλης απέφυγε να του εξηγήσει μπροστά στα άλλα παιδιά. «Θα έρθω το απόγευμα να παίξουμε και θα σου πω για ποιο λόγο ρωτάω», του φώναξε καθώς απομακρυνόταν.

Καβάλησε το ποδήλατό του και έβαλε πλώρη για το σπίτι του, σκεφτόμενος ότι ήταν Τρίτη μεσημέρι και σε λίγες ώρες θα του δινόταν η ευκαιρία να μάθει περισσότερα για το ανεξήγητο κατά τη γνώμη του φαινόμενο, που τόσο τον είχε προβληματίσει. Ποδηλατώντας, έπλαθε ήδη με τη σκέψη του το σχέδιο δράσης του. Αρχικά θα έπαιρνε μαζί του και κάποιο από τα βιβλία του, ώστε να έχει το πρόσχημα ότι πηγαίνει στο φίλο του για να διαβάσουν μαζί. Αυτό θα του έδινε το άλλοθι για την όποια βραδινή του αργοπορία. Θα καθόταν στου Κλέαρχου μέχρι τη δύση του ηλίου και, αν μέχρι εκείνη την ώρα το φορτηγό δεν είχε εμφανιστεί, θα κρυβόταν λίγο πιο πέρα και θα το περίμενε.

Το ανακοίνωσε στη μητέρα του κατά τη διάρκεια του φαγητού. «Το απόγευμα θα πάω στου Κλέαρχου και μάλλον απόψε θα αργήσω λίγο περισσότερο».

Η μητέρα του ακούμπησε κάτω το πιρούνι της και τον κοίταξε απορημένη: «Μπα, και γιατί παρακαλώ;» τον ρώτησε κάνοντας ένα μορφασμό.

«Θα παίξουμε το απόγευμα λίγη ώρα μπάσκετ, όπως πάντα, και μετά θα διαβάσουμε μαζί ιστορία», της απάντησε ο γιόκας της με φυσικότατο ύφος. «Σου το λέω για να μην ανησυχείς».

«Ναι, αλλά γνωρίζεις πολύ καλά, ότι ο πατέρας σου δεν θέλει να κυκλοφορείς με το ποδήλατο το βράδυ».

«Το ξέρω, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Εκείνη την ώρα οι δρόμοι είναι άδειοι. Άλλωστε, δεν είναι πολύ μακριά».

«Φοβάμαι ότι θα σε μαλώσει», επέμεινε η μητέρα του. «Πάρε τον καλύτερα τώρα στο τηλέφωνο να του το πεις, γιατί το βράδυ θα είναι αργά».

Το αγόρι ξίνισε τα μούτρα του. Η ιδέα της μητέρας του δεν τον ενθουσίασε και πολύ. Ο πατέρας του ήταν λίγο απόλυτος σε αυτά τα ζητήματα και υπήρχε η πιθανότητα να μην του επιτρέψει να μείνει έξω μέχρι αργά. Το επιχείρησε με βαριά καρδιά. Τον πήρε στη δουλειά του και του είπε τα ίδια ακριβώς που είχε πει και στη μητέρα του. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν πήρε απάντηση από το γονιό του και φοβήθηκε ότι ο πολυάσχολος πατέρας του ετοιμαζόταν να τον ‘’στολίσει’’, όταν όμως τον άκουσε να του απαντάει, δεν πίστευε στα αυτιά του.

«Εντάξει, αγόρι μου, να πας. Αλλά θα σε παρακαλέσω να προσέχεις πολύ και να επιστρέψεις από τον κεντρικό δρόμο που είναι άπλετα φωτισμένος».



# # # # #



Αυτή τη φορά πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Κλέαρχου, αποφεύγοντας τις παρακάμψεις. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόταν τα τελευταία λόγια του Αρμοστή, στο διάγγελμα αστραπή που είχε εκφωνήσει το μεσημέρι. ‘’…και να είσαστε βέβαιοι ότι η Αρμοστεία καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να εξασφαλίσει άφθονο νερό σε όλους τους πολίτες της και δεν θα διστάσει να κάνει οποιαδήποτε θυσία χρειαστεί, για να μην επιτρέψει να στερηθεί έστω και ένας το πολύτιμο αυτό αγαθό’’.

Ασφάλισε το βιβλίο που είχε πάρει μαζί του κάτω από την πτυσσόμενη σχάρα του πίσω τροχού, ακούμπησε το ποδήλατο στο μαντρότοιχο, πίσω από ένα θάμνο και μπήκε μέσα στη μεγάλη αυλή. Ο Κλέαρχος τον περίμενε κάτω από τη μπασκέτα. «Καλώς τον», του φώναξε μόλις τον είδε. «Σήμερα θα σε νικήσω».

«Σιγά τα ωά!» γέλασε ο Φίλης και άρπαξε τη μπάλα μέσα από τα χέρια του.

Έπαιξαν μισή ώρα χωρίς σταματημό. Όταν κάποια στιγμή είδαν τον Τέρη, το ρομπότ της οικογένειας, να εμφανίζεται μέσα από το σπίτι, κρατώντας στα ατσάλινα χέρια του ένα δίσκο σερβιρίσματος, αποφάσισαν να κάνουν διάλειμμα. Ο μεταλλικός υπηρέτης, ακούμπησε το δίσκο επάνω στο τραπέζι του υπαίθριου καθιστικού και φώναξε με τη μπάσα φωνή του στα παιδιά. «Ελάτε να φάτε το παγωτό σας».

Τα αγόρια παράτησαν στη μέση το παιχνίδι τους και έτρεξαν να γευτούν την δροσερή απόλαυση που τους περίμενε πλούσια και φανταχτερή επάνω στο δίσκο. Δίπλα στα μπολ με τα παγωτά, αναπαύονταν και δυο μεγάλα μπουκάλια εμφιαλωμένου νερού, κι αυτό έκανε τον Φίλη να νιώσει μιαν ανείπωτη αγαλλίαση.

«Αλήθεια, για πες μου», άκουσε τον Κλέαρχο να τον ρωτάει, καθώς βουτούσε το κουτάλι του στο περιεχόμενο του μπολ, «γιατί με ρώτησες το μεσημέρι, κάθε πότε μας φέρνουν νερό;»

Ο Φίλης δεν το είχε ξεχάσει. Ήταν ένα ζήτημα που τον έκαιγε και που του είχε εξάψει τη φαντασία. Ο νους του τριγύριζε συνέχεια εκεί, δεν επιθυμούσε όμως να θίξει ξανά εκείνο το θέμα, αφού έτσι κι αλλιώς είχε μάθει εκείνο που τον ενδιέφερε. Τα υπόλοιπα ήταν δική του δουλειά. Θα ικανοποιούσε την αρρωστημένη του περιέργεια μοναχός του. Είχε σχεδιάσει λεπτομερώς τις ενέργειες που θα έκανε και δεν είχε σκοπό να ανακατέψει και κάποιον άλλον.

«Έτσι από περιέργεια ρώτησα», του απάντησε διατηρώντας ένα αδιάφορο ύφος και αποφεύγοντας επιμελώς να προβεί σε κάποιο επί πλέον σχόλιο.

Ανακουφίστηκε, όταν κατάλαβε ότι ο φίλος του δεν φαινόταν διατεθειμένος να δώσει συνέχεια στο θέμα. Ο Κλέαρχος, αν και το ύφος του έδειξε ότι δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από την απάντησή του, εντούτοις δεν ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις. Ίσως να μην το είχε θεωρήσει και τόσο σοβαρό, ώστε να ξεκινήσει διάλογο για ένα ασήμαντο, κατά τη γνώμη του, και χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον ζήτημα.

Τελείωσαν το παγωτό τους, ήπιαν και το νεράκι τους και ξανάρχισαν να παίζουν μπάσκετ. Λίγο αργότερα προστέθηκε στην παρέα τους και ένα ακόμα παιδί. Ήταν λίγο μικρότερο από εκείνους, αλλά ήταν γειτονόπουλο του Κλέαρχου και συμμετείχε συχνά στο παιχνίδι τους.

Το φορτηγό στάθμευσε μπροστά στην αυλόπορτα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Η μεγάλη επιγραφή στο πλάι του ‘’ΠΙΝΕΤΕ ΑΓΝΟ, ΦΥΣΙΚΟ ΝΕΡΟ ΥΔΡΟΧΟΟΣ’’, φωτιζόταν έντονα από τις τελευταίες ακτίνες που έστελνε ο ήλιος και ο Φίλης αιφνιδιάστηκε. Δεν περίμενε την άφιξή του πριν το ηλιοβασίλεμα. Η αντίδρασή του ήταν ενστικτώδης και απότομη. Πέταξε τη μπάλα από τα χέρια του, κι έτρεξε προς την έξοδο. «Πω, πω, άργησα!» φώναξε στους εμβρόντητους φίλους του, και χωρίς να δώσει κάποια άλλη εξήγηση, έσπευσε να εξαφανιστεί.

Βγήκε έξω και κρύφτηκε πίσω από το θάμνο που βρισκόταν το ποδήλατό του. Στο σχέδιο δράσης του, συμπεριλαμβανόταν και η παρακολούθηση του φορτηγού, αλλά η πρώιμη εμφάνισή του, του ανέτρεπε κάθε προγραμματισμό. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν παρακινδυνευμένο, ενώ βρίσκονταν ακόμα στη διάρκεια της ημέρας, να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια. Πίστευε ότι, σύμφωνα με τα όσα του είχε πει ο Κλέαρχος, αυτό θα το έβαζε σε εφαρμογή μόλις σκοτείνιαζε, οπότε δύσκολα θα γινόταν αντιληπτός, αλλά να που ο οδηγός του φορτηγού είχε διαφορετική άποψη. Μάλλον θα έπρεπε να το αναβάλει. Δεν υπήρχε λόγος να τον καταλάβουν. Ήταν σίγουρος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κι ας τους είχε διαβεβαιώσει ο Αρμοστής για το αντίθετο, και είχε και μια μικρή υποψία για το τι περίπου ήταν αυτό. Πάντως δεν μπορούσε να είναι βέβαιος, αν προηγουμένως δεν το εξακρίβωνε με τα ίδια του τα μάτια. Αν μάλιστα ήταν τόσο σοβαρό, όσο υπέθετε πως ήταν, τότε θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός.

Ανέβηκε λοιπόν στο ποδήλατό του, χωρίς δεύτερη σκέψη, και αναχώρησε για το σπίτι του. Αυτή τη φορά δεν βιαζόταν. Είχε πει στους γονείς του ότι θ’ αργούσε και οι άνθρωποι θα παραξενεύονταν αν τον έβλεπαν να επιστρέφει νωρίτερα. Έτσι, αποφάσισε να το κάνει σαν εκδρομή. Απέφυγε να ακολουθήσει τη λεωφόρο και χώθηκε μέσα στα στενά, επιδιδόμενος στο προσφιλές του χόμπι του χαζέματος.



# # # # #



Όλη την επόμενη μέρα την πέρασε αναζητώντας καινούριο σχέδιο δράσης. Δεν είχε την υπομονή να περιμένει μέχρι το Σάββατο, που το φορτηγό της ΥΔΡΟΧΟΟΣ θα επισκεπτόταν ξανά το σπίτι του Κλέαρχου, για να το παρακολουθήσει. Ανυπομονούσε να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε με την περίεργη περίπτωση που είχε υποπέσει στην αντίληψή του και ήταν αποφασισμένος να τελειώνει μ’ εκείνην την υπόθεση την ίδια κιόλας μέρα.

Το απόγευμα δεν πήγε να παίξει με το φίλο του. Έμεινε στο σπίτι του και ασχολήθηκε με τη συντήρηση του ποδηλάτου του. Έσφιξε καλά όλες τις βίδες και τα μπουλόνια, λάδωσε την αλυσίδα, ρύθμισε τα φρένα και τα φώτα, αναζητώντας νοερώς όλη εκείνη την ώρα ένα εναλλακτικό σχέδιο δράσης. Όταν εμφανίστηκε η υδροφόρα για την απογευματινή τροφοδοσία τους, του ήρθε και η έμπνευση. Το σκέφτηκε καλά και αποφάνθηκε ότι δεν ήταν άσχημη ιδέα. Αυτό θα έκανε. Θα παρακολουθούσε την υδροφόρα. Αν η υποψία του ήταν σωστή, τότε δεν θα έχανε και τίποτα να το διακινδυνεύσει. Το πρόβλημα ήταν ότι αργούσε ακόμα πολύ να νυχτώσει. Τότε του ήρθε μια άλλη ιδέα. Θα έφευγε λίγο πριν δύσει ο ήλιος και θα πήγαινε κατευθείαν στο υδραγωγείο της πόλης. Λογικά, εκεί θα έπρεπε να κατέφευγαν όλες οι υδροφόρες, μετά το τέλος της βάρδιας τους. Δεν γνώριζε τι θα έβλεπε εκεί πέρα, κάτι μέσα του όμως του φώναζε ότι μάλλον θα λύνονταν οι απορίες του. Υπήρχε όμως ένα ακόμα πρόβλημα. Αυτό της απουσίας του κατά την ώρα του δείπνου, αλλά πίστευε ότι θα έβρισκε έναν τρόπο να τη δικαιολογήσει. Θα το έκανε μάλιστα προκαταβολικά, ώστε να μην τρομοκρατούσε τους γονείς του με την απροειδοποίητη και ανεξήγητη εξαφάνισή του.

Ανέβηκε στο δωμάτιό του, έβγαλε τη φόρμα του και φόρεσε τα πιο σκούρα ρούχα που υπήρχαν στη ντουλάπα του. Ύστερα έχωσε στην τσέπη του ένα φακό και ξανακατέβηκε στο ισόγειο. Η μητέρα του είχε φέρει μέσα το δοχείο με το νερό και ετοίμαζε το βραδινό τους, αλλά ο πατέρας του δεν είχε φανεί ακόμα.

Ο Φίλης πήρε ένα κομμάτι τυρί από το ψυγείο και πρόλαβε τη μητέρα του πριν αρχίσει να τον μαλώνει: «Ξέρεις κάτι; Πρέπει να πάω επειγόντως στον Κλέαρχο, γιατί χάλασε το ποδήλατό του και μόνο εγώ μπορώ να το φτιάξω. Δεν θ’ αργήσω πολύ, αλλά αν δεν έχω έρθει μέχρι την ώρα του φαγητού, μη με περιμένετε. Ίσως φάω στο σπίτι του».

«Μα τι λες τώρα, παιδάκι μου;» φώναξε με κατάπληξη η γυναίκα. «Σε λίγο θα νυχτώσει, κι εσύ μου δηλώνεις ότι θα πας στο φίλο σου; Τι θα πω στον πατέρα σου όταν έρθει;»

«Είναι μεγάλη ανάγκη, καλέ μητέρα, δεν το καταλαβαίνεις; Αν δεν φτιαχτεί το ποδήλατο του παιδιού, πώς θα πάει αύριο το πρωί στο σχολείο;»

Η τελευταία του φράση την προβλημάτισε. Γνώριζε πόσο καλός και χρήσιμος φίλος του γιου της ήταν ο Κλέαρχος, οπότε της ήρθε λίγο δύσκολο να συνεχίσει να είναι άκαμπτη και αρνητική. Ένιωθε υποχρεωμένη απέναντι σ’ εκείνο το φιλόξενο παιδί, αλλά και στην οικογένειά του.

Κατέβασε το κεφάλι της και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. «Καλά, βρε παιδάκι μου, αλλά να προσέχεις πολύ, σε παρακαλώ», του έδωσε απρόθυμα τη συγκατάθεσή της.

Ο Φίλης δεν χρειαζόταν ν’ ακούσει περισσότερα. Το ψέμα του είχε γίνει πιστευτό και το σχέδιό του θα έμπαινε σε εφαρμογή, χωρίς οικογενειακές προστριβές ή άλλου είδους εμπόδια. Έφυγε χωρίς να βιάζεται και θα διέσχιζε πρώτα τη γειτονιά του Ρομπελέ και του Κλέαρχου, ώστε να περνούσε κάπως η ώρα μέχρι τη στιγμή που θα άρχιζε να σουρουπώνει.

Λίγο πριν ό ήλιος κρυφτεί πίσω από το λόφο της δυτικής συνοικίας, πήρε το δρόμο για το υδραγωγείο. Ποδηλατούσε αργά και πεντακόσια μέτρα πιο πάνω είδε να τον προσπερνάει μια υδροφόρα. Αύξησε την ταχύτητα του ποδηλάτου του και, αφού πέρασε δίπλα από τα τελευταία κτήρια της πόλης, έστριψε δεξιά και ακολούθησε το όχημα της Αρμοστείας, διατηρώντας απ’ αυτό μια απόσταση ασφαλείας. Φτάνοντας κοντά στον προορισμό του, κρύφτηκε πίσω από μια πυκνή συστάδα θάμνων και επιδόθηκε στην παρακολούθηση όλων όσων έμπαιναν και έβγαιναν από το χώρο του υδραγωγείου. Η μεγάλη, σιδερένια εξώπορτα ήταν ανοιχτή και είδε την υδροφόρα που είχε μόλις μπει μέσα, να ξαναγεμίζει το βυτίο της. Δέκα λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε μια ακόμα υδροφόρα. Στάθμευσε δίπλα στην πρώτη και άρχισε κι εκείνη να ανεφοδιάζεται με φρέσκο νερό.

Ο Φίλης υπέθεσε ότι αυτό γινόταν για να είναι έτοιμα τα βυτιοφόρα για τη διανομή της επόμενης μέρας, αυτό που επακολούθησε όμως διέψευσε την υπόθεσή του. Οι δυο υδροφόρες, γεμάτες πλέον με το ζωογόνο υγρό, πήραν μπροστά και άρχισαν να κινούνται. Έκαναν μανούβρα και βγήκαν από το χώρο του υδραγωγείου. Πέρασαν μπροστά από το σημείο που κρυβόταν ο Φίλης και πήραν κατεύθυνση αντίθετη από εκείνην της πόλης.

Το αγόρι απόρησε με το γεγονός και αναρωτήθηκε που μπορεί να πήγαιναν τέτοια ώρα, αφού είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Βγήκε από την κρυψώνα του και ακολούθησε από απόσταση τα δυο οχήματα. Ευτυχώς, οι συνθήκες ευνοούσαν την παρακολούθησή τους, καθώς το σκοτάδι είχε αρχίσει να καλύπτει την περιοχή και οι υδροφόρες, λόγω του μεγάλου φορτίου που μετέφεραν, κινούνταν πολύ αργά.

Δεν θα είχαν διανύσει παραπάνω από πέντε χιλιόμετρα και τις είδε από μακριά να κόβουν ταχύτητα και να στρίβουν αριστερά σε μια παρακαμπτήριο. Έφτασε κι εκείνος εκεί και τις ακολούθησε προσεκτικά. Ο δρόμος ήταν στενός, αλλά ασφαλτοστρωμένος και λίγο πιο κάτω έφτανε στο τέλος του. Ο Φίλης κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα και, με τη βοήθεια των προβολέων των βυτιοφόρων, τα είδε να μπαίνουν μέσα σε ένα μεγάλο περιμαντρωμένο χώρο.

Το σκοτάδι δεν του επέτρεπε να προσδιορίσει τι ακριβώς βρισκόταν εκεί που είχαν βρεθεί. Η τοποθεσία, του ήταν παντελώς άγνωστη. Δεν ήξερε τι να υποθέσει, αλλά απέφυγε να πλησιάσει κοντά, φοβούμενος μήπως γίνει αντιληπτός από τους οδηγούς των υδροφόρων. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να μάθει επιτέλους τι σήμαιναν όλα αυτά και αποφάσισε να δράσει με διαφορετικό τρόπο. Θα εισέβαλε στον άγνωστο εκείνο χώρο, αλλά από την πίσω πλευρά του.

Ακροπατώντας με μεγάλη προσοχή μέσα στο σκοτάδι, διέσχισε το δάσος και βρέθηκε στο πίσω μέρος του ψηλού μαντρότοιχου. Πριν επιχειρήσει να πηδήσει μέσα, ανέβηκε πρώτα σε ένα δέντρο που βρισκόταν δίπλα στη μάντρα, με την ελπίδα ότι θα κατάφερνε και διακρίνει τι βρισκόταν πίσω της. Το μόνο που μπόρεσε να δει, ήταν η οπίσθια πλευρά ενός μεγάλου, ισόγειου, σκοτεινού κτηρίου. Από μπροστά ακουγόταν ο θόρυβος των βυτιοφόρων, που μάλλον άδειαζαν το φορτίο τους. Πίσω επικρατούσε σκοτάδι και νεκρική σιγή. Ελπίζοντας ότι δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας, έκανε ένα παρακινδυνευμένο άλμα και γαντζώθηκε στην κορυφή του μαντρότοιχου. Ύστερα, πήδησε από τη μέσα πλευρά και προχώρησε αθόρυβα προς το μέρος του κτηρίου. Φτάνοντας κοντά, αφουγκράστηκε με προσοχή και βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος. Γύρω-γύρω και σε ύψος ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών από το έδαφος, υπήρχαν μεγάλα ανοίγματα στους τοίχους, καλυμμένα με τζαμαρίες.

Ο Φίλης ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του, δεν μπόρεσε όμως να διακρίνει το παραμικρό. Το σκοτάδι στο εσωτερικό της οικοδομής ήταν πολύ πυκνό και το αγόρι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το φακό του. Φώτισε το κέντρο του χώρου και είδε ότι βρισκόταν σε ένα εργοστάσιο. Τα μεγάλα μηχανήματα και οι λωρίδες μεταφοράς που εκτείνονταν σε μεγάλη ακτίνα, φανέρωναν ότι εκεί μέσα γινόταν η παραγωγή κάποιου προϊόντος, δεν μπορούσε όμως να το προσδιορίσει επακριβώς. Έριξε τη δέσμη του φακού του λίγο πιο αριστερά και, αυτό που αντίκρισε, του προκάλεσε θυμό, θλίψη και απογοήτευση. Τελικά, η υπόνοια, ότι ο οδηγός της υδροφόρας που τους έφερνε το νερό και ο οδηγός του φορτηγού με τα εμφιαλωμένα νερά που είχε συναντήσει, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο, αποδειχνόταν σωστή.

Κοίταξε για μια ακόμα φορά το λογότυπο που κοσμούσε τα πλαϊνά των μεγάλων χαρτοκιβώτιων, που βρίσκονταν στοιβαγμένα στην άκρη της αίθουσας, και κόντεψε να κλάψει. Το υποψιαζόταν, αλλά είχε και την ελπίδα ότι ίσως είχε κάνει λάθος. Πάντως, τα κεφαλαία, ευδιάκριτα γράμματα που ήταν τυπωμένα επάνω τους και έγραφαν, ‘’ΠΙΝΕΤΕ ΑΓΝΟ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟ ΝΕΡΟ ΥΔΡΟΧΟΟΣ’’ δεν του άφησαν την παραμικρή αμφιβολία για το τι ακριβώς σήμαιναν όλα αυτά.



@ @ @ @ @ @ @ @